Απόφαση ολομέλειας ΟΚΔΕ-Σπάρτακος της 19ης Δεκεμβρίου

1. Για την αντεπίθεση του εργατικού κινήματος το επόμενο διάστημα είναι κρίσιμη η αλλαγή του συσχετισμού στο εργατικό κίνημα υπέρ ενός αντικαπιταλιστικού πόλου. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τα προβλήματα και τις αντιφάσεις, έχει καταφέρει να αναδειχτεί στη βασική πολιτική έκφραση ενός πραγματικού κοινωνικού ρεύματος, των αγωνιστών και αγωνιστριών της άκρας αριστεράς.

2. Με την πολιτική της συμπόρευσης και του “μετωπισμού”, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπήκε σε μια μακρά κρίση, που την εμπόδισε να παίξει με συνέπεια αυτό το ρόλο και κατέληξε σε διάσπαση. Αν και η συζήτηση για το χαρακτήρα της συμπόρευσης αντανακλούσε πραγματικές πολιτικές, προγραμματικές και στρατηγικές διαφορές στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρέλυσε την εξωστρεφή δράση μας, δημιούργησε συγχύσεις και αποσυσπείρωση στα μέλη και τους φίλους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μετά τη διάσπαση και την άρνηση της συνεργασίας με τη ΛαΕ στις εκλογές, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έκανε μια απαραίτητη αριστερή στροφή, ωστόσο εμπειρική και επαπειλούμενη.

 

3. Ο πολιτικός στόχος της ΟΚΔΕ Σπάρτακος στη 3η συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι διπλός: α. Να δοθεί η μάχη για έναν ολοκληρωμένο προγραμματικό και φυσιογνωμικό επαναπροσανατολισμό, μακριά από τη λογική του “αριστερού ριζοσπαστικού μετώπου” ή μετώπου άμυνας, προς το κίνημα και τον αντικαπιταλισμό β. Να εκφραστεί στο εσωτερικό της μια αντικαπιταλιστική επαναστατική συσπείρωση, μια συνεπής αριστερή πτέρυγα, από την οποία τροφοδοτείται και η οργάνωση με τον περίγυρό της. Μια τρίτη τάση, πέρα από τα μπλοκ του ΝΑΡ και του ΣΕΚ.

4. Η σωστή ανάγνωση της συγκυρίας είναι σημαντική για τα καθήκοντα. Πρέπει να απορριφθούν σχηματικές αντιπαραθέσεις που σκοπό έχουν να πολώσουν το ακροατήριο μεταξύ ΣΕΚ και ΝΑΡ, χωρίς να προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό από άποψη πρακτικών συμπερασμάτων. Η αποτίμηση των εκλογών και της κατάστασης του εργατικού κινήματος, μεταξύ μιας τεχνητής υπεραισιοδοξίας του ΣΕΚ και μιας υπερβολικής απαισιοδοξίας και ηττοπάθειας, που στο απώτατό της όριο καταλήγει στο ότι ο αντικαπιταλιστικός δρόμος απέτυχε, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι εκλογές αποτύπωσαν μια στιγμή αμηχανίας για το κίνημα, μια προσωρινή αποδοχή ότι δεν υπάρχει εναλλακτική, μετά τον εξευτελισμό του ΟΧΙ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ήρθε στο τέλος μιας περιόδου σχετικής κινηματικής ύφεσης από το 2012 και μετά, παρά τους συνεχιζόμενους αγώνες (ΕΡΤ, αντιφασιστικό, διοικητικοί, ΟΤΑ, κλαδικές κινητοποιήσεις), συνδεδεμένης με την εκλογική απάτη. Όμως δεν σηματοδοτεί στρατηγική ήττα, γιατί η αστάθεια μεγαλώνει. Το εκλογικό αποτέλεσμα αποτυπώνει τους συσχετισμούς της στιγμής, την εύθραυστη ηγεμονία του ΣΥΡΙΖΑ στο αστικό πολιτικό σύστημα και την αδυναμία της ΝΔ να εκφράσει μεσαία και μικροαστικά στρώμα. Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβρη δεν είχε το νόημα του Γενάρη. Μετά την ψήφιση του μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ διέρρηξε τις κοινωνικές συμμαχίες που είχε οικοδομήσει με τη νεολαία, τους ανέργους, την εργατική τάξη και το μαζικό κίνημα στη βάση της υπόσχεσης μιας απαλλαγής από τα μνημόνια χωρίς ρήξη με την αστική τάξη και την ΕΕ. Πρόκειται πλέον για μια ψήφο απογοήτευσης, μια ψήφο για την “αριστερή” διαχείριση του μνημονίου, που έχει να κάνει περισσότερο με την απέχθεια στη διεφθαρμένη δεξιά, παρά με την ελπίδα βελτίωσης των όρων διαβίωσης. 

5. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αυταπάτη για την υποτιθέμενη σχετική προοδευτικότητα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Οι απατηλές προσδοκίες παρέλυσαν το κίνημα για πολύ, και σήμερα παραμερίζονται. Η ανάληψη των κυβερνητικών καθηκόντων και η ψήφιση του τρίτου μνημονίου αποκαλύπτουν σε όλο και πιο πλατιά στρώματα εργαζόμενων τη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ ως η αριστερή πτέρυγα της αστικής τάξης. Η συρρίκνωση της επιρροής του στο οργανωμένο και το ανοργάνωτο εργατικό κίνημα είναι προϋπόθεση για να μπορέσει η εργατική τάξη να αντεπιτεθεί. Ασχέτως της θεωρητικής συζήτησης για τη φύση και το χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, τα βασικά πρακτικά καθήκοντα προκύπτουν σωστά από την εκτίμηση του ΠΣΟ του Οκτώβρη, σύμφωνα με την οποία: “Ο ΣΥΡΙΖΑ διαρρηγνύει οριστικά τις σχέσεις του με την αριστερά και το εργατικό κίνημα, «έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα» και έχει ενταχθεί ανοιχτά στο μνημονιακό στρατόπεδο. Η πολιτική αυτή πορεία, σε συνδυασμό με την οργανωτική αποχώρηση-εκκαθάριση μεγάλου τμήματος της οργανωμένης βάσης του, ορίζει ως αναπότρεπτη την διαδικασία μετατροπής του σε αστικό σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα”.

6. Η ΛαΕ αναδείχτηκε στο νέο πόλο του πατριωτικού/δημοκρατικού ρεφορμισμού, με μια γραφειοκρατική, μη μεταρρυθμίσιμη ηγεσία με θητεία στην κρατική διαχείριση, με χαλαρή συγκρότηση και πολύ μέτρια μαζικότητα. Ασφαλώς δεν είναι δυνατή η πολιτική/προγραμματική συνεργασία με μια τέτοια δύναμη. Η στρατηγική της ΛΑΕ είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αποτελεί μια ξαναζεσταμένη εκδοχή του κυβερνητισμού του ΣΥΡΙΖΑ και των πλατιών αριστερών κομμάτων της Ευρώπης, τα οποία, όταν βρέθηκαν σε κυβερνητικές πλειοψηφίες, μεταλλάχθηκαν σε εργαστήρια νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το ότι η ΛαΕ είναι μαζικότερη από το Σχέδιο Β' δεν είναι επαρκές κριτήριο για να κάνουμε κάτι διαφορετικό από προτάσεις κοινής δράσης πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, όχι για να “μετατοπίσουμε” τη γραφειοκρατική της ηγεσία, αλλά για να περιορίσουμε τελικά την επιρροή της στο κίνημα, αποδεικνύοντας στην πράξη την αναξιοπιστία της. Όπως σημείωνε ο Ντανιέλ Μπενσαϊντ, «… οι ρεφορμιστικές οργανώσεις δεν είναι ρεφορμιστικές επειδή είναι συγχυσμένες, ασυνεπείς ή στερούνται θέλησης. Η πραγματικότητα είναι ότι εκφράζουν αποκρυσταλλωμένες υλικές και κοινωνικές θέσεις και, αντιμέτωπες με τη μαζική πίεση, δεν θα κάνουν παραχωρήσεις, αλλά θα συμπαραταχθούν με την αντεπανάσταση: αυτό που έκανε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία το 1918 αποτελεί το πιο περιβόητο παράδειγμα. Έτσι οι ρεφορμιστικές ηγεσίες μπορούν να είναι από άποψη τακτικής πολιτικοί σύμμαχοι, όταν το ζήτημα είναι η ενότητα της τάξης. Αλλά με όρους στρατηγικής παραμένουν ισχυροί αντίπαλοι».

7. Οι ρεφορμιστικές πιέσεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκφράστηκαν βασικά με την ανάπτυξη τριών αλληλένδετων στοιχείων: της ρητορικής της “εθνικής ανεξαρτησίας”, της λογικής της “παραγωγικής ανασυγκρότησης” και του λαϊκομετωπισμού, δηλαδή της επιδίωξης για ένα μόνιμο πολιτικό μέτωπο στο οποίο οι αντικαπιταλιστές συγχωνεύονται με ρεφορμιστικά ρεύματα (με βασικό κριτήριο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την αντίθεση στην ΕΕ). Και οι τρεις αυτοί πυλώνες ενσωματώθηκαν, δοκιμάστηκαν και οδηγήθηκαν σε οικτρή αποτυχία από το ΣΥΡΙΖΑ. Ο ιστορικός ρόλος τη ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι να συγκροτήσει μια νέα επαναστατική στρατηγική αντιπαράθεσης με το αστικό κράτος, και όχι να επεξεργάζεται σενάρια «αριστερών» λαϊκών μετώπων.

8. Η χρήση πατριωτικών συνθημάτων και ρητορικής εθνικής ανεξαρτησίας, έστω με τα μετριοπαθή συνθήματα για “απαλλαγή από τη γερμανική επιτροπεία” ή για “λαϊκή κυριαρχία”, δεν προσφέρει τίποτα στην ταξική συνείδηση, αντίθετα συσκοτίζει τα ταξικά καθήκοντα και τα στρατόπεδα. Παρά την αύξηση της δύναμης εκβιασμού των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων πάνω στην ελληνική αστική τάξη και την κυβέρνηση, η χώρα δεν έγινε ξαφνικά εξαρτημένη. Η φύση του ελληνικού καπιταλισμού εξαρτάται βασικά από τις ιστορικές συνθήκες της διαμόρφωσής του και της ένταξής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, και όχι από τις συγκυριακές νίκες ή ήττες της ελληνικής αστικής τάξης. Παραμένει, επομένως, μια δύναμη με ιμπεριαλιστικές βλέψεις και ρόλο, παρά τη σχετικά ασθενική συσσώρευση κεφαλαίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οικονομικής της δομής (εισαγωγικό εμπόριο, τουρισμός, κατασκευές, βιομηχανίες τροφίμων, τυχερά παίγνια κλπ). Η θέση της στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ είναι οργανική και όχι υποτελής.

9. Δεν ξεκινάμε από την “υπεράσπιση των παραγωγικών δυνάμεων”, αλλά από τις παραγωγικές σχέσεις και την κατανομή του πλούτου. Το ποιος έχει τον έλεγχο της παραγωγής, και όχι η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, είναι που αφορά την τάξη μας. Εργατικός / κοινωνικός έλεγχος στα μέσα παραγωγής και στις επενδύσεις, αυτοδιαχείριση, μείωση των ωρών εργασίας με αύξηση μισθών για την αντιμετώπιση της ανεργίας, όχι “ανταγωνιστικότητα”, ανάπτυξη, προστασία των ελληνικών προϊόντων. Αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα υπεράσπισης των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων, όπως ΔΕΗ, λιμάνια, αεροδρόμια, καθώς η ιδιωτικοποίησή τους θα επιβαρύνει τους όρους ζωής και διαβίωσης της εργατικής τάξης και θα δημιουργήσει ακόμα χειρότερους ταξικούς συσχετισμούς στην πάλη για την εργατική εξουσία. Από τη σκοπιά, δηλαδή, των εργατικών συμφερόντων, και όχι της “παραγωγικής ανασυγκρότησης” του ελληνικού καπιταλισμού.

10. Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη μετωπική πολιτική, επιμένουμε σε μια απλή διάκριση: ενότητα στη δράση με όλα τα αγωνιζόμενα τμήματα του κινήματος, και ταυτόχρονα αδιαπραγμάτευτη πολιτική/οργανωτική (και εκλογική, γιατί και από αυτό περνάει η πολιτική ανεξαρτησία) αυτοτέλεια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, του αντικαπιταλιστικού πόλου. Η σύγχυση κοινωνικών και πολιτικών μετώπων συνοψίζει το πρόβλημα του στρατηγικού προσανατολισμού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η πρόταση του ΝΑΡ επαναφέρει τον ίδιο στόχο με τη δεύτερη συνδιάσκεψη: “μαζικό μέτωπο-πόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και των ευρύτερων δυνάμεων της ανατροπής”, δηλαδή συμπόρευση ή πολιτική συνεργασία με μη αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Το ΣΕΚ  αποδέχεται τον ίδιο στόχο, καθώς και την πρόταση του Αυγούστου προς τη ΛαΕ για συνεργασία, παρότι κάνει κριτική στην προηγούμενη πολιτική της συμπόρευσης και διακρίνει την ενότητα στη δράση από την πολιτική ενότητα. Χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση, με το κέντρο βάρους αλλού.

11. Η συσπείρωση συντρόφων και συντροφισσών γύρω από το κείμενο Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστική κι επαναστατική πρέπει να εκφραστεί ως τέτοια, κυρίως στο βασικό θέμα των μετώπων, με αντιπρόταση κεντρικού στόχου: αυτοτέλεια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, κοινή δράση στο κίνημα, προώθηση της αυτοοργάνωσης. Η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος υποστηρίζει την πρωτοβουλία, χωρίς να την καπελώνει. Είναι αναγκαίο να συζητηθεί με ισοτιμία η τακτική της πρωτοβουλίας εν όψει της συνδιάσκεψης. Η αριστερή στροφή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οι συσχετισμοί που διαμορφώνονται έως τώρα επιτρέπουν την «επί της αρχής» στήριξης του κειμένου της πλειοψηφίας. Παρ’ όλα αυτά, είναι αναγκαίο να επεξεργαστούμε στρατηγικές τροποποιήσεις.

12. Στα σημεία που η Πρωτοβουλία δεν μπορεί να συμφωνήσει, η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος καταθέτει τις δικές τις τροποποιήσεις, όπως δικαιούνται να κάνουν και όλα τα μέλη της.

13. Υποστηρίζουμε ανεπιφύλακτα τη δημοκρατική συγκρότηση και την ενίσχυση της λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: ελευθερία συγκρότησης πλατφορμών με αναλογική εκπροσώπηση στα όργανα, ισοτιμία όλων των τάσεων στη δημόσια εκπροσώπηση, συχνές διαδικασίες βάσης, κοινό έντυπο/γραφεία/κάμπινγκ, συγκροτημένη παρέμβαση σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους. 

14. Υποστηρίζουμε ή προτείνουμε ζητήματα σχετικά με το φεμινισμό, το ΛΟΑΤ κίνημα, τα ανοιχτά σύνορα, τα καθήκοντα του αντιφασιστικού κινήματος. Η νέα ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να συγκροτήσει επιτροπές δράσης, όπως αποφασίστηκε την προηγούμενη συνδιάσκεψη.