Μια Οφειλόμενη Απάντηση
Όταν έγραφα το άρθρο «Για την ΟΚΔΕ της Μεταπολίτευσης», που αναδημοσιεύεται παρακάτω και πρωτοδημοσιεύτηκε στο Σπάρτακο no 142, τον Απρίλιο του 2025, ασφαλώς δεν φιλοδοξούσα να γράψω την ιστορία της ΟΚΔΕ. Ούτε καν μια «σύντομη σκιαγράφησή» της. Έγραψα γι’ αυτό που θεώρησα, ότι ενδιαφέρει σήμερα: μια κριτική αποτίμηση της πολιτικής, του χαρακτήρα και του ρόλου της μέσα στο ραγδαία εξελισσόμενο κοινωνικοπολιτικό τοπίο των 2-3 πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Πιο συγκεκριμένα, του ρόλου της στο εργατικό και το φοιτητικό κίνημα, όπως αυτά έβγαιναν από την εφτάχρονη δικτατορία και μορφοποιούνταν μέσα στις νέες συνθήκες, όπως εγώ τουλάχιστον τον αντιλήφθηκα, σαν ένα απλό μέλος της ενιαίας τότε οργάνωσης και όπως μπορώ σήμερα να αποτιμήσω, από την απόσταση του μισού αιώνα.
Δεν μπορούσα όμως να φανταστώ ότι το άρθρο μου θα προκαλούσε, δέκα μήνες αργότερα, μια τόσο εμπαθή και επιθετική απάντηση από το ιστορικό ηγετικό στέλεχος της ΟΚΔΕ-Εργατική Πάλη, τον Σωφρόνη Παπαδόπουλο (Σ.Π.), με τη μορφή μάλιστα μιας μακροσκελούς, «Σύντομης Σκιαγράφησης της Ιστορίας της ΟΚΔΕ». Μιας «σκιαγράφησης» που, εκτός από τα πολλά κοσμητικά επίθετα για το άρθρο και τον αρθρογράφο, περιλαμβάνει και δηλητηριώδεις χαρακτηρισμούς για στελέχη της ενιαίας τότε οργάνωσης, κάποια από τα οποία δεν βρίσκονται στη ζωή! Έτσι, στη σημερινή ζοφερή συγκυρία που κυριαρχούν η κλιμάκωση των ανθρωποσφαγών και η βαρβαρότητα των ιμπεριαλιστικών πολεμικών επιχειρήσεων, η απειλούμενη αναζωπύρωση μιας καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και η οικολογική κατάρρευση, είμαστε υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε και με τις σκιαμαχίες της «Ιστορίας» του Σ.Π..
Ωστόσο, η εξιστόρηση των οργανωτικών λεπτομερειών και των προσωπικών διαδρομών των αγωνιστών που εντάχθηκαν στην ΟΚΔΕ κατά διάφορες περιόδους, έχει τη σημασία της για τη σύνθεση της ιστορίας της οργάνωσης και γενικότερα του ρεύματος του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα. Επομένως μια σχετική μαρτυρία από την πλευρά του Σ.Π., ακόμη και αν αυτή περιέχει υβριστικούς χαρακτηρισμούς, θα ήταν πολύ χρήσιμη για την πρωτογενή ιστορική έρευνα, δεδομένου του αναμφισβήτητα σημαντικού προσωπικού του ρόλου στην πορεία και τη διαμόρφωση της οργάνωσης, αλλά και γενικότερα του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί να έχει σχηματίσει ο καθένας για αυτόν τον ρόλο.
Δυστυχώς όμως, η «Σύντομη Σκιαγράφηση της Ιστορίας της ΟΚΔΕ» κάθε άλλο παρά μας προσφέρει μια θετική συμβολή για τη σύνθεση αυτής της ιστορίας. Εκτός από τις εσωτερικές λογικές αντιφάσεις που περιέχει το κείμενο, περιέχει επίσης ένα πλήθος από αθέλητες ίσως ανακρίβειες ή ηθελημένες δυστυχώς διαστρεβλώσεις. Το μόνο που μπορεί να προσφέρει προς τους νεότερους που θα ενδιαφερθούν συστηματικά για την ιστορία της ΟΚΔΕ είναι η σύγχυση και η συσκότιση των γεγονότων. Αυτό που μένει σαν τελική εντύπωση σε έναν σημερινό νεότερο αναγνώστη, δεν είναι άλλο από την απωθητική εικόνα μίζερων αντιπαραθέσεων και θλιβερών προσωπικών ανταγωνισμών ανάμεσα σε ανθρώπους που, κατά τα άλλα, έχουν αφιερώσει τη ζωή τους πιστεύοντας ότι υπηρετούν έναν δίκαιο, ανώτερο, πανανθρώπινο σκοπό.
Ευτυχώς όμως, χάρις στην επίπονη και επίμονη δουλειά κάποιων συντρόφων, έχουν διασωθεί αρκετά αδιαμφισβήτητα τεκμήρια: κείμενα, εφημερίδες, περιοδικά, αλλά και αξιόπιστες, διασταυρωμένες προσωπικές αφηγήσεις και μαρτυρίες. Υπάρχουν σήμερα σύντροφοι που ασχολούνται σοβαρά και συστηματικά με την ιστορία του επαναστατικού κινήματος και την τεκμηρίωσή της, συλλέγοντας με κόπο και επιμονή τις διάσπαρτες ψηφίδες για να την συνθέσουν με έναν αξιόπιστο τρόπο. Άλλωστε η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας είναι πάντα ένα καθήκον του ρεύματός μας που πρέπει, εκτός των άλλων, διαρκώς να παλεύει με τα βουνά από τις σταλινικές συκοφαντίες και διαστρεβλώσεις.
Από τη μεριά μας, θα αγνοήσουμε τους υβριστικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς με τους οποίους μας στόλισε ο Σ.Π. και θα σταχυολογήσουμε μερικές από τις ανακρίβειες και τις διαστρεβλώσεις της «Σύντομης Σκιαγράφησης της Ιστορίας της ΟΚΔΕ» για να δώσουμε κάποιες απαντήσεις :
1.
Γράφει ο Σ.Π. : «Το ΚΔΚΕ την μεταπολίτευση … δεν είχε πια υπό τον έλεγχό του –όπως λανθασμένα αναφέρει ο Ν.Τ.– το σωματείο των Λιθογράφων (οι εισοδιστές κατάφεραν να το δωρίσουν στο ΠΑΣΟΚ …)
Άθελά του, ο Σ.Π. επιβεβαιώνει έμμεσα αυτό που αναφέρω στο «κατάπτυστο» άρθρο μου: «… Εξαίρεση ίσως αποτελούσε η περίπτωση του μικρού κλάδου των λιθογράφων όπου η διαρκής παρουσία των τροτσκιστών συνδικαλιστών είχε κατορθώσει ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες να κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των εργατών και να δημιουργήσει μια ισχυρή παράδοση μαχητικού συνδικαλισμού με σημαντικές κατακτήσεις.»
Η ΟΚΔΕ της μεταπολίτευσης μπορεί πράγματι να μην είχε τον έλεγχο του σωματείου των λιθογράφων (κάτι που ασφαλώς δεν ισχυρίστηκα), τον είχαν όμως συνδικαλιστές που εξακολουθούσαν να ανήκουν στο τροτσκιστικό ρεύμα, ανεξάρτητα από τις λαθεμένες ή όχι, τακτικές επιλογές τους.
Η ΟΚΔΕ της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης, είχε ωστόσο μια δυναμική και διαρκή παρέμβαση σε αυτό το σωματείο με επικεφαλής το ιστορικό ηγετικό της στέλεχος, τον Γιάννη Φελέκη. Ανεξάρτητα από τις επί μέρους πολιτικές διαφορές, ο Γιάννης Φελέκης αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα μέσα στο τροτσκιστικό ρεύμα, αλλά και πέρα από αυτό, σαν ένας αφοσιωμένος επαναστάτης διεθνιστής, αντιδικτατορικός αγωνιστής και οπωσδήποτε ο εκδότης της Εργατικής Πάλης, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Της εφημερίδας που εκδόθηκε αμέσως μετά από την πτώση της χούντας γνωρίζοντας μια μεγάλη κυκλοφορία.
Η εξαφάνιση του ονόματος του Γιάννη Φελέκη από τη «Σύντομη Σκιαγράφηση της Ιστορίας της ΟΚΔΕ» του Σ. Π., και του σημαντικού ρόλου που αυτός έπαιξε στην ενιαία ΟΚΔΕ της μεταπολίτευσης είναι ένα εντελώς απαράδεκτο γεγονός. Το τροτσκιστικό ρεύμα αγωνίστηκε σκληρά ενάντια στις σταλινικές μεθόδους των ιστορικών κατασκευών και της εξαφάνισης προσώπων ανάλογα με το αφήγημα που εξυπηρετεί την εκάστοτε γραφειοκρατική ηγεσία.
2
Γράφει ο Σ.Π. : «Ο θάνατος του πολύτιμου και αξιοσέβαστου συντρόφου Λάζαρου Τουρνόπουλου το 1974, είχε τελειώσει αγωνιστικά όποιες σχέσεις υπήρχαν ακόμη με παλιούς».
Ο Λάζαρος Τουρνόπουλος δεν πέθανε το 1974 όπως γράφει ο Σ.Π. αλλά στα τέλη Φεβρουαρίου του 1973, δηλαδή πολλούς μήνες πριν να πέσει η χούντα και φυσικά πολλούς μήνες πριν από την συγκρότηση της ΟΚΔΕ. Όμως ο Σ.Π. δεν αναφέρει τον ιδιαίτερο ρόλο του επίσης πολύτιμου και αξιοσέβαστου συντρόφου Χρήστου Αναστασιάδη και του κύκλου του παλιών συντρόφων με τους οποίους αυτός επίσης διατηρούσε σταθερές επαφές τα προηγούμεν
α χρόνια. Αυτοί οι παλιοί σύντροφοι του κύκλου του Χ. Αναστασιάδη περιέργως δεν έχουν καμιά θέση στο αφήγημα του Σ.Π. σχετικά με την ίδρυση της ΟΚΔΕ!
Ούτε και θέλει να μας διαφωτίσει για το ποια ήταν, τέλος πάντων, τα υπόλοιπα τρία από τα έξι ιδρυτικά μέλη (εκτός δηλαδή του ίδιου και των δύο που σήμερα δεν ζουν: Χ. Αναστασιάδη και Σ. Χούτου). Πολύ πιο κάτω, στην παράγραφο 4 θα αναφέρει απλώς ότι τα τρία από τα έξι μέλη ήταν φοιτητές!
Ωστόσο, όπως αναφέρει σε άλλο σημείο, «σχεδόν αμέσως [μετά την ιδρυτική Συνδιάσκεψη] προσχώρησαν στην οργάνωση σύντροφοι που είχαν παλέψει ενάντια στο χουντικό καθεστώς και είχαν καταδικαστεί σε βαρύτατες ποινές …». Αυτούς, ο Σ.Π., προφανώς δεν τους κατατάσσει στον «ιδρυτικό πυρήνα» της οργάνωσης αφού δεν πρόλαβαν να πάρουν μέρος στη «Συνδιάσκεψη των 6».
3
Γράφει ο Σ.Π. : « Το 1963, μια αρκετά μεγάλη ομάδα θα διασπαστεί [από το ΚΔΚΕ] και θα δημιουργήσει την Εργατική Διεθνιστική Ένωση (ΕΔΕ, το 1985, ένα κομμάτι του μετονομάστηκε σε ΕΕΚ/Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα, ένα άλλο θα πάει ΚΚΕ Εσωτερικού – Ανανεωτική Αριστερά.»
Στην πραγματικότητα, η ΕΔΕ (μετέπειτα ΕΕΚ) θα σχηματιστεί από την ενοποίηση μιας ομάδας που διασπάστηκε από το ΚΔΚΕ με επικεφαλής τον Τούμπανη και μιας ομάδας με επικεφαλής τον Λουκά Καρλιάφτη. Ουδέποτε υπήρξε κάποια ομάδα που διασπάστηκε από την ΕΔΕ για να προσχωρήσει στο ΚΚΕεσ-ΑΑ.
4
Γράφει ο Σ.Π.: «Από το 1964 μέχρι την επιβολή της δικτατορίας το 1967, το ΚΔΚΕ θα γνωρίσει μια σχετική ανάπτυξη, …., θα συγκροτήσει μια σημαντική φοιτητική παρέμβαση, θα αναδιοργανώσει την εργατική παρέμβαση κ.λπ.»
Σύμφωνα με όλα τα τεκμήρια και τις μαρτυρίες επιζώντων συντρόφων εκείνης της εποχής ποτέ δεν υπήρξε, από το 1964 μέχρι την επιβολή της δικτατορίας, μια σημαντική φοιτητική παρέμβαση του ΚΔΚΕ στους φοιτητές, εκτός φυσικά από μεμονωμένες περιπτώσεις.
Όπως αναφέρω στο «κατάπτυστο» άρθρο μου, «…οι εκδόσεις βιβλίων των Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Πουλιόπουλου, Μαντέλ θα γνωρίσουν μια μεγάλη κυκλοφοριακή άνθιση [κυρίως στο φοιτητικό κοινό] κατά την περίοδο 1971-2, χάρη σε μια ιδιοτροπία των συνθηκών της τότε πολιτικής συγκυρίας, με την απόπειρα φιλελευθεροποίησης του δικτατορικού καθεστώτος, τη μερική ελευθεροτυπία των θεωρητικών εκδόσεων, την ουσιαστική απουσία δράσης των ΚΚ και την εμφάνιση ενός αυτοοργανωμένου φοιτητικού κινήματος που για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα έπαιξε έναν πρωτοποριακό ρόλο». Για την κυκλοφοριακή αυτή άνθιση των έργων του επαναστατικού μαρξισμού κατά την περιόδο 1971-2, πρέπει να προσθέσουμε, ότι πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι εκδόσεις «Νέοι Στόχοι».
5
Γράφει ο Σ.Π. : «Μετά τη Μεταπολίτευση, πέρα από το ΚΔΚΕ υπήρχαν τρεις ακόμη μεγαλύτερες ομάδες (Σοσιαλιστική Προοπτική, ομάδα γύρω από τις εκδόσεις Νέοι Στόχοι, ομάδα γύρω από τον σκηνοθέτη Π. Τάσιο), που «ανήκαν» ή «έκλιναν» προς στο ρεύμα της Ενιαίας Γραμματείας …».
Μετά τη μεταπολίτευση δεν υπήρξε καμιά ομάδα με το όνομα Σοσιαλιστική Προοπτική, αλλά μια ομάδα με το όνομα ΣΕΕ (Σοσιαλιστική Επαναστατική Ένωση) με επικεφαλής τον Βερούχη που εξέδιδε την εφημερίδα Μάχιμα Φύλλα. Δεν υπήρξε επίσης καμιά, τουλάχιστον γνωστή, τροτσκιστική ομάδα γύρω από τον σκηνοθέτη Τάσιο.
6
Στη συνέχεια ο Σ.Π. επιδίδεται σε μια αφήγηση της περιόδου της μεταπολίτευσης τόσο συγχυσμένη που μας είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να την παρακολουθήσουμε: Από τα «6 ιδρυτικά μέλη» που συνέρχονται για πρώτη φορά στην 1η Συνδιάσκεψη και δημιουργούν «γραφεία» εργαζομένων, φοιτητών κλπ., η οργάνωση θα αναπτυχθεί με τέτοιο ραγδαίο ρυθμό ώστε «μέσα σε ένα-ενάμιση χρόνο θα γίνει η ισχυρότερη οργάνωση και αριθμητικά [!] … οι συσχετισμοί [μέσα στην Άκρα Αριστερά] θα αλλάξουν [!!] με την προσθήκη της Β’ Πανελλαδικής το 1978-79, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με το Δίκτυο για τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα και το 1989 με τη διάσπαση της ΚΝΕ και τη δημιουργία του Νέου Αριστερού Ρεύματος …» Αναρωτιέται κανείς αν δεν πρόκειται για κάποιο παραλήρημα.
7
Όσον αφορά τη γρήγορη συγκέντρωση «σημαντικού αριθμού φοιτητών», για όποιον έχει μια αμυδρή έστω εικόνα του μεγέθους των φοιτητικών παρατάξεων, των μπλοκ των οργανώσεων που κατέβαιναν στους δρόμους, των αποτελεσμάτων των φοιτητικών εκλογών εκείνης της περιόδου, δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε περισσότερο.
Αρκεί να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στη σχολή μηχανολόγων-ηλεκτρολόγων του ΕΜΠ, στην οποία τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης φοιτούσαν ακόμη πολλά σημαντικά στελέχη του φοιτητικού αντιδικτατορικού κινήματος, κομματικά ανένταχτα, και ένας μεγάλος αριθμός επίσης κομματικά ανένταχτων πολιτικοποιημένων φοιτητών, πολλοί από τους οποίους είχαν έρθει σε κάποια επαφή με την παράδοση του επαναστατικού μαρξισμού την περίοδο 1971-72, η παράταξη της ΣΣΠ στις φοιτητικές εκλογές τον Δεκέμβριο του 1975 συγκέντρωνε μόλις 11 ψήφους. Σε καμία άλλη σχολή του ΕΜΠ η ΟΚΔΕ δεν κατέβασε ψηφοδέλτιο.
Στη Θεσσαλονίκη, στις ίδιες εκλογές του 1975, όπως έχουν καταγραφεί στο Αποθετήριο Φοιτητικών Εκλογών του ΑΠΘ, στο σύνολο των 13.105 ψηφισάντων σε όλες τις σχολές, η ΣΣΠ συγκέντρωσε μόλις 70 ψήφους, δηλαδή ποσοστό 0,5%. Μια επίδοση που ασφαλώς σε καμιά περίπτωση δεν δικαιολογεί τις θριαμβολογίες του Σ.Π. ΣΗΜ [1]
8
Γράφει ο Σ.Π. : Κοντά στην ΟΚΔΕ ή και μέλη της υπήρξαν πολλοί σημαντικοί από τους αξιολογότερους διανοούμενους στη χώρα μας και υπάρχουν αρκετά άρθρα τους στο Μαρξιστικό Δελτίο της Μεταπολίτευσης. Αναφέρουμε μερικούς: Βάσος Βαρίκας, Στέφανος Χατζημιχελάκης, οι Γουδέληδες, η Νίτσα Τσαγανέα, τα αδέλφια Μανόλης Λαμπρίδης και Βύρων Λεοντάρης, ο ηθοποιός (κυρίως θεατρικός) Γιώργος Βρασιβανόπουλος (Μακρονησιώτης), η ηθοποιός (κυρίως θεατρικός) Κατερίνα Γώγου, ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος, ο συγγραφέας – δημοσιογράφος Βαγγέλης Σακκάτος και πολλοί άλλοι.
Είναι τουλάχιστον θλιβερό να βαφτίζονται άνθρωποι που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή σαν μέλη της ΟΚΔΕ, (ή «κοντά στην ΟΚΔΕ») χωρίς στην πραγματικότητα να έχουν κάποια σχέση με την οργάνωση:
Ο σημαντικός κριτικός λογοτεχνίας Βάσος Βαρίκας μας άφησε χρόνους το 1971, δηλαδή τρία ολόκληρα χρόνια πριν να συνέλθει η ιδρυτική 1η Συνδιάσκεψη της ΟΚΔΕ και να εκδοθεί το Μαρξιστικό Δελτίο της μεταπολίτευσης.
Ο λογοτέχνης Στέφανος Χατζημιχελάκης είχε σχέση με τον Δ. Λιβιεράτο και τουλάχιστον μετά το 1980, με τον Λ. Καρλιάφτη.
Τα αδέλφια Γουδέληδες (προφανώς αναφέρεται στην προηγούμενη γενιά των Γουδέληδων), είχαν σχέση με τον κύκλο του Χ. Αναστασιάδη, αλλά ουδεμία οργανωτική σχέση είχαν με την ΟΚΔΕ της μεταπολίτευσης.
Τα αδέλφια, λογοτέχνες, Μανόλης Λαμπρίδης και Βύρων Λεοντάρης, είχαν πάντοτε σχέση με τον κύκλο του Α. Στίνα. Είναι γεγονός ότι κείμενα του Μ. Λαμπρίδη έχουν δημοσιευτεί στο Μαρξιστικό Δελτίο πριν και μετά τη δικτατορία, όπως και στον Σπάρτακο. Ο ίδιος έχει επίσης προλογίσει την ελληνική μετάφραση του έργου του Λ. Τρότσκι, Λογοτεχνία και Επανάσταση.
Η ηθοποιός Νίτσα Τσαγανέα, ουδεμία οργανωτική σχέση είχε με την ΟΚΔΕ ή άλλη γνωστή σχέση με κάποια τροτσκιστική οργάνωση της μεταπολίτευσης. Η Νίτσα Τσαγανέα σύμφωνα με τη γραπτή μαρτυρία του Λουκά Καρλιάφτη συμμετείχε προπολεμικά στην οργάνωση των Αρχειομαρξιστών, στην ΚΟΜΛΕΑ και μάλιστα μαζί με τον Γιώργη Βιτσώρη είχαν επισκεφτεί τον Τρότσκι στην Πρίγκηπο. Είναι πιθανό να διατηρούσε κάποια σχέση με Λ. Καρλιάφτη στη μεταπολίτευση. Ακόμη, σύμφωνα με μαρτυρία της ίδιας της Τσαγανέα φιλοξένησε κάποιες μέρες τον Σέβα Βόλκοφ, τον μικρό εγγονό του Τρότσκι, όταν πέρασε από την Αθήνα κατά το ταξίδι του από την Πρίγκηπο στο Βερολίνο
Ο ηθοποιός, σεναριογράφος και μεταφραστής Γιώργος Βρασιβανόπουλος, ήταν ανένταχτος τροτσκιστής. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί στον Διεθνιστή.
Ο σκηνοθέτης Π. Τάσιος και η ηθοποιός Κατερίνα Γώγου, είχαν πράγματι οργανωθεί στην ΟΚΔΕ, για ένα χρονικό διάστημα προς το τέλος της δεκαετίας του 1970.
Ο Βαγγέλης Σακκάτος, ζούσε κατά βάση στη Γερμανία μέχρι το 1992 και είχε πάντοτε στενή σχέση με τον Χρήστο Αναστασιάδη. ΣΗΜ [2]
9
Είναι δύσκολο επίσης να παρακολουθήσουμε το σκοτεινό, συνωμοσιολογικό σκεπτικό του Σ.Π. σχετικά με ένα σατανικό σχέδιο του μακαρίτη Λίβιο Μαϊτάν, ο οποίος κινητοποίησε όλες τις τάσεις της Διεθνούς (!) ενάντια στην εκλεγμένη ηγεσία της ΟΚΔΕ, προκειμένου να εξαναγκάσει την ενοποίησή της με το ΚΕΜ.
Το ΚΕΜ (Κομμουνιστικό Επαναστατικό Μέτωπο), για να αναδιφήσουμε και πάλι λίγο την ιστορία, προέκυψε το 1976 από την ενοποίηση δύο προηγουμένων οργανώσεων: της ΣΕΕ (Σοσιαλιστική Επαναστατική Ένωση) που προαναφέραμε και της ομάδας «Κομμουνισμός» που είχε συγκροτηθεί ακριβώς από τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που ήρθαν από το εξωτερικό. Επομένως η πολιτική παρουσία πολλών συντρόφων και συντροφισσών που συγκρότησαν το ΚΕΜ μπορούμε να πούμε ότι ήταν συνεχής από την πτώση της χούντας. Το ΚΕΜ θα εκδώσει την εφημερίδα Οδόφραγμα, η οποία θα γινόταν και εφημερίδα της ΟΚΔΕ μετά την ενοποίηση.
Η απόλυτα εχθρική και απαξιωτική άποψη του Σ.Π., για τους συντρόφους και συντρόφισσες που ήρθαν από το εξωτερικό, επιβεβαιώνει μάλλον τους ισχυρισμούς που διατύπωσα στο «κατάπτυστο» άρθρο μου, σχετικά με την έλλειψη κατανόησης, ακόμη και την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι νέες αντιλήψεις (φεμινισμός δεύτερου κύματος) και γενικότερα οι προβληματισμοί που έφερναν από τα νέα ευρωπαϊκά κινήματα. Αρκεί να αναφέρουμε ότι στην ηγετική ομάδα του ΚΕΜ και στη συνέχεια της ενιαίας ΟΚΔΕ, συμμετείχε η Ελένη Βαρίκα, κόρη του Βάσου Βαρίκα, που πέθανε πρόσφατα αφήνοντας ένα πολύ σημαντικό συγγραφικό έργο για τον φεμινισμό.
Η ενοποίηση με την ΚΔΕ, που αναφέρω σε μια παρένθεση στο άρθρο μου, πραγματικά δεν ολοκληρώθηκε όπως γράφει ο Σ.Π. Ωστόσο υπήρξαν σχετικές διεργασίες και θυμάμαι την παρουσία των συντρόφων της ΚΔΕ τόσο στο ενοποιητικό συνέδριο, όσο και σε κοινό μπλοκ στον δρόμο.
Η αποχώρηση στη συνέχεια του «γνωστού άγνωστου» και η δημιουργία της Κομμουνιστικής Λίγκας, δεν θεωρείται από τον Σ.Π. άξια να αναφερθεί ως μία ακόμη διάσπαση της ΟΚΔΕ. Ο «γνωστός άγνωστος» (δηλαδή ο Γ. Φελέκης), αν δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστεί εντελώς από την ιστορία της ΟΚΔΕ, ο ρόλος του πρέπει να συρρικνωθεί και ο ίδιος να εκμηδενιστεί πολιτικά και ηθικά σαν «χυδαίος σαμποταριστής» της οργάνωσης προκειμένου να υπηρετηθεί το αφήγημα του Σ.Π..
10
Ένας ακόμη εντελώς απαράδεκτος χαρακτηρισμός όπως «δύο άθλια υποκείμενα», εκτοξεύεται ανενδοίαστα εναντίον δύο συντρόφων με μεγάλη διαδρομή στο ρεύμα του επαναστατικού μαρξισμού που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή: του Μίμη Καρέλλα και του Άρη Θεοδωρέλου. Για τους αγώνες και τη πολύχρονη προσφορά τους οφείλουμε να σεβόμαστε τη μνήμη τους, ανεξάρτητα από τις όποιες διαφωνίες μας για τις πολιτικές θέσεις και τις επιλογές τους.
Δεν διστάζει ο Σ.Π. να ισχυριστεί ότι η Εξελεγκτική Επιτροπή «ξεπέρασε τις αρμοδιότητές της», όταν αυτή ενήργησε για να ερμηνεύσει και να υπερασπιστεί το Καταστατικό, όπως δηλαδή είναι ακριβώς η αποστολή μιας Εξελεγκτικής και μάλιστα όταν αυτή συγκροτείται από τρεις συντρόφους με μεγάλο κύρος, πολιτική συγκρότηση και αναμφισβήτητη εντιμότητα όπως ο Χρήστος Αναστασιάδης, ο Στέργιος Κατσαρός και ο σύντροφος Σπύρος Πολύζος.
Δεν τολμά να αναφέρει βέβαια, ότι μαζί με τα «δύο άθλια υποκείμενα» συμπαρατάχθηκε όχι μόνο η πλειοψηφία της τότε οργάνωσης, αλλά και ιστορικά στελέχη, όπως οι τρεις παραπάνω σύντροφοι της Εξελεγκτικής για να ενοποιηθούν με την ομάδα της Μαρξιστικής Συσπείρωσης και να δημιουργηθεί η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος-ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς.
Πρέπει ωστόσο, να δηλώσω ότι δεν συμφωνώ (όπως ασφαλώς δεν συμφωνεί και η σημερινή ΟΚΔΕ-Σπάρτακος), με την «εν θερμώ» απόφαση της πλειοψηφίας της τότε ΟΚΔΕ, να εισβάλει νύχτα στα γραφεία για να μεταφέρει το αρχείο της οργάνωσης. ΣΗΜ [3]
Ας μας κατονομάσει όμως ο Σ.Π. έστω και κάποιους από αυτούς τους «πολλούς» που ενώ «με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν συμμετάσχει σε αυτές τις αθλιότητες και φασιστικές πράξεις», στη συνέχεια παραδέχτηκαν το λάθος τους, μετανόησαν πικρά, αλλά δεν τους έδωσε το πολυπόθητο συγχωροχάρτι!
Τα επόμενα χρόνια , ο Σ.Π. κατά παράβαση κάθε δημοκρατικής έννοιας υποστήριξε ότι η ΟΚΔΕ -Εργατική Πάλη αποτελεί τη συνέχεια της ενιαίας ΟΚΔΕ, που παρουσιαζόταν μάλιστα ψευδεπίγραφα και ως «ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς». Η δημόσια εμφάνιση δύο οργανώσεων με τον ίδιο όνομα και τίτλο προκάλεσε και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να προκαλεί τη σύγχυση σε φίλους και την εύκολη χλεύη από τους καλοθελητές, αλλά και τη δυσφήμιση γενικότερα του ρεύματός μας.
11
Στην υποσημείωση [26] του κειμένου του ο Σ.Π. αναφέρεται στον σύντροφο Κώστα Σκορδούλη και παραθέτει με εισαγωγικά μια πρόταση από την τοποθέτηση του στην εκδήλωση για την Ιστορία της ΟΚΔΕ που πραγματοποιήθηκε στη Λέσχη ΟΚΔΕ Σπάρτακος στις 15 Νοεμβρίου 2024.
Ανεξάρτητα με το πότε και πως διατυπώθηκε η συγκεκριμένη φράση, η επιλεκτική παράθεση μιας μεμονωμένης πρότασης, σκόπιμα αλλοιώνει το νόημα της τοποθέτησης του συντρόφου.
Επιπλέον να θυμίσουμε ότι ο σ. Σκορδούλης, όταν επέστρεψε το 1982 από την Αγγλία δεν «πέρασε» απλώς από τα γραφεία της ΟΚΔΕ όπως γράφει ο Σ.Π.. Ο σ. Σκορδούλης υπήρξε μέλος της ΟΚΔΕ από το 1982 μέχρι το 1984, αρθρογραφούσε στην Εργατική Πάλη, συνόδευε και μετάφραζε τον Ε. Μαντέλ όταν επισκέφθηκε τα γραφεία της ΟΚΔΕ και το 1984 οργάνωσε στα Γιάννενα όπου διέμενε την εκδήλωση για τον συνδικαλιστή της Ρενώ, τον οποίο συνόδευε ο Σ.Π.
Ν. Ταμβακλής
Σημειώσεις
ΣΗΜ [1] Βλέπε Αποθετήριο Φοιτητικών Εκλογών του ΑΠΘ (https://spol.polsci.auth.gr/joomla/index.php/2015-09-01-15-01-02/1974-1976/1975-76)
Αν την επίδοση της ΣΣΠ της ΟΚΔΕ την συγκρίνουμε με τις επιδόσεις των υπόλοιπων παρατάξεων της λεγόμενης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, θα διαπιστώσουμε ότι η ΣΣΠ ξεπέρασε μόνο την ΣΦΠ της ΕΔΕ. Πιο αναλυτικά στο ΑΠΘ, το 1975, οι παρατάξεις της αριστεράς έλαβαν:
ΔΑ-ΔΕ (ΚΚΕεσ): ψήφους 2.583 και ποσοστό 19,7% , ΠΣΚ (ΚΚΕ): 2.427 και 18,5%, ΠΠΣΠ (ΚΚΕμ-λ): 651 και 5%, ΑΑΣΠΕ (ΕΚΚΕ): 341και 2,6%, ΣΣΚ (ΣΑΚΕ): 148 και 1,1%, ΣΣΠ 70 και 0,5%, ΣΦΠ (ΕΔΕ): 26 και 0,2%.
ΣΗΜ [2] Τόσο διεθνώς, όσο και στην Ελλάδα, κατά τη δεκαετία του 1930 όπως και τις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, η συντριπτική πλειοψηφία των αριστερών διανοουμένων, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, υποτάχθηκαν στην κυριαρχία του σταλινισμού.
Ωστόσο, τα μεγάλα έργα του Τρότσκι (Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, Προδομένη Επανάσταση, Λογοτεχνία και Επανάσταση, Η Ζωή μου, τα κείμενα για την άνοδο του φασισμού στη Γερμανία κλπ.), παρά τις διώξεις, τις απαγορεύσεις και τις συκοφαντίες, κυκλοφορούσαν και έβρισκαν τον δρόμο τους για να συναντήσουν κάποια ανοιχτά και κριτικά σκεπτόμενα μυαλά. Από την άλλη πλευρά ο τιτάνιος προσωπικός αγώνας και ο μαρτυρικός θάνατος του ίδιου του Τρότσκι, της οικογένειάς του και πολλών συντρόφων του από τους σταλινικούς δολοφόνους, η ασίγαστη πάλη της Αριστερής Αντιπολίτευσης ενάντια στον γραφειοκρατικό εκφυλισμό του κομμουνιστικού κινήματος, στη χυδαιότητα της προσωπολατρίας και του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», τάραξαν τις συνειδήσεις και κέρδισαν τη συμπάθεια ενός μικρού αριθμού διανοουμένων. Ελάχιστοι όμως από αυτούς είχαν τελικά αρκετό θάρρος και αντοχή για να ενταχθούν στις τροτσκιστικές οργανώσεις, να αναλάβουν τις σχετικές δεσμεύσεις και να υποστούν τις συνέπειες από την άγρια διπλή καταστολή, των αστικών καθεστώτων και των σταλινικών διωκτών.
Μόνο στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική, ο τροτσκισμός θα κερδίσει έναν σημαντικό αριθμό διανοούμενων κυρίως χάρις στη δυναμική εμφάνιση των νέων κοινωνικών κινημάτων. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα όμως, λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικοπολιτικών συνθηκών, θα εξακολουθήσει να κυριαρχεί στην αριστερή διανόηση ο σταλινισμός.
ΣΗΜ [3] Η πλειοψηφία έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, μετά τη διάσπαση να διεκδικήσει το δικαίωμα της κατοχής του αρχείου δημόσια, στο φως της ημέρας, με πολιτικά επιχειρήματα. Άλλωστε το αρχείο, όσο σημαντικό και αν είναι, δεν είναι αυτό που διασφαλίζει τη συνέχεια μιας οργάνωσης. Τη συνέχεια τη διασφαλίζουν η εκφρασμένη πολιτική της και η δραστήρια παρουσία των μελών της στους αγώνες της εργατικής τάξης και στα κοινωνικά κινήματα. Τέτοιου είδους συμπεριφορές το μόνο που κάνουν είναι να αμαυρώνουν την εικόνα του ρεύματός μας. Δυστυχώς κατά καιρούς αυτές επαναλαμβάνονται και μάλιστα όχι μόνο από πλειοψηφίες … .
Για την ΟΚΔΕ της Μεταπολίτευσης
Σπάρτακος Νο 142 Απρίλιος 2025
του Νίκου Ταμβακλή
Με την πτώση της δικτατορίας, η ΟΚΔΕ εμφανίστηκε δημόσια μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια. Οι οργανώσεις του τροτσκιστικού ρεύματος είχαν επιβιώσει όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε μια διπλή παρανομία, από το αστικό κράτος (δικτατορία του Μεταξά, κατοχή, εμφύλιο, μετεμφυλιακή περίοδο της αντικομμουνιστικής τρομοκρατίας, δικτατορία των συνταγματαρχών) και ταυτόχρονα από τη διαχρονική, διαρκή καταδίωξη και κατασυκοφάντησή τους από τον σταλινισμό. Εξαίρεση αποτέλεσε ίσως μια μικρή παρένθεση της περιόδου 1945-6, όταν για κάποιο χρονικό διάστημα μπόρεσαν να εμφανιστούν δημόσιαi.
Οι πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης
Ο ιδρυτικός πυρήνας της ΟΚΔΕ, το 1974, αποτελούνταν από μερικούς δοκιμασμένους και αφοσιωμένους επαναστάτες και επαναστάτριες της εργατικής τάξης που έβγαιναν μέσα από αυτή τη μακρόχρονη πολιτική και αγωνιστική διαδρομή. Από την πάλη για δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των δεκαετιών του 50 και του 60 μέσα από τις γραμμές της ΕΔΑ, από την σκληρή παρανομία της αντιδικτατορικής πάλης τα δύο-τρία πρώτα μαύρα χρόνια της δικτατορίας, τα στρατοδικεία, τις φυλακές και τους τόπους εξορίας που ακολούθησαν. Διατηρούσαν ζωντανή την πολιτική και οργανωτική συνέχεια με κάποιους από τους παλαιότερους της γενιάς του μεσοπολέμου, τους πρωτεργάτες δηλαδή του τεταρτοδιεθνιστικού ρεύματος στην Ελλάδα. Στην ΟΚΔΕ ξεχώριζε η εμβληματική παρουσία του Χρήστου Αναστασιάδη, ακροναυπλιώτη και συντρόφου του Παντελή Πουλιόπουλου.
Η ΟΚΔΕ του 1974 βρισκόταν σε οφθαλμοφανή αντιδιαστολή προς τις περισσότερες από τις υπόλοιπες οργανώσεις της λεγόμενης «εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς», που συγκροτήθηκαν τα δύο-τρία τελευταία χρόνια της δικτατορίας, κυρίως από φοιτητές και διανοούμενους με μικρή σχετικά πολιτική διαδρομή. Η στέρεη μαρξιστική συγκρότηση της ΟΚΔΕ αντιπαραθετόταν στην σταλινική εκδοχή του μαρξισμού των δύο ΚΚ αλλά και στον χοντροκομμένο αριστερίστικο βερμπαλισμό που χαρακτήριζε πολλές από τις «εξωκοινοβουλευτικές» οργανώσεις.
Τα γραφεία της οργάνωσης ήταν πάντα τακτοποιημένα και καθαρά. Οι ώρες των ραντεβού τηρούνταν με ευλάβεια από όλους και όλες. Τα μέλη ενημερώνονταν για την εσωτερική ζωή της οργάνωσης με σχολαστικότητα και πληρότητα, τόσο με προφορικές αναφορές των μελών της ΚΕ στους πυρήνες, όσο και με την κυκλοφορία δακτυλογραφημένου και πολυγραφημένου εσωτερικού δελτίου. Η ανάθεση των καθηκόντων γινόταν με σαφήνεια και εκτελούνταν με ακρίβεια. Η οργάνωση απέπνεε μια σοβαρότητα και υπευθυνότητα σε αντίθεση με πολλές από τις τότε νεοεμφανιζόμενες οργανώσεις της εποχής. Παρόλα αυτά δεν απέκτησε την εντυπωσιακή οργανωτική ανάπτυξη που γνώρισαν τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης κάποιες άλλες από αυτές τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
Τις πρώτες κιόλας ημέρες της μεταπολίτευσης η κυκλοφορία της εβδομαδιαίας Εργατικής Πάλης, που η ΟΚΔΕ κατόρθωσε να την εκδώσει σχεδόν αμέσως, σημείωσε μια εντυπωσιακή κυκλοφορία καθώς οι κομματικοί μηχανισμοί των δύο σταλινικών ΚΚ δεν είχαν προλάβει ακόμη να συγκροτηθούν. Η Εργατική Πάλη εντυπωσίασε τότε με την καθαρότητα του ταξικού της λόγου, την μαρξιστική ανάλυση για τη ταξική φύση και το ρόλο της δικτατορίας των συνταγματαρχών, και τις μαρξιστικές διεθνιστικές θέσεις. Οι συγκεκριμένες ταξικές της θέσεις έρχονταν σε αντίθεση με τη γενικόλογη ρητορεία της ρεφορμιστικής αριστεράς των δύο σταλινικών ΚΚ, αλλά και της πανσπερμίας των σταλινογενών και μαοϊκών οργανώσεων που δεν πήγαιναν συνήθως πιο πέρα από αιτήματα για την αποκατάσταση της λειτουργίας των αστικοδημοκρατικών θεσμών και την μονότονη καταγγελία του ΝΑΤΟ και «των Αμερικανών». Οι σαφείς διεθνιστικές θέσεις της ΟΚΔΕ απέναντι στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό των αστικών τάξεων, που βρισκόταν εκείνη την εποχή σε κορύφωση μετά την εισβολή στην Κύπρο, έρχονταν σε αντίθεση με τον κυρίαρχο πατριωτισμό και τον γενικόλογο αντιιμπεριαλισμό των σταλινικών και των σταλινογενών. Η ερμηνεία για την ταξική φύση της ΕΣΣΔ και των ανατολικών εργατικών κρατών ήταν επίσης μαρξιστικά θεμελιωμένη και έδινε απαντήσεις σε πολλά από τα ερωτήματα που είχαν γεννηθεί στους πολλούς, ανένταχτους τότε ακόμη, αγωνιστές και έδινε τροφή για τις παθιασμένες συζητήσεις που γίνονταν αυθόρμητα, καθημερινά εκείνες τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, στους κεντρικούς δρόμους, τις πλατείες και τα στέκια (τα πηγαδάκια). Ωστόσο, σύντομα η κυκλοφορία των καθημερινών εφημερίδων των δύο ΚΚ, του Ριζοσπάστη και της Αυγής, με τους ασύγκριτα μεγαλύτερους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, έβαλαν τέλος στην κυκλοφοριακή αναλαμπή της εβδομαδιαίας Εργατικής Πάλης.
Η ΟΚΔΕ της μεταπολίτευσης και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα
Είναι γεγονός ότι η ΟΚΔΕ δεν κατόρθωσε να επωφεληθεί οργανωτικά από την ανάπτυξη του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος που εμφανίστηκε τα τρία τελευταία χρόνια της δικτατορίας. Ένα μεγάλο τμήμα του είχε έρθει σε επαφή με την τροτσκιστική φιλολογία και είχε αποκτήσει ήδη μια πρώτη προσέγγιση στην παράδοση του επαναστατικού μαρξισμού και τις τροτσκιστικές θέσεις και απόψεις. Οι εκδόσεις βιβλίων των Τρότσκι, Λούξεμπουργκ, Πουλιόπουλου, Μαντέλ είχαν γνωρίσει μια μεγάλη κυκλοφοριακή άνθιση στα 1971-2, χάρη σε μια ιδιοτροπία των συνθηκών της τότε πολιτικής συγκυρίας, με την απόπειρα φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, μερική ελευθεροτυπία θεωρητικών εκδόσεων, ουσιαστική απουσία δράσης των ΚΚ, εμφάνιση ενός αυτοοργανωμένου φοιτητικού κινήματος, που, για ένα χρονικό διάστημα, έπαιξε έναν πρωτοποριακό ρόλο. Με τη μεταπολίτευση και τη αστική θεσμική συγκρότηση των φοιτητικών συλλόγων και των οργάνων (ΕΦΕΕ), τα στοιχεία αυτοοργάνωσης που είχαν προσδώσει στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα δυναμική, αντοχή και ευελιξία, εξαφανίστηκαν˙ το φοιτητικό κίνημα δεν αποτελούσε πλέον την κοινωνική πρωτοπορία. Τελικά, οργανωτικά κέρδη κατέγραψαν κυρίως τα δύο ΚΚ, που γνώρισαν μια εκρηκτική ανάπτυξη των νεολαιίστικων οργανώσεών τους (κυρίως της ΚΝΕ αλλά και του Ρήγα Φεραίου). Όπως ήδη αναφέραμε, ωφελήθηκαν επίσης κάποιες οργανώσεις της λεγόμενης «εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς» (π.χ. το ΕΚΚΕ από το σταλινο-μαοϊκό ρεύμα, η ΕΔΕ που αναφερόταν στην τροτσκιστική παράδοση, ή, σε κάποιο μικρό βαθμό η ΚΟ Μαχητής που προσπαθούσε να συνδυάσει με εκλεκτικιστικό τρόπο τα δύο ρεύματα).
Την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, η ηγετική ομάδα της ΟΚΔΕ παρέμεινε σταθερά προσανατολισμένη στην προσπάθεια για μια κατά βάση προλεταριακή οργανωτική συγκρότηση. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι αντιμετώπιζε με κάποια επιφυλακτικότητα, αν όχι με κάποια καχυποψία, την είσοδο στην οργάνωση φοιτητών και διανοουμένων οι οποίοι θεωρούσε ότι προέρχονταν από τα πολιτικά ασταθή μικροαστικά στρώματα. Πάντως, δεν επεδίωξε συστηματικά τη σχετικά εύκολη στρατολόγηση από την πλημμυρίδα της πολιτικοποιημένης και κομματικά ανένταχτης φοιτητικής νεολαίας που εμφανίστηκε τα τρία τελευταία χρόνια της δικτατορίας και τον πρώτο καιρό της μεταπολίτευσης. Μια μηχανική προσκόλληση στο γράμμα των κλασσικών μαρξιστικών κειμένων και όχι η δημιουργική αφομοίωσή τους, ώστε να είναι δυνατή η σωστή ανάγνωση της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας και η ευέλικτη προσαρμογή της τακτικής στις απαιτήσεις της και τις ευκαιρίες της περιόδου, χαρακτηρίζουν συνήθως τον εμπειρισμό μιας κατά βάση προλεταριακής οργάνωσης.
Από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γεγονός, ότι δεν υπήρχαν πολλοί διανοούμενοι και φοιτητές, από αυτούς που είχαν προσεγγίσει θεωρητικά την τροτσκιστική παράδοση, πρόθυμοι να στρατευτούν και να δεσμευτούν σε μια οργάνωση όπως η ΟΚΔΕ, να στρατευτούν δηλαδή στο βαθμό που απαιτούσε η ισότιμη συμμετοχή σε μια οργάνωση με βετεράνους και αφοσιωμένους αγωνιστές, όπως αυτοί της ηγεσίας της ΟΚΔΕ. Το ΚΚΕεσ περισσότερο και το ΚΚΕ λιγότερο, ήταν πιο κατάλληλα για να τους υποδεχτούν και να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους, χωρίς μεγάλες προσωπικές θυσίες και δεσμεύσεις.
Όλα αυτά συνετέλεσαν ώστε η ΟΚΔΕ όχι μόνο να μην ωφεληθεί οργανωτικά από αυτήν την πλημμυρίδα της πολιτικοποιημένης φοιτητικής νεολαίας, αλλά ούτε καν να κατορθώσει να εμπλουτίσει το στελεχικό δυναμικό της με νέους και ικανούς διανοούμενους.
Η ΟΚΔΕ της μεταπολίτευσης και το εργατικό κίνημα
Μια νέα εργατική τάξη είχε εμφανιστεί με τη ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου (1961-1971), καθώς το μακρύ μεταπολεμικό ανοδικό κύμα της καπιταλιστικής οικονομίας βυθιζόταν στην «πετρελαϊκή» κρίση του 1970-71. Νέα εργοστάσια είχαν ξεφυτρώσει στη βιομηχανική ζώνη έξω από την πόλη της Αθήνας. Εκτός από τους τομείς της ελαφράς βιομηχανίας (τρόφιμα, ποτά, φάρμακα, χημικά, κλωστοϋφαντουργία, χαρτοποιία κλπ.), αναπτύσσονται επίσης και βιομηχανίες επεξεργασίας μετάλλων, μεταλλικών κατασκευών, καλωδίων, ηλεκτρικών συσκευών, οικιακών συσκευών κλπ., ενώ παράλληλα αναπτύσσεται και ο εξορυκτικός τομέας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, πριν από τη δικτατορία, είχε κάνει δυναμικά την εμφάνισή του το κίνημα των 115 συνεργαζόμενων σωματείων, σε αντιπαράθεση με την ΓΣΕΕ που ήταν απόλυτα ελεγχόμενη από το Υπουργείο Εργασίας.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 η καπιταλιστική οικονομία θα μπει στο μακρύ κύμα ύφεσης που σηματοδότησε η κατάρρευση του Bretton Woods και η λεγόμενη «πετρελαϊκή κρίση». Η ελληνική βιομηχανική παραγωγή μπαίνει σε μια φάση επιβράδυνσης, ο πληθωρισμός αρχίζει να καλπάζει αποδεκατίζοντας τους μισθούς των βιομηχανικών εργατών που ήταν άλλωστε από τους χαμηλότερους της Ευρώπης.
Η μεγάλη μάζα των νέων βιομηχανικών εργατών, το δεύτερο μετά το εμφυλιοπολεμικό κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, που, κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ήρθαν από τις αγροτικές περιοχές στις πόλεις, δεν μπορούσαν να αποκτήσουν συνδικαλιστική εμπειρία και συγκροτημένη πολιτική συνείδηση. Ωστόσο ένα σημαντικό τμήμα τους είχε κάνει τη δυναμική, αγωνιστική του εμφάνιση στους δρόμους της Αθήνας συμμετέχοντας αυθόρμητα και μαζικά στις αντιδικτατορικές διαδηλώσεις, στη διάρκεια των 10 μηνών που ακολούθησαν την κατάληψη της Νομικής, από τον Φεβρουάριο του 1973, μέχρι την κορύφωσή τους τον Νοέμβρη του 73, όταν τους έβαλλε απότομο τέλος η άγρια καταστολή του Ιωαννίδη. Οι νέοι αυτοί εργάτες αποτέλεσαν την πρωτοπορία για τη δημιουργία των εργοστασιακών σωματείων αμέσως μετά την πτώση της χούντας.
Με τη μεταπολίτευση ο έλεγχος της ΓΣΕΕ παραμένει στα χέρια του Υπουργείου Εργασίας και της συνδικαλιστικής κυβερνητικής παράταξης (ΑΣΔΗΣ). Οι εγκάθετοι χουντικοί συνδικαλιστές παραμένουν στις θέσεις τους. Το ΚΚΕ συγκροτεί την ΕΣΑΚ-Σ, επιδιώκοντας την ενσωμάτωσή του στους αστικούς θεσμούς, συμμετέχει αποκλειστικά στα κλαδικά σωματεία της ΓΣΕΕ και προσπαθεί να εδραιωθεί αντιπολιτευόμενο την ΑΣΔΗΣ. Τον Ιανουάριο του 1975, η Β’ Ολομέλεια του ΚΚΕ ορίζει τη γραμμή: «ένα σωματείο, μια Ομοσπονδία ένα Εργατικό Κέντρο σε κάθε πόλη». Η παράταξη του ΚΚΕεσ, το ΑΕΜ, συμμετέχει για ένα διάστημα στην ΑΣΔΗΣ, στο πλαίσιο της πολιτικής του για μια ομαλή μετάβαση στον αστικό εκδημοκρατισμό! Για τους αγωνιστές της ΟΚΔΕ και γενικότερα της επαναστατικής αριστεράς, τα περιθώρια για σημαντικές παρεμβάσεις στα περισσότερα θεσμοθετημένα κλαδικά σωματεία της ΓΣΕΕ, είναι ελάχιστα, αν όχι ανύπαρκτα.
Εξαίρεση ίσως αποτελούσε η περίπτωση του μικρού κλάδου των λιθογράφων όπου η παρουσία των τροτσκιστών συνδικαλιστών είχε κατορθώσει ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες να κερδίσει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των εργατών και να δημιουργήσει μια ισχυρή παράδοση μαχητικού συνδικαλισμού με σημαντικές κατακτήσεις. Ένας κλάδος όμως που οι νέες τεχνολογίες θα του προκαλούσαν διαρκώς νέες ανακατατάξεις και τελικά τη ραγδαία αποδιοργάνωση και τη φυσική του εξαφάνιση.
Ο κλάδος των οικοδόμων, στους οποίους οι τροτσκιστές αγωνιστές είχαν επίσης μια διαχρονική και σταθερή παρουσία και παρέμβαση, είχε πλέον χάσει την ορμητική ανάπτυξη και μαχητικότητα, που είχε παρουσιάσει κατά τη δεκαετία του ’60, πριν από τη δικτατορία και δεν αποτελούσε πλέον τον ηγετικό κλάδο της εργατικής τάξης. Η οικοδομική δραστηριότητα είχε τώρα σημαντικά μειωθεί, αλλά και η οργάνωση της δουλειάς στην οικοδομή είχε επίσης αναδιαρθρωθεί με την εκμηχάνιση πολλών από τις οικοδομικές εργασίες και την καθιέρωση των υπεργολαβιών που κατακερμάτιζαν το σώμα των εργατών οικοδόμων σε πολλά μικρά αφεντικά.
Τα εργοστασιακά σωματεία της μεταπολίτευσης
Τα εργοστασιακά σωματεία, ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια με τη μεταπολίτευση. Τον Οκτώβριο του 1974 σημειώνεται η πρώτη «άγρια απεργία» εργοστασιακού σωματείου, στο εργοστάσιο της National Can, που τελειώνει με νίκη, αναγκάζοντας την εργοδοσία να επαναπροσλάβει και τον απολυμένο συνδικαλιστή Δημουλέα. Όλη την επόμενη περίοδο 1974-1977, θα σημειωθεί μια σειρά εξαιρετικά μαχητικών απεργιακών κινητοποιήσεων διαρκείας και καταλήψεων από τα εργοστασιακά σωματεία (π.χ. ΒΙΑΜΑΞ, Πίτσος, Ιζόλα, Φούλγκορ, ΜΕΛ, ΤΡΙΚΟΠΙ κλπ.), πολλές από τις οποίες καταλήγουν σε νίκες των εργατών. Δημιουργούνται ανάλογα εταιρικά σωματεία με συμμετοχή όλων των εργαζομένων ανεξαρτήτως επαγγελματικού κλάδου και σημειώνονται δυναμικές κινητοποιήσεις σε εντελώς διαφορετικούς τομείς π.χ. στην μεγάλη τότε κατασκευαστική εταιρεία Ελληνική Τεχνική. Δημιουργούνται σωματεία και πραγματοποιούνται δυναμικές κινητοποιήσεις διαρκείας, από κοινωνικές ομάδες που υφίστανται μια ιδιαίτερη καταπίεση, όπως π.χ. από τους σπουδαστές των (τότε ημι-στρατιωτικών) σχολών του εμπορικού ναυτικού Ασπροπύργου αλλά και από τις σπουδάστριες των σχολών μαιών «Αλεξάνδρα» και «Έλενα».
Στο κύμα αυτό της δημιουργίας σωματείων, των «άγριων» απεργιών και των καταλήψεων που σημειώθηκε τα δύο-τρία πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι τροτσκιστές αγωνιστές, όπως και οι αγωνιστές της υπόλοιπης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, πήραν πολλές φορές σημαντικές πρωτοβουλίες. Η ΟΚΔΕ, τουλάχιστον σε θεωρητικό και διακηρυκτικό επίπεδο, προσανατολίστηκε σε αυτήν την «πλατιά εργατική πρωτοπορία» που εμφανίστηκε κυρίως στα εργοστασιακά σωματεία. Όμως τα οργανωτικά κέρδη υπήρξαν και πάλι μάλλον πολύ περιορισμένα, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία των νέων εργατών που κινητοποιούνταν συνδικαλιστικά για πρώτη φορά, κερδίζονταν μαζικά από το ραγδαία ανερχόμενο ΠΑΣΟΚ και την νεοϊδρυμένη συνδικαλιστική του παράταξη, την ΠΑΣΚΕ. Το ΠΑΣΟΚ στήριξε, τουλάχιστον στα λόγια, το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων, πρόβαλλε μια γενικόλογη αριστερόστροφη ρητορεία που υπερκέραζε τα δύο ΚΚ, ενώ καλλιεργούσε ταυτόχρονα τις αυταπάτες των νέων εργατών για μια ανώδυνη κοινοβουλευτική μετάβαση στον σοσιαλισμό.
Το ΚΚΕ πολέμησε λυσσαλέα τα εργοστασιακά σωματεία μέχρι το 1978, υποστηρίζοντας αποκλειστικά τα κλαδικά σωματεία της ΓΣΕΕ που φιλοδοξούσε να ελέγξει. Δεδομένης της αυξανόμενης επιρροής των οργανώσεών του μέσα στην εργατική τάξη, αυτό αποτέλεσε έναν σημαντικό ανασχετικό παράγοντα για την ανάπτυξή τους. Ο Ριζοσπάστης δεν δίσταζε να εξαπολύει κατηγορίες για «προβοκάτσιες» στις μαχητικές απεργίες και τις καταλήψεις των εργοστασιακών σωματίων και να καταγγέλλει ως «προβοκάτορες» τους πρωτοπόρους συνδικαλιστές και τους μαχητικούς διαδηλωτές. Το ΚΚΕεσ υποστήριξε κάπως χλιαρά τα εργοστασιακά σωματεία, στα οποία είχε ελάχιστη παρουσία, αλλά και τα εταιρικά σωματεία στα οποία είχε κάποια μεγαλύτερη, χωρίς να κατανοεί και να αναγνωρίζει τη δυναμική τους, ούτε πολύ λιγότερο , να ενδιαφέρεται για να τους εμπνεύσει μια προοπτική ανώτερης ομοσπονδιακής συγκρότησης.
Η κυβέρνηση και η εργοδοσία πολέμησαν επίσης λυσσαλέα το κύμα των εργοστασιακών σωματείων με αστυνομική καταστολή, διώξεις συνδικαλιστών, απολύσεις, απαγορεύσεις, αλλά και καταρτίζοντας «εξωθεσμικά» τη μαύρη λίστα των απολυμένων συνδικαλιστών που δεν μπορούσαν να ξαναβρούν δουλειά. Ο νόμος 330/1976 έδωσε τελικά και την νομική κάλυψη για την καταστολή (οι απεργίες κρίνονται παράνομες, οι απολύσεις γίνονται χωρίς αποζημιώσεις, αστυνομική προστασία των απεργοσπαστών κλπ.). Το 1977 το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων αρχίζει να κάμπτεται καθώς οι απεργίες τελειώνουν χωρίς νίκες ή ακόμη και με ήττες (Μαντέμ Λάκο). Το ΠΑΣΟΚ με ορατή πλέον την προοπτική ανάληψης της κυβερνητικής εξουσίας, θα αρχίσει και αυτό να μιλά για «προβοκάτορες» και θα προσανατολιστεί στην θεσμική ένταξη των εργοστασιακών σωματείων (υποστηρίζει την θεσμοθέτηση οργάνων εταιρικής «συνδιοίκησης», δημιουργία ομοσπονδίας σωματείων στενά ελεγχόμενων από το ΠΑΣΟΚ (ΟΒΕΣ).
Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος και η ενοποίηση με το ΚΕΜ
Οι υποκειμενικές αδυναμίες της ΟΚΔΕ έρχονται στην επιφάνεια από το 1977, όταν συγχωνεύεται με την τεταρτοδιεθνιστική οργάνωση ΚΕΜ (και μια μικρότερη ομάδα, την ΚΔΕ, διάσπαση της ΕΔΕ), μέσα στις νέες συνθήκες υποχώρησης του εργατικού κινήματος της μεταπολίτευσης.
Ο ιδρυτικός πυρήνας του ΚΕΜ αποτελούνταν κυρίως από διανοούμενους και διανοούμενες, που τα χρόνια της δικτατορίας, σαν φοιτητές/τριες, βρέθηκαν ή μετανάστευσαν και παρέμειναν στην Ευρώπη – κυρίως στη Γαλλία. Είχαν έρθει σε άμεση επαφή με το πνεύμα και την κληρονομιά του Μάη του ’68 και είχαν προσεγγίσει τον τροτσκισμό της γαλλικής Λίγκας (LCR), την περίοδο της ορμητικής της ανάπτυξης. Με την επιστροφή τους στην Ελλάδα, μετά την πτώση της δικτατορίας, δεν εντάχθηκαν στην ΟΚΔΕ, όπως τυπικά όφειλαν, αφού αυτή ήταν το αναγνωρισμένο τμήμα της 4ης Διεθνούς. Αντίθετα, ίδρυσαν ξεχωριστή οργάνωση, το ΚΕΜ, πιστεύοντας ίσως ότι αυτό θα τους έδινε την άνεση μιας γρήγορης ανάπτυξης, χωρίς τις αγκυλώσεις της ΟΚΔΕ. Άλλωστε, η κοινωνική προέλευση των μελών αυτής της οργάνωσης ήταν περισσότερο από μεσαία κοινωνικά στρώματα, πράγμα που θα προκαλούσε αυτομάτως τα αρνητικά ανακλαστικά των παλαιών της ΟΚΔΕ.
Έφερναν μαζί τους έναν αέρα κοσμοπολιτισμού και τις νέες αντιλήψεις και προβληματισμούς των ευρωπαϊκών κοινωνικών κινημάτων. Χαρακτηριστική ήταν η παρέμβασή τους στο φεμινιστικό κίνημα με την παρουσίαση για πρώτη φορά στην Ελλάδα του λεγόμενου δεύτερου κύματος του φεμινισμού, το οποίο συνδέοντας ζητήματα αναπαραγωγής με ζητήματα παραγωγής και διακηρύσσοντας ότι το προσωπικό είναι και πολιτικό αναρωτούσε και αμφισβητούσε παραδοσιακές πολιτικές ιδέες της αριστεράς.
Προβληματισμοί που δεν γίνονταν απόλυτα κατανοητοί και μάλλον δεν άγγιζαν ή αντιμετωπίζονταν ακόμη και με καχυποψία, από τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες της εργατικής τάξης που στελέχωναν την ΟΚΔΕ, οι οποίες παρέμεναν όπως προαναφέραμε, σε μεγάλο βαθμό προσκολλημένοι στο γράμμα των κλασσικών μαρξιστικών κειμένων. Θεωρητικά, μια δημιουργική και συντροφική συνύπαρξη των δύο ομάδων με τις διαφορετικές κοινωνικές προελεύσεις και πολιτικές διαδρομές, θα μπορούσε να αλληλοσυμπληρώσει τις εμπειρίες τους, να αλληλοτροφοδοτήσει τις γνώσεις τους και να αναπτύξει τις δυνατότητες της ενιαίας ΟΚΔΕ. Αλλά κάτι τέτοιο αποδείχθηκε εξ αρχής μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
Από την άλλη πλευρά, τα μέλη του πρώην ηγετικού πυρήνα του ΚΕΜ, αισθάνονταν ίσως κάποια μειονεξία απέναντι στα στελέχη της παλαιάς ΟΚΔΕ με τις πλούσιες αγωνιστικές περγαμηνές, τις κερδισμένες μέσα στην παρανομία του σκληρού αντιδικτατορικού αγώνα, τις διώξεις και τα βασανιστήρια, όταν οι ίδιοι/ες βρίσκονταν στην ασφάλεια και την σχετική άνεση της εμιγκράτσιας και των πανεπιστημίων του εξωτερικού. Παρακινούμενοι ίσως από αυτό το συναίσθημα, κατάφευγαν συχνά σε αριστερίστικους βερμπαλισμούς και υπερβολικές επιδείξεις επαναστατικότητας, κάποιες φορές ανούσιες και επιπόλαιες, ενώ κατηγορούσαν τους παλαιούς της ΟΚΔΕ, όχι βέβαια εντελώς άδικα, για «δογματική αγκύλωση». Όλα αυτά διαιώνιζαν και βάθαιναν την ψυχολογική απόσταση και εμπόδισαν τη συντροφική και δημιουργική συνύπαρξη.
Η νέα, ενιαία οργάνωση, αναδιάταξε τους πυρήνες σύμφωνα με τα επαγγέλματα των μελών, με τη φιλοδοξία αυτοί οι πυρήνες να πάρουν περισσότερο τον χαρακτήρα οργάνων συνδικαλιστικής παρέμβασης. Ωστόσο, το μέγεθος της οργάνωσης δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σε αυτούς τις πυρήνες την απαιτούμενη επαγγελματική ομοιογένεια, ώστε να μπορούν να δρουν στοχευμένα σε κάποιον συγκεκριμένο εργατικό κλάδο ή εργοστασιακό σωματείο, εκτός ίσως από τις δύο περιπτώσεις εργατικών κλάδων που ήδη αναφέραμε, τους λιθογράφους και τους οικοδόμους. Από την άλλη πλευρά, ήδη από το 1977, όπως είδαμε, το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων βρισκόταν σε υποχώρηση κάτω από τα χτυπήματα της καταστολής του νόμου 330 και την υπονόμευση του ΚΚΕ.
Η εφημερίδα της νέας, ενιαίας οργάνωσης ονομάστηκε ΟΔΟΦΡΑΓΜΑ, όπως λεγόταν η πρώην εφημερίδα του ΚΕΜ. Πήρε σχήμα ταμπλόιντ με αντίστοιχη εντυπωσιακή εμφάνιση και περιεχόμενο, στο οποίο κυριαρχούσε η αρθρογραφία και το πνεύμα των μελών της ηγεσίας που προέρχονταν από το ΚΕΜ, οι οποίοι έγραφαν με άνεση και με τη διεθνή οπτική τους των κοινωνικών κινημάτων. Το τελικό αποτέλεσμα δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν το πιο κατάλληλο για παρέμβαση στα εργατικά περιβάλλοντα και τους χώρους δουλειάς εκείνης της εποχής. Ήταν, ίσως, τώρα καταλληλότερο για μια παρέμβαση στο φοιτητικό κίνημα.
Όμως, από την άλλη πλευρά, το 1977, το φοιτητικό κίνημα είχε πλέον κυριαρχηθεί από τις φοιτητικές οργανώσεις των δύο ΚΚ και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Οι πολιτικοποιημένοι φοιτητές είχαν περιχαρακωθεί μέσα στις ανταγωνιζόμενες κομματικές παρατάξεις τους. Όπως ήδη προαναφέραμε, το φοιτητικό κίνημα δεν διέθετε πλέον την κινητικότητα και τα χαρακτηριστικά των δύο-τριών τελευταίων χρόνων της δικτατορίας. Οι όποιες παρεμβάσεις των νέων της ενοποιημένης ΟΚΔΕ στις σχολές, θα συναντούσαν τα αδιαπέραστα τείχη της φανατικής κομματικής περιχαράκωσης.
Η ενοποίηση των δύο οργανώσεων με την διαφορετική κοινωνική προέλευση και πολιτική διαδρομή αποδείχθηκε ότι ήταν καθυστερημένη, αφού έχασε τη μοναδική ευκαιρία του μεγάλου κύματος ριζοσπαστικοποίησης, των αυτοοργανωμένων εργατικών κινητοποιήσεων και της γενικότερης πολιτικής κινητικότητας και ανακατατάξεων που ακολούθησε αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενοποίηση ήταν μια μηχανική συγκόλληση, που δεν έκανε εφικτή την πολιτική ώσμωση των δύο οργανώσεων και μια συνολική ποιοτική αναβάθμιση της ενιαίας οργάνωσης. Αντίθετα, το ψυχολογικό χάσμα βάθυνε.
Την απογοήτευση ακολούθησε η γκρίνια και οι αλληλοκατηγορίες, οι σταδιακές ατομικές αποχωρήσεις και τελικά οι διαδοχικές διασπάσεις. Θα χρειαστούν περίπου δέκα χρόνια, ώστε διεργασίες συσπειρώσεων και ενοποιήσεων των εκτός ΟΚΔΕ τεταρτοδιεθνιστών να οδηγήσουν στη δημιουργία της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, της πρώτης περιόδου (1986-1992). Η πρώτη αυτή περίοδος θα κλείσει με την απογοήτευση από το εγχείρημα της ΕΑΣ, αλλά και με τον αντίκτυπο από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, που θα προκαλέσουν μια νέα αποσυσπείρωση. Όμως αυτό αποτελεί ένα άλλο επόμενο κεφάλαιο.
Η δημιουργία μιας οργάνωσης που θα αφομοιώνει δημιουργικά τις εμπειρίες και τα διδάγματα από το παρελθόν, θα ανέχεται τις διαφωνίες και τον δημοκρατικό διάλογο στο εσωτερικό της, θα είναι σε θέση να προχωρά στη δημιουργική τους σύνθεση, στην έγκαιρη ερμηνεία της διαρκώς μεταβαλλόμενης κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και στη χάραξη κάθε φορά της κατάλληλης τακτικής, παραμένει μέχρι σήμερα ο στόχος και το ζητούμενο της σημερινής ΟΚΔΕ-Σπάρτακος.
Σημειώσεις
i Το ΚΔΚΕ, μετά από τα Δεκεμβριανά και την προδοσία της Βάρκιζας, είχε αποκτήσει μια σημαντική και αυξανόμενη πολιτική απήχηση, που ανάγκασε το ΚΚΕ να προχωρήσει, τον Οκτώβρη και τον Νοέμβρη του 1946, στις γνωστές δημόσιες συζητήσεις-διαλέξεις. Ένα μοναδικό και εκπληκτικό, σε παγκόσμια κλίμακα γεγονός για εκείνη την εποχή, μετά μάλιστα από τις άγριες δολοφονίες πολλών διεθνιστών επαναστατών από την ΟΠΛΑ και τις εκστρατείες συκοφαντίας που εξαπέλυε η ηγεσία του ΚΚΕ.








