Του Στέλιου Αναστασάκη
Η είδηση για την καταδίωξη στο Άργος αρχικά παρουσιάστηκε ως άλλη μια επιτυχημένη «επιχείρηση πάταξης της εγκληματικότητας». Από την πρώτη στιγμή που το αίμα έβαψε την άσφαλτο, ο δεύτερος βραχίονας του αστικού κράτους (τα κυρίαρχα ΜΜΕ) ανέλαβαν δράση, λειτουργώντας ως καθαρόαιμοι Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους. Οι διαρροές της ΓΑΔΑ έγιναν απευθείας πρωτοσέλιδα. Το θύμα βαφτίστηκε άμεσα «σεσημασμένος», «σκληρός κακοποιός», ένας «κίνδυνος» που δήθεν εμβόλιζε περιπολικά. Η διαδικασία είναι δοκιμασμένη και κυνική: για να δικαιολογηθεί η εξόντωση ενός ανθρώπου, πρέπει πρώτα να αφαιρεθεί η ανθρωπιά του στα μάτια της κοινωνίας.
Όμως, οι κραυγές της μητέρας του 20χρονου διέλυσαν εν ριπή οφθαλμού το κυβερνητικό και αστυνομικό αφήγημα, αποκαλύπτοντας το πραγματικό, κτηνώδες πρόσωπο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Οι ένστολοι φρουροί της αστικής νομιμότητας άδειασαν τουλάχιστον 13 σφαίρες πάνω σε ένα παιδί που έχει διαγνωστεί στο φάσμα του αυτισμού. Μέχρι που μίλησε η μητέρα του: «Τον σκοτώσανε πολύ άγρια. Έχει αυτισμό». Αυτή η αποκάλυψη δεν καταδεικνύει απλώς ότι η Ελληνική Αστυνομία λειτουργεί ως μια οργανωμένη συμμορία παραγωγής ψευδών ειδήσεων (fake news) για να συγκαλύπτει τις δολοφονίες της. Αποδεικνύει την οργανική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού να κατασκευάζει τέρατα για να τρέφει τον κοινωνικό κανιβαλισμό, πείθοντας τα μικροαστικά και συντηρητικά στρώματα ότι ο θάνατος του 20χρονου «προστατεύει» τη δική τους ειρήνη. Οι δημοσιογράφοι του κεφαλαίου γεμίζουν το όπλο και οι αστυνομικοί τραβούν τη σκανδάλη. Σήμερα, ο 20χρονος που βρισκόταν σε μη αναστρέψιμη κατάσταση, κλινικά νεκρός, με μηχανική υποστήριξη, είναι πλέον νεκρός.
Στριμωγμένη στη γωνία από την κοινωνική οργή για αυτή την εν ψυχρώ εκτέλεση, η κυβέρνηση και το αστικό κράτος ανέσυραν ακαριαία τον απόλυτο πολιτικό τους αντιπερισπασμό: «Νέες συλλήψεις για την υπόθεση της Marfin μέσω Μηχανικής Μάθησης (Machine Learning)». Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία, είναι ομολογία ενοχής. Μπροστά στο αίμα ενός 20χρονου αυτιστικού, το κράτος αλλάζει την ατζέντα, επιστρατεύοντας τον «εσωτερικό εχθρό» και την δήθεν αλάνθαστη τεχνολογία για να στήσει ένα νέο θέατρο τρόμου.
Ο Διπλός Αποκλεισμός: Φτώχεια, Νευροαπόκλιση και Κρατική Βία
Αυτό που συνέβη στο Άργος δεν ήταν κάποιο «ατύχημα». Δεν πρόκειται για την «κακιά στιγμή», ούτε για κάποιον δήθεν «πανικό» των αστυνομικών. Όταν αδειάζεις έναν γεμιστήρα πάνω σε ένα κορμί, δεν προσπαθείς να κάνεις «ακινητοποίηση». Πραγματοποιείς εν ψυχρώ στρατιωτικού τύπου εκτέλεση (shoot to kill). Η κρατική δολοφονία στο Άργος αποδεικνύει ξανά πως το αστικό κράτος λύνει κοινωνικά ζητήματα με μολύβι.
Η νευροαπόκλιση του 20χρονου θύματος προσθέτει ένα ανατριχιαστικό αλλά απολύτως συνεπές δομικό χαρακτηριστικό στη φύση του καπιταλιστικού κράτους. Το σύστημα αδυνατεί εξ ορισμού (και αδιαφορεί πλήρως) να διαχειριστεί οποιαδήποτε κοινωνική συνθήκη ξεφεύγει από τη δική του κατασκευασμένη «κανονικότητα». Υπό τον καπιταλισμό, τα σώματα και τα μυαλά μετριούνται αυστηρά με όρους παραγωγικότητας και κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Το να είσαι φτωχός, στο περιθώριο, και ταυτόχρονα νευροαποκλίνων, σε καθιστά διπλά αναλώσιμο. Όποιος δεν μπορεί να ενταχθεί πλήρως στους ρυθμούς της ταξικής εκμετάλλευσης, όποιος βιώνει την αναπηρία ή τη νευροαπόκλιση μέσα σε συνθήκες φτώχειας και ταξικού αποκλεισμού, περιθωριοποιείται. Και όταν αυτό το περιθώριο διασταυρωθεί με τους ένοπλους μηχανισμούς του κράτους, η μόνη «γλώσσα» που υπάρχει για την αντιμετώπισή του είναι η ωμή βία.
Το να είσαι φτωχός και να προσπαθείς να επιβιώσεις στο περιθώριο που σε έσπρωξε το ίδιο το σύστημα, σε βάζει στο στόχαστρο. Η νομιμότητα του κεφαλαίου μετατρέπει σε έγκλημα τη φτώχεια και την αναπηρία, αποδεικνύοντας ότι, για τους νόμους τους, η αξία ενός κλεμμένου αγροτικού οχήματος, λίγης βενζίνης ή η “συμμόρφωση με τις οδηγίες τους” είναι απείρως μεγαλύτερη από την αξία της ζωής ενός προλετάριου, ενός Ρομά, ή ενός αυτιστικού νέου. Στο Άργος δεν δολοφονήθηκε το «έγκλημα». Δολοφονήθηκε η απόγνωση, η φτώχεια και το διαφορετικό.
Το μέγεθος του κοινωνικού κανιβαλισμού και της θεσμικής συγκάλυψης συμπυκνώθηκε με τον πιο εμετικό τρόπο στις δηλώσεις του δημάρχου Άργους-Μυκηνών, Γιάννη Μαλτέζου. Εκπροσωπώντας επάξια τον ρόλο του τοπικού αστικού κράτους, ο δήμαρχος έσπευσε να ξεπλύνει τους ένστολους δολοφόνους, χαρακτηρίζοντάς τους «οικογενειάρχες με 20 χρόνια έντιμης υπηρεσίας», για να ρίξει αμέσως μετά το φταίξιμο στη μητέρα του αυτιστικού θύματος, εγκαλώντας την επειδή τον άφηνε να κυκλοφορεί. Η χυδαιότητα της εξουσίας σε όλο της το μεγαλείο: το κράτος που δολοφονεί, ρίχνει την ευθύνη στις οικογένειες που δεν έκρυψαν την αναπηρία των παιδιών τους στο σπίτι για να μην «ενοχλούν» την καπιταλιστική κανονικότητα. Επιτιθέμενος μάλιστα στην απόφαση προφυλάκισης, απέδειξε ότι οι τοπικοί άρχοντες απαιτούν πλήρη ασυλία για τα ένοπλα σώματα. Και για να δέσει το ακροδεξιό, κατασταλτικό του αφήγημα, επιστράτευσε τον κλασικό μικροαστικό μπαμπούλα της ιδιοκτησίας, προειδοποιώντας ξεδιάντροπα ότι αν τιμωρούνται οι αστυνομικοί «αύριο ο κλέφτης θα είναι μέσα στο σπίτι μας».
Το Θέατρο της Αστικής Δικαιοσύνης: Από τις σφαίρες στους αλγόριθμους
Μετά τη δολοφονία, ξεκινάει η δεύτερη φάση του έργου: το ξέπλυμα. Ήδη οι ανακριτές, οι βαλλιστικές εξετάσεις, οι ΕΔΕ και οι ειδικοί πραγματογνώμονες στήνουν το κάδρο της νομικής συγκάλυψης. Αναζητούνται αγωνιωδώς τα ελαφρυντικά που θα ρίξουν τους ένστολους δολοφόνους στα μαλακά: θα ακούσουμε ξανά για «εξοστρακισμούς», για «άμυνα», για «έννομο φόβο», για «δύσκολες συνθήκες καταδίωξης».
Ως κομμουνιστές και επαναστάτες δεν τρέφουμε καμία απολύτως αυταπάτη. Η αστική δικαιοσύνη δεν είναι τυφλή· τα μάτια της είναι στραμμένα στη διαφύλαξη της ταξικής κυριαρχίας. Είναι το ίδιο νομικό πλυντήριο που έβγαλε λάδι τους δολοφόνους του Νίκου Σαμπάνη, του Κώστα Φραγκούλη, του Χρήστου Μιχαλόπουλου, του Βασίλη Μάγγου. Η ατιμωρησία αυτών των εγκλημάτων λειτουργεί ως το διαρκές «πράσινο φως» του κράτους προς τους ένστολους: «Συνεχίστε να πυροβολείτε, σας καλύπτουμε».
Σε αυτή ακριβώς τη λειτουργία του κράτους (που ξεπλένει τον δικό του ένοπλο βραχίονα) εγγράφεται και η υποκρισία γύρω από τη Marfin. Από τη φυσική εξόντωση του «περιθωρίου» στο Άργος, περνάμε στην ηλεκτρονική και νομική εξόντωση του «εσωτερικού εχθρού». Η υποκρισία του κράτους ξεπερνά κάθε όριο. Χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τους νεκρούς εργαζόμενους της τράπεζας (αφού πρώτα φρόντισαν στα δικαστήρια να βγάλουν λάδι τα αφεντικά και τους τραπεζίτες για τις συνθήκες-παγίδα θανάτου στον εργασιακό χώρο), την ίδια ακριβώς στιγμή που εκτελούν με 13 σφαίρες ένα παιδί. Ο στόχος είναι διπλός: από τη μία, να εξαφανιστεί η κρατική δολοφονία του Άργους από τα πρωτοσέλιδα. Από την άλλη, να δικαιολογηθεί η στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας. Για να νομιμοποιήσει την παρουσία των ομάδων ΔΙΑΣ και ΟΠΚΕ ως στρατού κατοχής στις γειτονιές, το κράτος έχει διαρκή ανάγκη τον μπαμπούλα της «τρομοκρατίας» και την ενοχοποίηση συλλήβδην του ριζοσπαστικού/αναρχικού χώρου.
Για να δέσει αυτόν τον αντιπερισπασμό, η ΕΛ.ΑΣ. επιστρατεύει το Machine Learning (Μηχανική Μάθηση), πλασάροντάς το ως την υπέρτατη, «ουδέτερη» απόδειξη ενοχής. Αυτό είναι ένα κολοσσιαίο, ταξικό ψέμα. Η Μηχανική Μάθηση στα χέρια της Ασφάλειας δεν είναι επιστήμη, είναι ταξικό όπλο, εκπαιδευμένο πάνω στις πολιτικές προκαταλήψεις των δημιουργών του.
Η μαθηματική και στατιστική πραγματικότητα, την οποία το κράτος αποκρύπτει σκόπιμα, αποδομεί πλήρως τα επερχόμενα κατηγορητήρια. Όπως έχει αναλύσει εκτενώς ο διακεκριμένος ερευνητής Gerd Gigerenzer (μελετώντας το παράδοξο των ιατρικών τεστ αλλά και τη λεγόμενη πλάνη του βασικού ποσοστού – base rate fallacy), όταν αναζητάς ένα εξαιρετικά σπάνιο γεγονός μέσα στον γενικό πληθυσμό (είτε αυτό είναι μια σπάνια μορφή καρκίνου, είτε ο εντοπισμός ενός συγκεκριμένου δράστη ανάμεσα σε εκατομμύρια πολίτες 16 χρόνια μετά), τα μαθηματικά είναι αμείλικτα: τα Ψευδώς Θετικά (False Positives) αποτελέσματα είναι πάντοτε υπερπολλαπλάσια των Αληθώς Θετικών (True Positives).

Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι ένας αλγόριθμος αναγνώρισης προσώπου έχει θεωρητική ακρίβεια 99%, όταν εφαρμόζεται σε ένα τεράστιο δείγμα βίντεο και φωτογραφιών του γενικού πληθυσμού προσπαθώντας να βρει ένα γεγονός με ελάχιστη πιθανότητα εμφάνισης, η απόλυτη πλειοψηφία όσων “ταυτοποιεί” ως υπόπτους είναι επιστημονικά δεδομένο ότι θα είναι αθώοι. Η αποκαλούμενη «Πλάνη του Εισαγγελέα» (Prosecutor’s Fallacy) χτίζεται ακριβώς πάνω στην άγνοια των πιθανοτήτων: βαφτίζουν μια μαθηματική/αλγοριθμική σύμπτωση ως «αδιάσειστο στοιχείο».
Τα επερχόμενα κατηγορητήρια είναι επιστημονικά σκουπίδια. Το κράτος το γνωρίζει καλά αυτό. Σκοπός της Αλγοριθμικής Καταστολής δεν είναι η ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά το «ψάρεμα», η δημιουργία υπόπτων, η πολύχρονη ομηρία αγωνιστών στα δικαστήρια και η παραγωγή επικοινωνιακού θεάματος. Η αστική δικαιοσύνη, θωρακισμένη πίσω από τον στατιστικό αναλφαβητισμό των δικαστών και την ταξική της φύση, ετοιμάζεται να νομιμοποιήσει αυτές τις διώξεις ως “σύγχρονη επιστήμη”, την ίδια ώρα που “βαλλιστικές” και ΕΔΕ στήνονται για να ξεπλύνουν τους αστυνομικούς στο Άργος (αναζητώντας «εξοστρακισμούς» και «άμυνα»).
Γι’ αυτό, δεν παρακαλάμε τους αστούς δικαστές για δικαίωση. Δεν περιμένουμε τίποτα από τους θεσμούς τους. Απαιτούμε την παραδειγματική τιμωρία των φυσικών και ηθικών αυτουργών της εκτέλεσης, ως πολιτικό επίδικο που θα επιβληθεί μόνο μέσα από την αμείλικτη πίεση του μαζικού κινήματος στους δρόμους.
Προληπτική Αντεπανάσταση και Στρατός Κατοχής
Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα σημείο: στο δόγμα της «Προληπτικής Αντεπανάστασης». Γιατί όμως το κράτος αγριεύει με τέτοιο ρυθμό; Η ένταση της κρατικής καταστολής και οι συχνές εν ψυχρώ εκτελέσεις δεν είναι ένα ιδεολογικό καπρίτσιο ούτε αποτέλεσμα «ελλιπούς εκπαίδευσης». Αποτελούν τη στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου στην εποχή της δομικής του κρίσης. Ο καπιταλισμός, ανήμπορος να δώσει λύσεις στις τεράστιες αντιφάσεις του, αντιμέτωπος με τη φτωχοποίηση, τον πληθωρισμό, την υποτίμηση της εργατικής δύναμης και τον κίνδυνο γενικευμένης πολεμικής ανάφλεξης, γνωρίζει πολύ καλά τι έρχεται. Ξέρει ότι η ταξική πόλωση θα γεννήσει αναπόφευκτα κοινωνικές εκρήξεις.
Γι’ αυτό οι μηχανοκίνητες ομάδες της ΕΛ.ΑΣ. (ΔΙΑΣ, ΟΠΚΕ, ΔΡΑΣΗ, ΜΑΤ) δεν βρίσκονται στους δρόμους για να πατάξουν το (συχνά διαπλεκόμενο με την ίδια την αστυνομία) οργανωμένο έγκλημα. Λειτουργούν αποκλειστικά ως στρατός κατοχής στις γειτονιές. Ο ρόλος τους είναι να τρομοκρατούν τη νεολαία και τους εργαζόμενους, να επιβάλλουν τον φόβο και την υποταγή στα πιο εξαθλιωμένα στρώματα. Η λογική είναι καθαρή: αν μπορούν να αδειάζουν 13 σφαίρες σε έναν αυτιστικό νέο μένοντας ατιμώρητοι και, ταυτόχρονα, να στήνουν ψηφιακές σκευωρίες μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, τότε αύριο θα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν στην απεργία, στην κατάληψη, στο εργατικό οδόφραγμα.
Μπροστά σε αυτή τη βαρβαρότητα, η στάση της ρεφορμιστικής, κοινοβουλευτικής αριστεράς αποδεικνύεται εγκληματικά επικίνδυνη. Οι εκκλήσεις για «καλύτερη εκπαίδευση της αστυνομίας» ή για «εκδημοκρατισμό των Σωμάτων Ασφαλείας» σπέρνουν θανατηφόρες αυταπάτες στο κίνημα. Από το Μαρξ έχουμε μάθει, ότι το κράτος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός που “εξυγιαίνεται”. Η αστυνομία είναι ο ένοπλος πυρήνας της αστικής εξουσίας. Το κράτος και οι μηχανισμοί του, είτε κρατούν πιστόλια είτε τρέχουν κώδικα, έχουν τον ίδιο ταξικό σκοπό. Δεν μπορείς να εκπαιδεύσεις την αστυνομία να μην πυροβολεί φτωχούς και περιθωριοποιημένους, γιατί ακριβώς αυτός είναι ο ιστορικός της σκοπός. Η αστυνομία του κεφαλαίου δεν εκδημοκρατίζεται, συντρίβεται.
Ταξική Αυτοάμυνα σε κάθε πεδίο
Η απάντηση στις σφαίρες της αστυνομίας, στην τρομοκρατία των γειτονιών μας, στον διπλό αποκλεισμό της φτώχειας και της αναπηρίας, δεν θα έρθει μέσα από τα νομικά γραφεία ή τα αστικά δικαστήρια. Θα δοθεί στον δρόμο, με την αυτοοργάνωση της τάξης μας. Το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα πρέπει να θέσει άμεσα στο επίκεντρο του αγώνα την οργάνωση της ταξικής αυτοάμυνας. Να συγκροτήσει επιτροπές αγώνα στις γειτονιές, στα σχολεία, στις σχολές και στους χώρους δουλειάς. Η κρατική βία πρέπει να βρίσκει απέναντί της ένα οργανωμένο, μαζικό και συγκρουσιακό τείχος.
Ταυτόχρονα, προτάσσουμε αταλάντευτα τα άμεσα, μεταβατικά αιτήματα, όχι ως αυτοσκοπό που θα «διορθώσει» το σύστημα, αλλά ως αναγκαία βήματα κλιμάκωσης της συνολικής μας σύγκρουσης:
-
Άμεση διάλυση όλων των ειδικών μηχανοκίνητων μονάδων καταστολής (ΔΙΑΣ, ΟΠΚΕ, ΔΡΑΣΗ, ΜΑΤ). Είναι τα τάγματα εφόδου του αστικού κράτους.
-
Αφοπλισμός της αστυνομίας.
-
Έξω η αστυνομία από τις γειτονιές, τους εργασιακούς χώρους, τα πανεπιστήμια.
-
Μπλόκο στην Αλγοριθμική Καταστολή και το ψηφιακό φακέλωμα αγωνιστών.
Κανένας αγώνας ενάντια στην κρατική καταστολή δεν μπορεί να είναι νικηφόρος, αν δεν στοχεύει στη ρίζα του προβλήματος: στην ανατροπή του καπιταλισμού, τη συντριβή του αστικού κράτους και την αντικατάστασή του από την εξουσία των ίδιων των εργαζομένων.
Μόνο τότε το αίμα που χύνεται στους δρόμους θα βρει τη δικαίωσή του.
Να μην συνηθίσουμε τον θάνατο. Να οργανώσουμε την αντεπίθεση της τάξης μας!









