του Νίκου Ταμβακλή
Η εξαγγελία του «κινήματος Καρυστιανού» που αναμένεται να επισημοποιηθεί το επόμενο χρονικό διάστημα, έχει προκαλέσει μεγάλη νευρικότητα στο επιτελείο της ΝΔ, όπως έδειξε η αιφνιδιαστική και αψυχολόγητη έφοδος του ΣΔΟΕ στα γραφεία του συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, αλλά και όπως δείχνει επίσης μια ενορχηστρωμένη εκστρατεία λασπολογίας και συκοφαντίας του προσώπου της ίδιας της Καρυστιανού, στα ΜΚΔ. Η ηγεσία της ΝΔ φοβάται ότι η ενδεχόμενη κάθοδος στις εκλογές του «κινήματος Καρυστιανού», θα προκαλέσει στην ήδη συρρικνωμένη εκλογική της βάση, μια ακόμη μεγαλύτερη συρρίκνωσηi που μπορεί να αποβεί μοιραία για το κυβερνητικό κόμμα.
Από την άλλη πλευρά, η μαζική, μαχητική κινητοποίηση διαρκείας των μικρομεσαίων αγροτών, ενός συντηρητικού κοινωνικού στρώματος που την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα εκλογικά στηρίγματα της ΝΔ, επιβεβαιώνει την απώλεια του γενικότερου κοινωνικού κύρους της κυβέρνησης. Ακόμη περισσότερο ενδεικτική αυτής της απώλειας είναι η φανερή επίδειξη συμπάθειας και συμπαράστασης προς την κινητοποίηση των αγροτών από τους μισθωτούς και τα λαϊκά στρώματα της πόλης. Ο «κοινωνικός αυτοματισμός» που λειτούργησε από τη δεκαετία του 1990 σε όλες σχεδόν τις προηγούμενες κινητοποιήσεις των αγροτών (όπως και σε πολλές απεργιακές κινητοποιήσεις των εργαζομένων στον τομέα της Κοινής Ωφέλειας), αυτή τη φορά δεν λειτούργησε παρ’ όλες τις απεγνωσμένες προσπάθειες της κυβέρνησης και των ΜΜΕ να τον υποδαυλίσουν.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης και το πολιτικό αδιέξοδο
Όμως η ενδεχόμενη εκλογική κάθοδος του «κινήματος Καρυστιανού», έχει προκαλέσει επίσης αμηχανία και σε όλα τα υπόλοιπα, υπαρκτά ή κυοφορούμενα, κόμματα του κοινοβουλευτικού φάσματος, από την ακροδεξιά και την «κίνηση Σαμαρά», μέχρι την κεντροαριστερά και την «κίνηση Τσίπρα», ενώ φαίνεται ότι ανησυχεί σοβαρά ακόμη και το ΚΚΕ που υποτίθεται ότι διαθέτει μια συμπαγή, μπετοναρισμένη, εκλογική βάση.
Τα κόμματα της κεντροαριστεράς (κυρίως ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ) που φέρουν το βάρος της εφαρμογής της πολιτικής της άγριας λιτότητας των μνημονίων, σήμερα αδυνατούν να εκφράσουν την αγωνία και την οργή των λαϊκών στρωμάτων. Αυτό αποτυπώνεται στις σημερινές δημοσκοπήσεις, αλλά έχει επίσης ήδη καταγραφεί και στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις (επαναληπτικές βουλευτικές Ιουνίου ’23, δημοτικές-περιφερειακές Οκτωβρίου ’23, ευρωπαϊκές Ιουνίου ’24). Τα κόμματα αυτά όχι μόνο δεν διαθέτουν το κύρος, αλλά ούτε και φιλοδοξούν να πυροδοτήσουν και να συμμετάσχουν ενεργά σε μαζικά διεκδικητικά κινήματα καθώς είναι αυστηρά προσανατολισμένα σε μια κοινοβουλευτική πολιτική διαχείρισης του αστικού κράτους. Επιπλέον δεν διαθέτουν (έχουν διαλύσει ή υποβαθμίσει) εκείνες τις κομματικές δομές που θα τα συνέδεαν και θα αλληλεπιδρούσαν με τα συνδικάτα και τα κοινωνικά κινήματα.
Στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις που αναφέραμε, διαπιστώθηκε επίσης μια σταδιακή άνοδος των κομμάτων της ακροδεξιάς, αλλά όχι ακόμη τόσο σημαντική ώστε να αποτελέσει μια άμεση απειλή για την κυβέρνηση της ΝΔ. Η πολυμορφία της ελληνικής ακροδεξιάς και η έλλειψη ενός «σοβαρού» πολιτικού μορφώματος που θα επικρατούσε στο χώρο της και θα κέρδιζε την αξιοπιστία των πλατιών λαϊκών στρωμάτων την καθηλώνει μέχρι σήμερα στην αντιπολίτευση. Ακόμη και το κυοφορούμενο σχήμα του Σαμαρά, φέρει και αυτό το στίγμα της μνημονιακής διακυβέρνησης του αρχηγού του.
Το ΚΚΕ από την πλευρά του, περιορίζεται στις συμβολικές κινητοποιήσεις της κομματικής του βάσης και στην συντήρηση του μηχανισμού του, ενώ αρνείται να διακινδυνεύσει τον ρόλο του πυροδότη και ηγέτη ενός μαζικού μαχητικού διεκδικητικού κινήματος διαρκείας. Ο επαναστατικός βερμπαλισμός της ηγεσίας του παραπέμπει την ικανοποίηση των λαϊκών αιτημάτων σε ένα απροσδιόριστο σοσιαλιστικό μέλλον, αποβλέποντας στην πραγματικότητα αποκλειστικά, στη διατήρηση της ιδεολογικής συνοχής της κομματικής βάσης και στη συντήρηση του κομματικού μηχανισμού.
Η κατακόρυφη φθορά της κυβέρνησης της ΝΔ από τη μια μεριά και η αδυναμία του συνόλου της αντιπολίτευσης να προβάλει μια αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική λύση από την άλλη, οδηγεί συνολικά το πολιτικό σύστημα σε ένα αδιέξοδο καθώς οι βουλευτικές εκλογές αναπόφευκτα έρχονται όλο και πιο κοντά.
Ένας απρόβλεπτος παράγοντας
Μετά την 28η Φεβρουαρίου του 2023, οι συγγενείς των θυμάτων του «εγκλήματος των Τεμπών» αποτέλεσαν έναν απρόβλεπτο παράγοντα για την κυβέρνηση αλλά και συνολικά για το πολιτικό σύστημα. Για τρία σχεδόν χρόνια, με θαυμαστή επιμονή και με προσωπικές θυσίες επιδόθηκαν σε μια άνιση πάλη, ενάντια στις μεθοδεύσεις της κυβέρνησης, των κρατικών μηχανισμών και την προπαγάνδα των ΜΜΕ, για τη διερεύνηση των αιτιών της μοιραίας σύγκρουσης, για την αποκάλυψη των βεβιασμένων ενεργειών της «συγκάλυψης» που πραγματοποιήθηκαν αμέσως μετά από τη σύγκρουση και για τον καταλογισμό των ευθυνών και την τιμωρία των εμπλεκόμενων πολιτικών προσώπων.
Ο αγώνας τους βρήκε τεράστια ανταπόκριση στα λαϊκά στρώματα, όπως απέδειξαν οι χωρίς προηγούμενο πανελλαδικές κινητοποιήσεις στην αρχή της προηγούμενης χρονιάς, με τις τεράστιες σε όγκο, αυθόρμητες συγκεντρώσεις, στις 26 Ιανουαρίου και στην σαρωτική γενική απεργία της 28ης Φεβρουαρίου, αλλά και στο μεγάλο κίνημα αλληλεγγύης προς τον απεργό πείνας Πάνο Ρούτσι στα τέλη Σεπτεμβρίου – αρχές Οκτωβρίου. Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία των μισθωτών, των συνταξιούχων, των ανέργων, υποσυνείδητα ταυτίστηκε με τον αγώνα των συγγενών των θυμάτων, καθώς στην καθημερινότητά της βιώνει τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, με την ακρίβεια των ειδών πρώτης ανάγκης, με την υποβάθμιση και εγκατάλειψη του ατροφικού κράτους πρόνοιας, των δημόσιων νοσοκομείων, της δημόσιας παιδείας και των δημόσιων υποδομών.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα, η Μαρία Καρυστιανού, με τη χαρισματική της παρουσία και την ευχέρεια του λόγου της, αναδείχθηκε ως η κύρια δημόσια εκπρόσωπος των συγγενών των θυμάτων. Απέκτησε μια τεράστια λαϊκή απήχηση και σημαντικό κύρος καθώς κατήγγειλε χωρίς περιστροφές τη διαπλοκή και τη διαφθορά του πολιτικού προσωπικού της ΝΔ που οδήγησε στην κακοδιαχείριση των έργων του σιδηροδρομικού δικτύου (περιβόητη σύμβαση 717). Ενός σιδηροδρομικού δικτύου που τα περιουσιακά του στοιχεία και οι λειτουργίες του κατακερματίστηκαν και ιδιωτικοποιήθηκαν από τις πολιτικές των μνημονίων.
Όσο η Μαρία Καρυστιανού μιλούσε εξ ονόματος των συγγενών, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ δεν τόλμησαν να αντιπαρατεθούν ανοιχτά μαζί της δηλώνοντας υποκριτικά ότι σέβονται τη μητέρα ενός θύματος. Περιορίστηκαν έτσι σε συγκαλυμμένες απειλές και συκοφαντίες προσπαθώντας να την τρομοκρατήσουν, να αμαυρώσουν την εικόνα της και να υπονομεύσουν το κύρος της. Προσπάθειες που έπεφταν στο κενό.
Από την άλλη πλευρά οι καταγγελίες της Καρυστιανού στόχευαν κυρίως στις ευθύνες και στη διαφθορά του πολιτικού προσωπικού και όχι στις μνημονιακές πολιτικές της τελευταίας δεκαετίας και πολύ περισσότερο στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της τελευταίας εικοσαετίας που οδήγησαν στις ιδιωτικοποιήσεις. Έναν τέτοιο ολοκληρωμένο και τεκμηριωμένο αντιπολιτευτικό λόγο, δεν μπορούσε φυσικά να αρθρώσει ούτε ο Σύλλογος των Συγγενών, ούτε προσωπικά η Μαρία Καρυστιανού. Όφειλαν να τον αρθρώσουν, να τον προβάλουν και να τον προωθήσουν με μαζικές κινηματικές δράσεις τα κόμματα της επίσημης Αριστεράς που όμως περιορίστηκαν στις κοινοβουλευτικές αψιμαχίες και στις συμβολικές κινητοποιήσεις. Η επαναστατική Αριστερά προσπάθησε, αλλά ο κατακερματισμός των δυνάμεών της δεν επέτρεψε μια συντονισμένη δράση στα συνδικάτα και στους δρόμους, αλλά ούτε και να αποκτήσει μια δυναμική παρουσία στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Ο χαρακτήρας και τα όρια του «κινήματος»
Αμέσως, με τις πρώτες δημόσιες νύξεις της Καρυστιανού, σχετικά με την πρόθεση της να εξαγγείλει το «κίνημα», αποκαλύφθηκαν τόσο ο πρωτογονισμός της πολιτικής σκέψης της όσο και η έλλειψη ουσιαστικής ιστορικής γνώσης και αντίληψης. Δήλωσε ότι σκοπεύει, ούτε λίγο ούτε πολύ, «να καθαρίσει τον κόπρο του Αυγεία» ή «να αλλάξει το πολιτικό σύστημα»ii.
Ακόμη χειρότερα η εκπρόσωπος του «κινήματος» Μαρία Γρατσία, πρώην πολιτεύτρια του σκοταδιστικού, ακροδεξιού μορφώματος «Νίκη», ανακοίνωσε μιλώντας στον τηλεοπτικό σταθμό Κόντρα τη συγκρότηση μιας «επιτροπής σοφών» που αποτελείται από «προσωπικότητες με ισχυρό επαγγελματικό και επιστημονικό υπόβαθρο, που προέρχονται από την αγορά εργασίας και την καθημερινότητα και όχι από τον στενό κύκλο της παραδοσιακής πολιτικής.
«Πρόκειται για εξαίρετες προσωπικότητες με πολύ καλό επαγγελματικό και γνωστικό υπόβαθρο, έχουν προσεγγίσει με δική τους πρωτοβουλία την κ. Καρυστιανού, (…) που βιώνουν στην καθημερινότητά τους τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, έχουν αναλάβει ευθύνες, που είναι πολύ σημαντικός δείκτης ωριμότητας, και παράλληλα έχουν και τις γνώσεις και το γνωστικό υπόβαθρο προκειμένου να συνδράμουν στη διαμόρφωση εμπεριστατωμένων, στοιχειοθετημένων λύσεων, απτών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν προβλήματα που απασχολούν την χώρα».
Νομίζουμε ότι οι πολύ διαφωτιστικές αυτές δηλώσεις της κυρίας Γρατσία δεν χρειάζονται από τη μεριά μας καμιά παραπέρα ανάλυση. Οριοθετούν με σαφήνεια τις προθέσεις και τον ορίζοντα των προσωπικοτήτων – ιδρυτών/τριών του «κινήματος». Προθέσεις που πρέπει να είναι απόλυτα καθησυχαστικές για το πολιτικό σύστημα.
Αν όμως ο χαρακτήρας και ο προσανατολισμός του «κινήματος Καρυστιανού» έχουν ήδη γίνει αντιληπτά σε ένα μεγάλο τμήμα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, αυτό καθόλου δεν ισχύει για τα πλατιά λαϊκά στρώματα που οπωσδήποτε δεν έχουν αποβάλει τις κοινοβουλευτικές τους αυταπάτες, ενώ ο εθνικισμός και η ξενοφοβία ασκούν τα τελευταία χρόνια μια όλο και πιο ισχυρή επιρροή.
Αν οι δημοσκοπικές μετρήσεις για τη δυναμική εκλογική απήχηση του νέου εγχειρήματος επιβεβαιωθούν και το επόμενο χρονικό διάστημα, καθώς το «κίνημα» θα παίρνει σάρκα και οστά, τότε είναι πολύ πιθανό αυτό να συντελέσει σε μια προσωρινή τουλάχιστον διέξοδο για το ελληνικό πολιτικό σύστημα, όπως έχουν αποτελέσει παρόμοια εγχειρήματα σε μια σειρά άλλες καπιταλιστικές χώρες που βρίσκονται σε οικονομική και κοινωνική κρίση.
Οι καταστροφικές συνέπειες στη συνείδηση των λαϊκών στρωμάτων από ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είναι επίσης προφανείς, όχι μόνο επειδή θα συντηρηθούν οι αυταπάτες για μια νέα κοινοβουλευτική διέξοδο, αλλά, και κυρίως, γιατί το «κίνημα» είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσει την εθνικιστική ιδεοληψία και την ξενοφοβία.
Απέναντι σε αυτό, η επαναστατική αριστερά, οφείλει άμεσα να παλέψει όχι μόνο για τη δημιουργία μαζικών απεργιακών κινητοποιήσεων με διεκδικητικά αιτήματα απέναντι στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αλλά, το κυριότερο, για τη δημιουργία ενός αντιπολεμικού κινήματος απέναντι στον εθνικισμό και τη ξενοφοβία. Η υποχώρηση της συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων εγκυμονεί την εξάπλωση της φαιάς πανούκλας και, αυτός είναι ο κίνδυνος, που πρέπει έγκαιρα να αντιμετωπίσουμε.
Σημειώσεις
i Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της GPO το ενδεχόμενο «κόμμα Καρυστιανού» φαίνεται να προσελκύει ψηφοφόρους από σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα: Το 9,7% των ψηφοφόρων της Ν.∆. και το 15,8% του ΠΑΣΟΚ δηλώνουν θετικοί σε μια τέτοια επιλογή, ενώ ακόμα μεγαλύτερη απήχηση καταγράφεται σε άλλους χώρους: 36,8% στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, 36,7% στους ψηφοφόρους της Ελληνικής Λύσης, 25% στο ΚΚΕ, 63,4% στη «Νίκη», 52,8% στην Πλεύση Ελευθερίας και 24,4% στη Φωνή Λογικής



