Ξημερώματα Κυριακής 23 Αυγούστου, η 45χρονη Julieta πυροβολείται και χάνει τη ζωή της από τον πρώην σύντροφό της στη Νέα Σμύρνη. Μια ακόμη δολοφονημένη γυναίκα προστέθηκε στον κατάλογο του 2026, ένα σώμα ακόμη εγγράφηκε στον κατάλογο εκείνων που λόγω του φύλου τους κρίθηκαν ανάξια να επιβιώσουν και να ζήσουν. Λίγα 24ωρα μετά, μια ακόμη γυναικοκτονία, η δέκατη για το 2026, γνωστοποιείται. Μια 44χρονη γυναίκα δολοφονείται με μαχαίρι στη Ροδόπη από τον 53χρονο σύζυγό της μπροστά στα παιδιά τους, με τον ίδιο στη συνέχεια να επιχειρεί να αυτοκτονήσει.
Οι γυναίκες αυτές έχασαν την ζωή τους, ακριβώς επειδή είναι γυναίκες. Οι δολοφόνοι τους δεν είναι εξωγήινοι. Είναι κομμάτι μιας κοινωνίας που έχει οικοδομηθεί πάνω στην πεποίθηση ότι οι γυναικείες ζωές αξίζουν λιγότερο, ότι είναι κτήμα ενός άντρα ο οποίος πρέπει να τις ελέγχει, να τις καταστέλλει όταν βγαίνουν εκτός του ελέγχου τους και στην έσχατη περίπτωση, όταν δεν μπορεί να ασκηθεί πια αυτός ο έλεγχος, μπορεί να αφαιρέσει αυτές τις ζωές.
Την ίδια περίοδο έρχονται στη δημοσιότητα υποθέσεις γυναικών, που ήρθαν αντιμέτωπες με την έμφυλη βία. Από τη σύζυγο του αστυνομικού στη Θεσσαλονίκη μέχρι τη νεαρή γυναίκα στην Καλλιθέα, τέτοιες περιπτώσεις φανερώνουν ότι οι γυναικοκτονίες δεν πέφτουν από τον ουρανό, αλλά είναι η ακραία έκφανση της βίας που υπάρχει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό παντού γύρω μας. Πρόκειται για ένα κοινωνικό πρόβλημα, όχι για μεμονωμένα περιστατικά. Κι όμως, πολλές γυναίκες θα είχαν σωθεί αν υπήρχε ένα πλαίσιο προστασίας και υποστήριξής τους.
Ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να μας πείσει ότι εγγυάται την ασφάλεια μας με την αστυνομοκρατία και την αύξηση των ποινών για τους θύτες, και ενώ η αστυνομία προτρέπει τα θύματα να μιλούν και να καταγγέλλουν την βία που υφίστανται, περιπτώσεις σαν αυτή της Κυριακής Γρίβα αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο. Η φράση «το περιπολικό δεν είναι ταξί» μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μας για την απροθυμία της αστυνομίας να πιστέψει τα θύματα και να τα προστατέψει. Επιπλέον, η καταγγελία της 19χρονης για τον βιασμό της μέσα στο Α.Τ. Ομόνοιας δείχνει ότι η αστυνομία μπορεί να είναι η ίδια ο φορέας της κακοποίησης.
Σε όλη τη χώρα αυτή τη στιγμή υπάρχουν 44 συμβουλευτικά κέντρα και 20 ξενώνες, με τη χρηματοδότηση συνδεδεμένη με ευρωπαϊκά προγράμματα με ημερομηνία λήξης. Σε αυτές τις δομές οι προσλήψεις μόνιμου προσωπικού δεν αποτελούν «επιλέξιμη δαπάνη» και γι’ αυτό υπολειτουργούν. Το δίκτυο δομών υποστήριξης των θυμάτων και των επιζωσών είναι εντελώς ανεπαρκές. Όταν πρόκειται για μητέρες ειδικά, το νομικό πλαίσιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας που ισχύει με το νόμο Τσιάρα τα 5 τελευταία χρόνια καθιστά τις γυναίκες ομήρους στα χέρια κακοποιητικών συζύγων.
Απέναντι σε αυτή τη συνεχή έξαρση της βίας και την κοινωνική ανοχή που συχνά τη συνοδεύει, οφείλουμε να προτάξουμε την αλληλεγγύη μας. Να οικοδομήσουμε ένα φεμινιστικό κίνημα που θα διεκδικήσει ουσιαστική κοινωνική προστασία από την κακοποίηση. Που θα παλέψει για τη νομική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» ώστε να μην συσκοτίζεται ο λόγος για τον οποίο δολοφονούνται οι γυναίκες από τους πρώην και νυν συντρόφους τους, μέχρι την δημιουργία δημόσιων συμπεριληπτικών δομών και ξενώνων. Το φεμινιστικό κίνημα πρέπει να βρεθεί ξανά στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης με όρους μαζικούς και μαχητικούς. Να γίνει η συλλογική έκφραση και ενδυνάμωση για κάθε γυναίκα και θηλυκότητα που υφίσταται βία.
Η περίοδος της κρίσης και του πολέμου φέρνει στην επιφάνεια μία σύγχρονη μορφή του δόγματος «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια» και θέτει υπό αμφισβήτηση ένα ένα όλα τα κεκτημένα του γυναικείου και του ΛΟΑΤΚΙΑ+ κινήματος. Γυναίκες και θηλυκότητες δεν θα ζήσουμε στα ασφυκτικά καλούπια που επιβάλλονται. Δεν θα συνηθίσουμε την κανονικότητα να μαθαίνουμε καθημερινά για ακόμα μία αδερφή μας που χάθηκε.
“Καμία μόνη – καμία λιγότερη!”
“Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας!”









