Η 28η Οκτώβρη σηματοδοτεί την είσοδο της χώρας μας σε μια παγκόσμια ιμπεριαλιστική σύγκρουση που έμεινε γνωστή ως Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ήταν το μεγάλο σφαγείο του 20ού αιώνα, που όμοιό του η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί. Δεκάδες εκατομμυρίων ανθρώπων στάλθηκαν στα πεδία των μαχών, με τους περισσότερους να μένουν για πάντα εκεί, θαμμένοι σε λασπότοπους ή καταπλακωμένοι από συντρίμμια. Πολύ συχνά, ο πόλεμος αυτός ερμηνεύεται απλοϊκά με την άνοδο των φασιστικών, ναζιστικών, εθνικιστικών και μιλιταριστικών καθεστώτων που εγκαθιδρύθηκαν στην Ευρώπη και την Ασία κατά τον μεσοπόλεμο. Στην πραγματικότητα όμως, αυτά τα καθεστώτα δεν αποτέλεσαν παρά τη θρυαλλίδα του πολέμου. Την κύρια αιτία πρέπει να την αναζητούμε πάντα στην οικονομική βάση πάνω στην οποία εκδηλώθηκε η σύγκρουση.
Η Μ. Βρετανία, ως παγκόσμια υπερδύναμη και θαλασσοκράτειρα, ήθελε να διατηρήσει το στάτους κβο που της επέτρεπε έναν κυρίαρχο ρόλο σε Ευρώπη, Β. Αφρική, Μ. Ανατολή και Ινδία. Η Γερμανία, από την άλλη μεριά, ως παραδοσιακά μεγάλη βιομηχανική χώρα και πολύ περιορισμένη από την ταπεινωτική Συνθήκη των Βερσαλλιών που τερμάτισε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαίτησε έναν λεγόμενο ζωτικό χώρο. Έναν χώρο που θα επέτρεπε στο δικό της εθνικό κεφάλαιο να αναπτυχθεί και να ανθίσει. Στην Ανατολή, η αυτοκρατορική Ιαπωνία ανταγωνιζόταν άμεσα τις Η.Π.Α., που διατηρούσαν αποικίες εκεί, με κύρια τις Φιλιππίνες, με στόχο τον έλεγχο του Ειρηνικού. Έτσι διαμορφώθηκαν δύο ιμπεριαλιστικά, στρατιωτικά μπλοκ, που το καθένα υπερασπιζόταν τα συμφέροντα των δικών του αστικών τάξεων.
Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και υπό τον φόβο εργατικών επαναστάσεων σαν αυτή της Ρωσίας, οι αστικές τάξεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο ενίσχυσαν οικονομικά και πολιτικά την ανάπτυξη του φασιστικού φαινομένου. Έτσι, βρισκόμαστε τη δεκαετία του ’30 με φασιστικά κόμματα στην εξουσία σε Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ουγγαρία, Ελλάδα και αλλού. Στόχος αυτών των φασιστικών κυβερνήσεων ήταν το τσάκισμα των εργατικών οργανώσεων και διεκδικήσεων αφενός, και η βελτίωση της θέσης των εκάστοτε εθνικών κεφαλαίων στην παγκόσμια οικονομική πίτα αφετέρου. Για να επιτευχθεί αυτό, εργατικά κόμματα και οργανώσεις κηρύχθηκαν παράνομα, οι απεργίες απαγορεύτηκαν και ένα μεγάλο μέρος των κρατικών προϋπολογισμών διατέθηκε για την πολεμική προετοιμασία. Απ’ αυτήν την άποψη, τα φασιστικά αυτά καθεστώτα παρείχαν λαμπρές υπηρεσίες στις αστικές τους τάξεις, γιατί από τη μία αφόπλιζαν και καταπίεζαν την ενοχλητική εργατική τάξη στο εσωτερικό και από την άλλη ετοιμάζονταν να τους στείλουν να σφαγούν σε έναν πόλεμο για τα συμφέροντα των καπιταλιστών στο εξωτερικό. Γίνεται, λοιπόν, εύκολα κατανοητό γιατί οι αστικές τάξεις χρηματοδοτούσαν και στήριζαν τα φασιστικά κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Στον αντίποδα, στην ανατολική ευρωπαϊκή ήπειρο, βρισκόταν η Σοβιετική Ένωση· το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία. Απομονωμένη από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, βρέθηκε να αντιμετωπίζει μόνο του τη Ναζιστική Γερμανία, χωρίς καμία βοήθεια αρχικά. Οι δυτικοί ιμπεριαλιστές ήλπιζαν ότι ο Άξονας θα συνέτριβε το εργατικό κράτος σε μια προσπάθεια που θα τον άφηνε αδύναμο στρατιωτικά και διπλωματικά, ώστε να δεχθεί κάποια συμφωνία. Όμως, η υπερπροσπάθεια των Σοβιετικών εργατών και εργατριών, σε συνδυασμό με την κεντρικά σχεδιασμένη σοβιετική οικονομία, οδήγησαν στη συντριβή του ναζιστικού κτήνους από τον Κόκκινο Στρατό και στην απελευθέρωση της Ευρώπης, με την παράλληλη ανάπτυξη αντιστασιακών, επαναστατικών κινημάτων. Κινήματα που, ακόμα και υπό την πίεση της σταλινικής γραφειοκρατίας, κατάφεραν να πυροδοτήσουν ριζοσπαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς, όπως αυτό της Γιουγκοσλαβίας.
Τέτοια κινήματα, που γεννήθηκαν και έδρασαν σχεδόν σε ολόκληρη την κατεχόμενη Ευρώπη, δημιουργώντας ένα δεύτερο «εσωτερικό» μέτωπο και προκαλώντας σημαντική φθορά, υπέσκαπταν το αξιόμαχο της ναζιστικής πολεμικής μηχανής. Στην Ελλάδα, το Ε.Α.Μ. – Ε.Λ.Α.Σ. αποτέλεσε ένα τεράστιο μέτωπο αγωνιστών/ριών που κατάφερε καίρια πλήγματα στον στρατό κατοχής σε πόλεις και βουνά. Ο αντάρτικος Ε.Λ.Α.Σ. συγκρουόταν ηρωικά με τις κατοχικές δυνάμεις σε ολόκληρη την ελληνική ύπαιθρο, ενώ μετά το ’43 και τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, έφτασε να ελέγχει το μεγαλύτερο κομμάτι της χώρας, εκτός από τα μεγάλα αστικά κέντρα. Αλλά και στις πόλεις, το κίνημα των εργατών/ριών δεν ήταν μικρότερης αξίας. Η μεγάλη απεργία του ’43 ενάντια στην πολιτική επιστράτευση, στην οποία συμμετείχαν 200.000 εργάτες/ριες, ακύρωσε στην πράξη την αποστολή χιλιάδων εργατών/ριών στη Γερμανία για καταναγκαστική εργασία. Το κίνημα της ελληνικής αντίστασης, εμφορούμενο από αντιφασιστικές, δημοκρατικές και σοσιαλιστικές ιδέες, έφτασε στο σημείο να θέτει ζήτημα νέας εξουσίας στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων — ένα λαϊκό αίτημα, που όμως βρέθηκε να σκαλώνει στα γρανάζια της γραφειοκρατικής ηγεσίας και των συμβιβασμών του ΚΚΕ και της σοβιετικής ηγεσίας του Στάλιν.
Την ίδια ώρα που αγωνιστές και αγωνίστριες πάλευαν ενάντια στη ναζιστική κατοχή, ο αστικός κόσμος και τα κόμματά του είτε συνεργάζονταν με τους Γερμανούς είτε είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και βρίσκονταν ως «εξόριστοι» στο Κάιρο. Από την ίδια ακριβώς μήτρα προέρχεται και η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, που εξαθλιώνει τον λαό, οργανώνει και συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικά σχέδια και συνεργάζεται με γενοκτονικά κράτη, όπως το Ισραήλ. Όπως τότε, έτσι και τώρα, υπάρχουν δύο στρατόπεδα. Τότε ήταν ο ιμπεριαλισμός, οι ναζί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους από τη μία, και η εργατική τάξη, οι κομμουνιστές/ριες, οι δημοκράτες/ισσες και η Αντίσταση από την άλλη. Στις μέρες μας, τα στρατόπεδα είναι πάλι διακριτά. Συγκρούονται ξανά ο ιμπεριαλισμός, η κατοχή και η γενοκτονία με την αλληλεγγύη, την πάλη για εθνική ανεξαρτησία και την Αντίσταση του ηρωικού παλαιστινιακού λαού.
Σήμερα, εν μέσω νέων πολεμικών προετοιμασιών σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή και Ειρηνικό, η μόνη πραγματική παρακαταθήκη της ιστορικής εμπειρίας του Β’ Π.Π. είναι να προτάξουμε τα συμφέροντα των εργατών και των εργατριών πάνω από τα συμφέροντα των Βαρδινογιάννηδων, των Λάτσηδων και των Μυτιληναίων. Είναι να απομονώσουμε και να τσακίσουμε τους φασίστες, σαν τον Κασιδιάρη και τη Λεπέν, που θρέφουν οι αστικές τάξεις σε Ελλάδα και Ευρώπη. Είναι να σταθούμε αλληλέγγυοι/ες, στο πλαίσιο του διεθνισμού, με τον αγωνιζόμενο παλαιστινιακό λαό. Είναι να δουλέψουμε για μια ανεξάρτητη εργατική πολιτική, που στόχο θα έχει την ικανοποίηση των αναγκών των εργατών/ριών κόντρα στα συμφέροντα των καπιταλιστών.
- Καμία συμμετοχή της Ελλάδας στα πολεμικά σχέδια!
- Καμία ανοχή στους φασίστες-Τσακίστε τους σε κάθε γειτονιά!
- Λευτεριά στην Παλαιστίνη!

Πυρήνας Δυτικών Προαστίων








