Δημοκρατικά Δικαιώματα και Καταστολή

 1.    Σπέρματα εργατικής δημοκρατίας

Τα δημοκρατικά δικαιώματα είναι κατακτήσεις της εργατικής τάξης μέσα στον καπιταλισμό. Είναι κατακτήσεις ως συνέπεια των αγώνων της, προκειμένου να οργανώνει με καλύτερο και αυτοτελή τρόπο τις μάχες της και το κίνημά της. Όσο η εργατική τάξη χρειάζεται εργασιακά δικαιώματα, τόσο χρειάζεται και ελευθερίες, προκειμένου να υπερασπίζεται τα δικαιώματα που έχει κατακτήσει. Όσο χρειάζεται καλύτερους όρους διαπραγμάτευσης αναπαραγωγής της εργατικής της δύναμης, τόσο χρειάζεται να διασφαλίσει με πιο κατάλληλο τρόπο και την κοινωνική της αναπαραγωγή. Τα δημοκρατικά δικαιώματα τη βοηθούν να αποκτά αυτοπεποίθηση και καλύτερη συνείδηση της θέσης της στον καπιταλισμό. Η εργατική τάξη πρέπει να δίνει αυτοτελώς τις μάχες της, διότι έργο της ίδιας είναι η χειραφέτησή της.

Αντίστοιχα, η εργατική τάξη “μαθαίνει” στον διάλογο στο εσωτερικό της. Διότι πέραν του ότι δημιουργεί μια συνθήκη κατανόησης της θέσης της εντός καπιταλισμού, αντίστοιχα μαθαίνει να συζητάει και να ζυμώνεται πολιτικά. Ακόμη, εξασκείται στον δημοκρατικό διάλογο και τη διαφωνία μέσω των εργατικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων που δημιουργεί η ίδια για να αποκτά εργατικά και συνδικαλιστικά, πολιτικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Επίσης, ανακτά τον χαρακτήρα της ενότητάς της για να διαπραγματεύεται ενιαία τις υποθέσεις της.

Τα δημοκρατικά δικαιώματα τα βλέπουμε ως δικαιώματα που, “ως σπέρματα εργατικής δημοκρατίας στον καπιταλισμό”, δυναμώνουν την ταξική πάλη και διαμορφώνουν πιο ευνοϊκό κοινωνικό συσχετισμό για τη θωράκιση των μαχών της εργατικής τάξης. Ως κατακτήσεις των εργατών, είναι και παραχωρήσεις των αστών που χάνουν ένα ορισμένο πεδίο της εξουσίας και της κυριαρχίας τους, ένα ορισμένο πεδίο της κοινωνικής νομιμοποίησης της καταστολής τους. Με τα δικαιώματά της η εργατική τάξη θωρακίζεται για να μην βρίσκει έδαφος το κράτος με τους θεσμούς καταστολής του να παρεμβαίνει στο εσωτερικό των σωματείων και στις εσωτερικές διεργασίες που συντελούνται εντός τάξης. Η εργατική τάξη βρίσκει τους όρους και τα μέσα πάλης να κινείται εντός και εκτός θεσμικού πλαισίου, έχοντας την αλληλεγγύη και τη νομιμοποίηση της υπόλοιπης καταπιεσμένης κοινωνίας. Απέναντι στην καταστολή του κράτους, διαμορφώνει και τους δικούς της αντιθεσμούς.

 

2.   Πάνω στην υπεράσπιση της (αστικής) δημοκρατίας

Τα δημοκρατικά δικαιώματα της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων δεν είναι δικαιώματα υπεράσπισης της δημοκρατίας γενικά και αφηρημένα. Τα δικαιώματά της δεν πρέπει να νοούνται ως θεσμικές κατακτήσεις της  “αστικής” δημοκρατίας. Η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία προέκυψε ως μορφή πολιτεύματος και εξουσίας από τις μάχες των λαϊκών μαζών απέναντι στα μοναρχικά καθεστώτα, συνταγματικά και μη. Χωρίς την παρέμβαση των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας η  “δημοκρατία” δεν θα μπορούσε να εγκριθεί συνταγματικά από τους αστούς, διότι ο ρόλος τους δεν συνδέεται με τη “δημοκρατία”. Και αυτό ήταν ένα μεγάλο βήμα σε σχέση με τα προηγούμενα καθεστώτα που έχει ζήσει η ανθρωπότητα. Αλλά η αστική δημοκρατία έχει γίνει ιστορικά μορφή κυριαρχίας και εξουσίας της αστικής τάξης που επιβάλλει τα συμφέροντά της εις βάρος όλης της υπόλοιπης κοινωνίας. Γι’ αυτό είναι πράγματι “δικτατορία του κεφαλαίου”, διότι η αστική τάξη έχει τα μέσα παραγωγής και τον πλούτο της κοινωνίας στα χέρια της, εφόσον έχει οικονομική εξουσία, και αντίστοιχα έχει και την πολιτική εξουσία. Οι αστοί ως εκπρόσωποι του καθεστώτος τους μπορούν να επιβάλλουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα εις βάρος των “από κάτω” με το συνταγματικό νομικό τους οπλοστάσιο και τους θεσμούς του κράτους τους, ως μορφή ταξικής κυριαρχίας και διαιώνισης της εξουσίας τους. Όμως, κάνουν παραχωρήσεις και αναδιπλώνονται παραχωρώντας δικαιώματα, που οι ίδιοι ξέρουν να τα παίρνουν πίσω κάνοντας επιθέσεις στην εργατική τάξη σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας τους. Σκοπός της πολιτικής τους διαχείρισης όμως είναι και να κάμπτουν με όρους συνδιαλλαγής το αγωνιστικό φρόνημα της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης, επειδή αδυνατούν  να διαχειριστούν τη δυναμική και τις κατακτήσεις των εργατικών αγώνων, αλλά και επειδή πιέζονται από τους αγώνες των εργατών. Τα δικαιώματα που μας δίνουν τα κρατάμε ως κεκτημένα των αγώνων μας και ως αναγκαίο χώρο και συσχετισμό για την συσπείρωση των δυνάμεών μας.

Τα δημοκρατικά δικαιώματα τα χρειάζονται οι εργάτες, διότι σε ένα αστικό δημοκρατικό καθεστώς με περισσότερες ελευθερίες είναι, πολλές φορές, πολύ πιο εύκολο να ξεδιπλώσουν τους αγώνες τους. Δεν τα έχουν για να κατακτήσουν θέσεις-κλειδιά «από τα μέσα» στον κρατικό μηχανισμό, αλλά όταν απαξιώνεται και περιστέλλεται και αυτή η συνθήκη της αστικής δημοκρατίας, χρειάζεται να την υπερασπιστούν. Η υπεράσπιση προκύπτει επειδή η απαξίωσή της γίνεται στα πλαίσια της συνολικής απαξίωσης της θέσης και των δικαιωμάτων των καταπιεσμένων. Σκοπός δεν είναι να γίνουν οι εργάτες συνομιλητές των καπιταλιστών, ως ο μόνος δρόμος με τον οποίο υποτίθεται ότι μπορούν να επιβάλλουν ηγεμονικά τις θέσεις και τα αιτήματα τους. Ούτε η πάλη τους να καταλήγει σε μια κοινή συμβιβαστική συμφωνία με τους αστούς, διότι οι αστοί, έχοντας την εξουσία στην κοινωνία ξέρουν πώς να κερδίζουν από τους συμβιβασμούς και να βοηθούν στην διασπορά αυταπατών στους εργάτες. Οι εργάτες πρέπει να διεκδικούν τα δικαιώματά τους αυτοτελώς και αυτοοργανωμένα με τους αγώνες τους. Η εργατική τάξη χρειάζεται να επιβάλλει και να διαπραγματεύεται με τη συλλογική της δύναμη και θέληση τις κατακτήσεις της.

 

3.   Η καταστολή του κράτους απέναντι στις ελευθερίες.

Τα λεγόμενα “δικαιώματα” θωρακίζουν και προστατεύουν την εργατική τάξη από την καταστολή του αστικού κράτους. Περιορίζουν την κατασταλτική δράση του κράτους. Τη στιγμή που το αστικό κράτος παίρνει πίσω τις κατακτήσεις που έδωσε, σε δύσκολες στιγμές οικονομικής κρίσης, εντείνει την καταστολή. Η ένταση της καταστολής γίνεται όχι μόνο όταν εντείνονται οι επιθέσεις του κεφαλαίου στις εργατικές κατακτήσεις, αλλά και όταν το εργατικό κίνημα απαντά  σ’ αυτές, χωρίς να  έχει δημιουργήσει τους όρους θωράκισής του με την αντιβία του, και όταν ηττάται η αντίστασή του στις επιθέσεις που δέχεται. Η βίαιη καταστολή δεν είναι μόνο “φυσική”, με τη διάλυση πορειών, τις συλλήψεις και το ξύλο στο σωρό, αλλά και “προληπτική” και “ιδεολογική”. Η “προληπτική” καταστολή έχει τον χαρακτήρα επίθεσης στους όρους με τους οποίους ανασυγκροτεί και αυτοοργανώνει εσωτερικά το κίνημα τον εαυτό του, εντός και εκτός αστικής νομιμότητας, για να μην μπορεί να απαντήσει το κίνημα σ’ έναν νέο κύκλο επιθέσεων μ’ έναν νέο κύκλο αγώνων. Αυτό φαίνεται στο σήμερα με τους περιορισμούς στο δικαίωμα στην απεργία και στη διαδήλωση, την κατάργηση του ασύλου, αλλά και τις εκκενώσεις των κοινωνικών αυτοοργανωμένων χώρων. Περιορίζεται το πεδίο ελεύθερης δράσης του κινήματος. Η προληπτική καταστολή δημιουργεί πολλάκις τους όρους της φυσικής καταστολής.

Η ιδεολογική καταστολή παίρνει τις διαστάσεις μαζικής τρομοϋστερίας και δικαιολόγησης της κατασταλτικής πολιτικής του αστικού κράτους. Πρέπει να σπέρνεται ο φόβος και αυτός να εμπεδώνεται ως κλίμα για να μειώνει τη μαζική συμμετοχή στους αγώνες. Η τρομοϋστερία πρέπει να γίνεται, πολλές φορές, κρατική πολιτική με τη δημιουργία ανάλογων κατασταλτικών  νόμων. Τέτοιος νόμος είναι ο τρομονόμος, που, απ’ όταν υλοποιήθηκε η εφαρμογή του έχει συκοφαντικό χαρακτήρα απέναντι σε αγωνιστές και σε χώρους του κινήματος και κινείται κατασταλτικά και στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων “των κατηγορουμένων”. Με την ύπαρξη του τρομονόμου, δηλώνεται συγκεκριμένα επίσης ότι το αστικό κράτος δημιουργεί στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας το συνταγματικό πλαίσιο θωράκισης της κατασταλτικής δράσης του. Δίνει χώρο στον εαυτό του να επεκτείνει το πεδίο της αυθαίρετης δράσης του απέναντι στο δικαίωμα της δίκαιης δίκης και απόφασης και να επιδιώκει τη διάλυση τμημάτων του κινήματος, θέλοντας την κοινωνική τους απομόνωση και αποξένωση, πάνω στο έδαφος και της δικής τους έλλειψης κοινωνικής γείωσης. Απέναντι στην κατάσταση αυτή που φέρνει την περιστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων απαντάμε με αλληλεγγύη στα τμήματα αυτά του κινήματος, όπως ως οργάνωση είχαμε κάνει κατά την εξάρθρωση της 17Ν και του ΕΛΑ (το 2002), παρά τις μεγάλες διαφορές που είχαμε και έχουμε με την πρακτική της ατομικής πάλης και δράσης.

Με τα τελευταία γεγονότα στην ΑΣΟΕΕ και τη διαπόμπευση του πρύτανη χρειάζεται να βγουν διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που έβγαλε ο χώρος της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Πρώτα απ’ όλα, δεν χρειάζεται η αποκήρυξη αυτής της απελπισμένης ενέργειας. Η όποια διαφωνία μαζί της χρειάζεται να γίνεται μόνο στα πλαίσια του κινήματος και των εσωτερικών διεργασιών. Είναι άστοχη και βολικά συντηρητική η κριτική απέναντί της ότι ήταν “προβοκατόρικη”, “χρήσιμα ηλίθια” και “αγριανθρωπική”. Το άλλοθι για να καταστείλει το κράτος το κίνημα το βρίσκει μόνο του, ανεξαρτήτως της πρακτικής δράσης τμημάτων του κινήματος. Έχει τη δική του ανεξάρτητη πολιτικά κατασταλτική ατζέντα και, αντίστοιχα, την πολιτική και επικοινωνιακή του διαχείριση. Ανεξαρτήτως της ενέργειας αυτής, θα ερχόταν η συζήτηση για πανεπιστημιακή αστυνομία στις σχολές και για τον έλεγχο (face control) της κίνησης εντός των σχολών. Η κυβέρνηση δεν χρειάστηκε κάποιο άλλοθι για να απαγορεύσει “λόγω κορονοϊού” τις πολιτικές εκδηλώσεις του κινήματος και για να καταστείλει την αντιφασιστική πορεία στο Γαλάτσι με συλλήψεις αγωνιστών. Ούτε χρειαζόταν “μια προβοκάτσια” για να ανακινήσει τη θεωρία των δύο άκρων. Το ΥΠΡΟΠΟ, ως συνέπεια της “κατακραυγής” της διαπόμπευσης του πρύτανη, έφερε τη δημόσια επικήρυξη των δραστών της ενέργειας. Εάν το κίνημα θέλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, χρειάζεται να καταγγείλει την επικήρυξη και να δηλώσει την αλληλεγγύη του στους αγωνιστές αυτής της ενέργειας, ανεξαρτήτως του ότι διατηρείται το πλήρες δικαίωμα κριτικής στην συγκεκριμένη αυτή ενέργεια εντός του.

Το αστικό κράτος δημιουργεί “εσωτερικούς” εχθρούς εντός των καταπιεσμένων της εργατικής τάξης, ενώ, ταυτόχρονα, έχει “πολεμήσει” ή βρίσκεται σε διαμάχη με τον “εξωτερικό” του εχθρό για τα δικά του ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Όταν το ίδιο δημιουργεί “εσωτερικούς εχθρούς” εντός της εργατικής τάξης, βοηθά στη διάσπασή της και όχι στην ενότητά της. Σε στιγμές ανόδου του κινήματος και πλήρους ενοποίησης της εργατικής τάξη, θα την δει ως “εσωτερικό εχθρό” στην ολότητά της.

 

4.   Ένταση της καταστολής. Ρόλος των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ

Υπάρχει συζήτηση στο κίνημα για την ένταση της καταστολής από την κυβέρνηση της ΝΔ. Αυτή η συζήτηση γίνεται με αρετές, αλλά και με αδυναμίες. Σήμερα, η ένταση της καταστολής από την αστική τάξη και το κράτος της είναι αποτέλεσμα της ήττας του κινήματος ενάντια στα μνημόνια (2010-2012), της υποχώρησης του κινήματος από την καταστροφική πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019), αλλά και της επερχόμενης νέας κρίσης και της αδυναμίας αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού.

Η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ήταν καταστροφική, όχι μόνο επειδή μια “αριστερή” κυβέρνηση έφερε μνημόνιο και ως αστική κυβέρνηση κατέφερε επιθέσεις στην εργατική τάξη, αλλά και επειδή οδήγησε αγωνιζόμενα τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων στο να  ασπαστούν τη λογική της ανυπαρξίας εναλλακτικής λύσης στην κυρίαρχη πολιτική. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έφερε την υποχώρηση του κινήματος και έστρωσε τον δρόμο να έρθει θριαμβευτικά η κυβέρνηση ΝΔ. Μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση ξέρει πότε χρειάζεται η ίδια να ενσωματώνει το κίνημα και τις αντιδράσεις του κόσμου. Ως κόμμα προερχόμενο από την αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλησε να παίξει αυτόν τον ρόλο πολλές φορές. Η ΝΔ έχει ειλικρίνεια ως κόμμα, ως το πιο γνήσιο αντιπροσωπευτικό κόμμα της αστικής τάξης, και ως κυβέρνηση, στην πολιτική της, στο ότι είναι καθαρή στις αντεργατικές και κατασταλτικές της προθέσεις και δεν έχει τα επικοινωνιακά “στολίδια” της κυβερνητικής σοσιαλδημοκρατίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ έφερε άγριες αστικές πολιτικές με προσχήματα και υπεκφυγές στην επικοινωνιακή του διαχείριση, απαξιώνοντας την αριστερά, και συνέχισε να καλλιεργεί αυταπάτες συνεχώς σ’ έναν εργατικό και λαϊκό κόσμο. Από εδώ φαίνεται ότι, πέραν του ότι μια όποια αριστερή ή δεξιά κυβέρνηση διαχείρισης του συστήματος θα είναι κυβέρνηση αστικής πολιτικής στα πλαίσιά του, είναι υπεκφυγή από την πλευρά των τμημάτων του κινήματος, που είχαν αυταπάτες ή συμμετείχαν ως οργανικό κομμάτι στον ΣΥΡΙΖΑ, το να χρεώνουν την ένταση της καταστολής αποκλειστικά στην πολιτική του Μητσοτάκη, και να υποβαθμίζουν τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ νωρίτερα –ή, ειδικότερα, τον κατασταλτικό ρόλο του στο πρώτο επτάμηνο της διακυβέρνησής του. Τμήματα του κινήματος τότε επιδίωκαν να παίξει το κίνημα τον ρόλο του υποστηρικτή  και ουραγού της “πρώτης φοράς αριστερής κυβέρνησης”. Με το να παρουσιάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ μόνο ως εκείνος που απαξίωσε την δυναμική του κινήματος του προηγούμενου διαστήματος, υποβιβάζεται ο κατασταλτικός ρόλος που έπαιξε και η δράση που ανέπτυξε και ο ίδιος ως κυβερνητικό κόμμα, ακόμα κι αν η καταστολή πράγματι δεν είχε την πολιτική ένταση της κυβέρνησης ΝΔ.

Η ΝΔ βρίσκει κίνητρο για την ένταση της καταστολής της όχι μόνο στην υποχώρηση και στις ήττες του κινήματος και στο πεσμένο ηθικό του αγωνιζόμενου κόσμου, αλλά και σε δύο ακόμη παράγοντες. Ο ένας είναι η όξυνση μιας επερχόμενης οικονομικής κρίσης και η αδυναμία διαχείρισής της, μαζί με την ένταση των επερχόμενων αντιδράσεων των “από κάτω”, που θα εκκινήσουν από τα νέα σκληρά μέτρα που θα φέρει ως κυβέρνηση. Ο άλλος λόγος είναι η αδυναμία αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού, που έχει ως συνέπεια την πολιτική των κατασταλτικών μέτρων “έκτακτης ανάγκης” και τα ημίμετρα για την προστασία της δημόσιας υγείας αλλά, και την πρόληψη και προστασία της ζωής της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Στην περίοδο του lockdown, με την απαγόρευση της κυκλοφορίας, εντάθηκε ο αυταρχισμός και ο κοινωνικός έλεγχος, και εμπεδώθηκε κοινωνικά η λογική της “κοινωνικής ανοσίας της καταστολής”, με το κυνηγητό της νεολαίας στις πλατείες από τα ΜΑΤ. Απαγορεύτηκε η πολιτική και συνδικαλιστική δράση της εργατικής τάξης, μπήκαν σε “καραντίνα” οι κοινωνικές σχέσεις-συναναστροφές και εντάθηκε κοινωνικά το αίσθημα μοναξιάς, ως συνθήκη κοινωνικής απομόνωσης ή/και αποκλεισμού. Στη συγκυρία αυτή και μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση εντάθηκε η εθνική ενότητα, μαζί με τη δολοφονική πολιτική του ελληνικού κράτους απέναντι στους πρόσφυγες και στην ιμπεριαλιστική ηγεμονική πολιτική της Ελλάδας στον ανταγωνισμό της με την Τουρκία, που βέβαια υπήρχαν και νωρίτερα. Η εθνική ενότητα στήθηκε και με την βοήθεια μια “εθνικής” αντιπολίτευσης, που κύριος εκφραστής της ήταν και μένει ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήθελε να παίξει τον ρόλο του καλύτερου υπερασπιστή της “εθνικής ενότητας”. Τίποτα δεν προδιαγράφει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση σήμερα στις ανάλογες συνθήκες δεν θα εφάρμοζε τα ίδια μέτρα, παρά τις δευτερεύουσες πτυχές της πολιτικής του.

Γι’ αυτό, το σοκ που υπάρχει σε τμήματα του κόσμου του αγώνα για την πολιτική της δεξιάς είναι παραπλανητικό για την πολιτική ανάλυση της συγκυρίας και τα καθήκοντα που μπαίνουν από το κίνημα. Όσο και εάν πρέπει να αναγνωρίζεται στη δεξιά ένας ιδεολογικός λόγος απαξίωσης των συλλογικών αγώνων και των προοδευτικών παρακαταθηκών που έδωσε κοινωνικά η μεταπολίτευση, η αμιγώς αντιδεξιά ρητορική δίνει βήμα και χώρο στον ΣΥΡΙΖΑ να παίξει τον ρόλο μιας εναλλακτικής λύσης, ενός άλλου πόλου, περισσότερο δημοκρατικού και προοδευτικού, στα πλαίσια του σύγχρονου αστικού διπολισμού, με την αστική ολοκλήρωσή του ως κόμμα που θέλει να εκφράσει, σήμερα, ηγεμονικά “τον χώρο” της κεντροαριστεράς. Ακόμη, το παραπλανητικό αυτό σοκ δίνει χώρο να διαμορφωθούν οι σύγχρονοι όροι των ζυμώσεων για να καλυφθεί το κενό που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ στο επίπεδο των πολιτικών εκπροσωπήσεων και μετωπικών πρωτοβουλιών εντός κινήματος, για τη δημιουργία ενός νέου πιο αγωνιστικού ΣΥΡΙΖΑ (πλατιού μετώπου της παναριστεράς) μέσα στον χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Εάν θέλει κανείς να βρει ιστορικά προηγούμενα για τη σημερινή ένταση της καταστολής, μπορεί να τα βρει στα πλαίσια του εγχώριου αστικού κράτους και μέσα στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού του καθεστώτος. Όσο αναντίρρητα αντιδραστικός και αν είναι ο νόμος για τις διαδηλώσεις σίγουρα δεν είναι ούτε “χουντονόμος” ούτε “χουντικής έμπνευσης”. Μ’ αυτές τις προσεγγίσεις εξωραΐζεται ο ρόλος της αστικής δημοκρατίας και οι περίοδοι που αυτή περνά. Είναι ένας νόμος αυταρχικός και κατασταλτικός μέσα στα αστικοδημοκρατικά συνταγματικά πλαίσια. Το πρόβλημα με τον νέο νόμο για τις διαδηλώσεις το αντιμετωπίζουν κυρίως οι μικρές πορείες, με το σχέδιο διάλυσής τους από την αστυνομία που είδαμε να εκτυλίσσεται. Ο νόμος αυτός, πάντως, δεν θα εφαρμοστεί συνολικά, διότι το κίνημα αλλά και η λαϊκή βούληση και ενεργητικότητα θα αποτρέψουν την εφαρμογή του.

Στα πλαίσια της έντασης της δομικής κρίσης του κεφαλαίου στις αποφάσεις και στις επιλογές τους και στην αδυναμία να αντιμετωπίσουν την κρίση των καπιταλιστών οι αστικοδημοκρατικές κυβερνήσεις φλερτάρουν με πτυχές της πολιτικής της ακροδεξιάς. Στις πολιτικές τους και στην αστάθεια του συστήματος κάνουν επίσης συμμαχίες με κόμματα της ακροδεξιάς σε επίπεδο διακυβέρνησης. Αυτό έγινε με την συγκυβέρνηση του Παπαδήμου, αλλά και με την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους εθνικιστές και ακροδεξιούς ΑΝΕΛ. Στη σημερινή συγκυρία η κυβέρνηση της ΝΔ στην πολιτική της φλερτάρει με την ακροδεξιά, όπως γίνεται στο προσφυγικό, στα εθνικά και στην καταστολή. Όμως, ως αστική κυβέρνηση, που δεν είναι ακροδεξιά, ξέρει να ελέγχει ακροδεξιές φωνές και ακροδεξιά τμήματα της κυβέρνησής της και του κόμματός της και, αντίστοιχα, να κινείται εντός (και όχι εκτός) της αστικής νομιμότητας σ’ ότι και εάν περνάει.

 

5.   Οι εργατικές και λαϊκές ελευθερίες απέναντι στους φασίστες - Καταδίκη των ναζί της χρυσής αυγής

 Η εργατική τάξη συγκροτεί αντιφασιστικό κίνημα για να απαντήσει στις φασιστικές προκλήσεις και στον φασιστικό κίνδυνο. Το κίνημά της για να είναι μαζικό και νικηφόρο, θα πρέπει να είναι ενιαιομετωπικό, με όλες τις δυνάμεις που έχουν εργατική αναφορά, εντός του κινήματος. Ένα κίνημα της εργατικής τάξης που μπορεί ν’ ανοίξει ευρύτερη ταξική σύγκρουση υπερασπιζόμενη τον εαυτό της και όλη την υπόλοιπη κοινωνία· που κινείται και αμύνεται απέναντι στη διάλυση και στην εξατομίκευσή της, καταστάσεις που επιχειρούν να πετύχουν οι φασίστες με το αντιδραστικό κίνημά τους, για να κερδίσουν με το ηγεμονικό τους σχέδιο την στήριξη των αστών (με όρους διαπραγμάτευσης) έχοντας εξασφαλίσει τη συγκάλυψη των κρατικών μηχανισμών. Η εργατική τάξη υπερασπίζεται τις δημοκρατικές της κατακτήσεις για ν’ απαντήσει στους φασίστες και για να υπερασπιστεί τις εργατικές της οργανώσεις, τις πολιτικές της ταυτότητες, τις συλλογικές αναπαραστάσεις και τις παρακαταθήκες του αγώνα της. Ο αγώνας της εργατικής τάξης είναι “ζήτημα ζωής και θανάτου” για την επιβίωσή της και μπορεί να γίνει ένα ευρύτερο λαϊκό κίνημα, όπως συνέβη με την κινητοποίηση την ημέρα της καταδίκης της χρυσής αυγής ως εγκληματική οργάνωση.

 Το αντιφασιστικό κίνημα δεν πρέπει να δημιουργείται κάτω από το πρίσμα ενός “ευρύτερου μετώπου δημοκρατικών δικαιωμάτων”, ως απάντηση στην κρατική καταστολή. Η υπεράσπιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων στην πολιτική της αποτελεί τμήμα του αυτοτελούς αντιφασιστικού κινήματος και μετώπου, στα πλαίσια της ταυτότητας και της ατζέντας του απέναντι στους φασίστες. Άλλωστε, δεν χρειάζεται αυτό το μέτωπο δημοκρατικών δικαιωμάτων, επειδή οι φασίστες δεν είναι παρακράτος. Όσο και εάν έχουν οργανικές σχέσεις με το βαθύ κράτος και με τμήματα του παρακράτους. Οι φασιστικές οργανώσεις και ο χώρος τους έχουν την δική τους ιδεολογική συγκρότηση, πολιτική ατζέντα και εγκληματική, λόγω ιδεολογίας, πρακτική. Ταυτόχρονα, το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να κινείται απέναντι σε λαϊκά μέτωπα με δυνάμεις “του δημοκρατικού τόξου”. Κι αυτό γιατί, εάν δημιουργήσει λαϊκά μέτωπα, χάνει την αυτοτελή του δράση, ταυτόχρονα δίνει χώρο να οικειοποιούνται τις νίκες του οι αστοί και δικαιολογεί τις πρακτικές συγκάλυψης των αστών προς τους φασίστες, που τους χρησιμοποιούν ως εφεδρεία τους για να βγουν από την πολιτική και οικονομική κρίση σταθερότητάς τους,.

 

6.  Κοινότητες αγώνα, κοινές συλλογικές σχέσεις απέναντι στον αποκλεισμό και στις διαιρέσεις.

 Με τις κατακτήσεις τους οι “από κάτω” διαμορφώνουν τον κοινωνικό εκείνο χώρο και το πεδίο δράσης έτσι ώστε να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους και να ανεβάζουν τον πήχη της έντασης και της αντιπαράθεσης των αγώνων τους. Τα δημοκρατικά δικαιώματα βοηθούν στην υπεράσπιση της πολιτικής και κοινωνικής τους υπόστασης. Μαθαίνουν στον δημοκρατικό διάλογο και στην αντιπαράθεση. Ενοποιούνται ως καταπιεσμένοι δημιουργώντας τον δικό τους κόσμο απέναντι στον κανιβαλισμό. Η εργατική τάξη αναγνωρίζει ως καθήκον της την ενότητα στη δράση της και στα αιτήματά της. Αντιπροσωπεύει έναν άλλο κόσμο με τον οποίο η ενότητά της βάζει στο προσκήνιο τις ιδιαιτερότητές της, την πολυχρωμία της και την πολυεθνικότητά της, τις πολιτικές-πολιτισμικές ταυτότητές της και τις συλλογικές αναπαραστάσεις-παρακαταθήκες αγώνα. Αποκτά συλλογικές εμπειρίες αγώνων και ζωής, δημιουργεί κοινούς αγώνες ενσωματώνοντας ταυτότητες για να σπάσει τις διαιρέσεις αποκλεισμού που υπάρχουν εντός της και δημιουργεί την “αντικοινωνία των από κάτω”.

 Απέναντι “στη συσσώρευση” εμπειρίας απαντά με  κοινή συλλογική εμπειρία και πάλη. Δημιουργεί κοινές συλλογικές και συντροφικές σχέσεις και κοινότητες αγώνα απέναντι στο κέρδος, στη μοναξιά, στη βία, στους αποκλεισμούς και τις διαιρέσεις που προβάλλει το σύστημα αυτό, στα πλαίσια της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, με τον ρατσισμό και τον εθνικισμό, τον σεξισμό και την πατριαρχία αλλά και με την ετεροκανονικότητα. Αυτές οι διαιρέσεις και τα αντιδραστικά ιδεολογήματα προκύπτουν από τις σχέσεις παραγωγής και αναπαράγονται προσαρμοσμένα ταυτόχρονα στους θεσμούς και στις σφαίρες της κοινωνικής αναπαραγωγής.