Οι απολογισμοί του ΣΥΡΙΖΑ και το στρατηγικό αδιέξοδο του ρεφορμισμού

Το τελευταίο διάστημα έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία και άρθρα με προσπάθειες απολογισμού της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα προέρχονται από πρώην μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, που προσπαθούν να κάνουν ταυτόχρονα και τον απολογισμό της δικής τους πολιτικής διαδρομής και, για να μιλήσουμε χωρίς περιστροφές, να αποποιηθούν κάθε ουσιαστική ευθύνη για τα πεπραγμένα των κυβερνήσεων Τσίπρα και να οικοδομήσουν το άλλοθι που θα επιτρέψει τη συμμετοχή τους στις διεργασίες της μετά ΣΥΡΙΖΑ αριστεράς -από θέσεις στρατηγών, κατά κανόνα, μιας και κανείς δεν φαίνεται να θέλει να παίξει τον ρόλο του στρατιώτη.

Ένας σοβαρός απολογισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι όχι μόνο εύλογο, αλλά και απαραίτητο να γίνει. Οι απολογισμοί των αποχωρησάντων, ωστόσο, δεν έχουν μέχρι σήμερα προσθέσει πολλά στη σοφία μας. Σε γενικές γραμμές, ακολουθούν διάφορες παραλλαγές του κλισέ της προδοσίας της ηγετικής ομάδας. Προφανώς, από τη σκοπιά τους, αυτό είναι αναμενόμενο. Η επαναστατική αριστερά, ωστόσο, δεν γίνεται να αποσιωπήσει την απαραίτητη ανάλυση και κριτική, στο όνομα του αντι-σεκταρισμού και του σεβασμού προς όσους προσπαθούν να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Στο βαθμό που σωπαίνει, επιτρέπει να εμπεδωθεί ευρύτερα μια διαστρεβλωμένη αφήγηση που περισσότερο αποσκοπεί στο να απενοχοποιήσει όσους εγκατέλειψαν τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015, παρά να βγάλει οποιοδήποτε ουσιώδες πολιτικό συμπέρασμα.

 

Σύνδρομα προδοσίας

Ασφαλώς, η πιο διαδεδομένη, αλλά και πιο ρηχή, αφήγηση για το τι πήγε στραβά με το σχέδιο της αριστερής κυβέρνησης είναι εκείνη που τοποθετεί την τομή στο καλοκαίρι του 2015, όταν η κυβέρνηση Τσίπρα συμφώνησε το τρίτο μνημόνιο, ελάχιστα μόνο εικοσιτετράωρα μετά το δημοψήφισμα, στο οποίο είχε επικρατήσει με άνεση το «όχι» στη νέα συμφωνία. Πράγματι, το τρίτο μνημόνιο ήταν που έδωσε το έναυσμα για τη σταδιακή αποχώρηση των διαφόρων αντιπολιτευτικών ομάδων του ΣΥΡΙΖΑ: της Αριστερής Πλατφόρμας, που συγκρότησε έπειτα τη Λαϊκή Ενότητα∙ της αριστερής πτέρυγας των προεδρικών, που μετά από αρκετές περιπέτειες δημιούργησε τη Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική Διεθνιστική Αριστερά∙ της Ζωής Κωνσταντοπούλου, που έφτιαξε την Πλεύση Ελευθερίας, συνεργαζόμενη αρχικά με τη ΛΑΕ και του Βαρουφάκη, που μετά από απουσία λίγων χρόνων επανήλθε στην πολιτική σκηνή με το ΜεΡΑ25.

Οι ίδιες οι συνθήκες και ο χρόνος της αποχώρησης των δυνάμεων αυτών καθιστούν, κατά κάποιον τρόπο, υπαρξιακή τους ανάγκη μια αφήγηση σύμφωνα με την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε ως φυσικός φορέας εκπροσώπησης ενός κινήματος που ανέβαινε διαρκώς μέχρι και την κορύφωση του δημοψηφίσματος, προτού η ηγεσία Τσίπρα προδώσει το κίνημα και τη βάση του κόμματος. Καμία από αυτές τις δυνάμεις δεν είχε θεωρήσει ιδιαίτερο σκάνδαλο ούτε τη διαρκή δεξιά διολίσθηση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ πριν τις εκλογές του Γενάρη του 2015, ούτε την εκλογή του δεξιού Παυλόπουλου (του Υπουργού Εσωτερικών που κατέστειλε την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008) στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, ούτε την κυβερνητική συνεργασία με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ, ούτε τη συμφωνία στο Eurogroup του Φλεβάρη του 2015 -με την εξαίρεση ίσως των μικρών τροτσκιστικών οργανώσεων που παρενέβαιναν στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως και αυτές να θεωρήσουν κάποιον από τους παραπάνω λόγους αιτία αποχώρησης.

Η πιο τυπική περίπτωση είναι, ενδεχομένως, το Αριστερό Ρεύμα, η ηγεμονική δύναμη της ΛΑΕ. Για το Αριστερό Ρεύμα, ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μνημονιακή μετάλλαξη το καλοκαίρι του 2015, σε μεγάλο βαθμό επειδή υπέκυψε στις πιέσεις των ξένων δανειστών, υποσκάπτοντας την εθνική κυριαρχία της χώρας.[1] Βεβαίως, δύσκολα θα περίμενε κανείς κάτι περισσότερο από το Αριστερό Ρεύμα, που συμμετείχε με τέσσερις σημαντικούς υπουργούς και υφυπουργούς στην πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Παρόλα αυτά, δεν ήταν λίγες οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που έσπευσαν να ακολουθήσουν την ηγεσία του, βλέποντας στη ΛΑΕ μια μεγάλη ευκαιρία. Η προσδοκία αυτή δεν θα μπορούσε να διαψευστεί πιο τραγικά -και αυτό όχι μόνο ή κυρίως από την άποψη της εκλογικής εξαφάνισης, αλλά από την άποψη του απωθητικού εθνικιστικού ρεφορμιστικού προσανατολισμού που επικράτησε χωρίς δυσκολία στο νέο μέτωπο.

Από την άλλη, εάν η ηγεσία της Λαϊκής Ενότητας βαρύνεται με την αυτοπρόσωπη συμμετοχή της στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η ηγεσία της Συνάντησης βαρύνεται για την υποστήριξη της ηγεσίας Τσίπρα στο εσωτερικό του Κόμματος, ενάντια στην αντιπολίτευση του Αριστερού Ρεύματος, μέχρι και τη στιγμή της υπογραφής του μνημονίου. Και για τον χώρο της Συνάντησης, επομένως, το σημείο τομής δεν μπορεί παρά να τεθεί στο καλοκαίρι του 2015, γιατί αν η «μετάλλαξη» είχε γίνει νωρίτερα, η ηγεσία της Συνάντησης θα είχε να εξηγήσει πολλά και για τη δική της στάση. Ο χώρος της Συνάντησης επενδύει την αφήγησή του με πιο λεπτεπίλεπτα επιχειρήματα, τα οποία όμως δεν προσφέρουν και πολλά στο δια ταύτα: υποτιμήθηκε η εκμαυλιστική δύναμη του κράτους, παρακάμφθηκε το κόμμα από την κυβέρνηση κλπ. Γιατί όμως συνέβησαν όλα αυτά, εφόσον τα μέλη της Συνάντησης βεβαιώνουν ότι ο προκυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ ήταν «ο κατεξοχήν πολιτικός φορέας που εξέφραζε αιτήματα κοινωνικών, εθνικών και πολιτισμικών ομάδων και μειονοτήτων, συγκεράζοντας ταξικές και «δικαιωματικές» εκκλήσεις»[2] -κι επομένως, δεν δικαιούται κανείς να κριτικάρει τη συμμετοχή τους σε αυτόν; Μια λύση θα ήταν να υποθέσει κανείς ότι υπάρχει κάποιο εγγενές ελάττωμα στην ίδια την ιδέα να αναλάβει η αριστερά τη διαχείριση του καπιταλισμού∙ όμως, εάν το παραδεχόταν αυτό, η Συνάντηση θα έπρεπε πλέον όχι μόνο να εξηγήσει τους 6 μήνες της παραμονής της στον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να εγκαταλείψει τη στρατηγική της αριστερής κυβέρνησης, πράγμα που δεν δείχνει διατεθειμένη να κάνει. Εν τέλει, δεν μένουν και πολλές επιλογές από το ότι το πρόβλημα ήταν η προδοσία της ηγετικής ομάδας.

Εδώ, συν τοις άλλοις, διαιωνίζεται ο μύθος της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ στα κινήματα, την οποία το κόμμα της εποχής εκείνης φρόντιζε να διατυμπανίζει για εκλογικούς λόγους. Κάθε άνθρωπος που συμμετέχει συστηματικά στο κίνημα ξέρει ότι, στην πραγματικότητα, η εμπλοκή του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε σχεδόν πάντοτε περιθωριακή. Κανένας μεγάλος αγώνας δεν καθοδηγήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι μόνοι που φαίνεται ότι ήταν σταθερά πεπεισμένοι για το αντίθετο ήταν η δυτική αριστερά, με τις οριενταλιστικές της φαντασιώσεις, και οι αριστερές αντιπολιτεύσεις εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Έχοντας μια εντελώς διαστρεβλωμένη εντύπωση για την επιρροή τους στο κίνημα, δεν είναι παράξενο που οι αντιπολιτεύσεις αυτές είδαν τις προσδοκίες τους για την εμβέλειά τους μετά την αποχώρηση από τον ΣΥΡΙΖΑ να διαψεύδονται εντελώς.

Ο απολογισμός του Γιάνη Βαρουφάκη, από την άλλη, δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον προηγούμενο ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ στα κινήματα, μιας και ο ίδιος δεν προέρχεται ούτε από το κόμμα, ούτε από το κίνημα. Στο βιβλίο του «Ανίκητοι ηττημένοι»,[3] που έγινε παγκόσμια γνωστό, ακόμα και ως ταινία, ο Βαρουφάκης, μέσα από μια αφόρητα ναρκισσιστική αφήγηση για τις προσωπικές του γνωριμίες και περιπέτειες, αναπτύσσει ένα μάλλον εξεζητημένο επιχείρημα. Κατά τη γνώμη του, η αποτυχία οφείλεται στο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι φοβόταν περισσότερο ένα ενδεχόμενο Grexit από το να υποχρεωθεί τελικά να αποπληρώσει το χρέος, ενώ η ενδεδειγμένη τακτική θα ήταν να δείξει ότι το φοβάται λιγότερο, όχι για να υλοποιήσει όντως την έξοδο από το ευρώ, αλλά για να τον πάρουν στα σοβαρά οι διαπραγματευτές. Οι ίδιοι οι διαπραγματευτές, τα επιτελεία της ΕΕ και του ΔΝΤ, παρουσιάζονται ως πρόσωπα αρχαίας τραγωδίας, που ξέρουν ότι πράττουν αδιέξοδα αλλά δεν μπορούν παρά να υπηρετήσουν τον ρόλο τους, λόγω της αφοσίωσής τους στον ρόλο του insider του συστήματος, που τους φέρνει μοιραία αντιμέτωπους με τους outsider, όπως είναι ο Βαρουφάκης. Ο ίδιος ο απολογισμός του Βαρουφάκη δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέραν της εκπληκτικής ελαφρότητας με την οποία μπορεί να μιλάει ένας πρώην υπουργός για πράγματα που αφορούν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, σαν να γράφει φθηνό νουάρ μυθιστόρημα. Ανήκει, όμως, σε μια οικογένεια αφηγήσεων που παίρνουν τόσο σοβαρά την ιδέα της προδοσίας, ώστε να την παρουσιάζουν ως μια ιστορία παρασκηνίων, παιχνιδιών εξουσίας και αποτυχημένων διαπραγματευτικών τακτικών, αγνοώντας τελείως το ταξικό νόημα των γεγονότων.

 

Μήπως το πρόβλημα ξεκίνησε νωρίτερα;

Η απάντηση του Ερίκ Τουσαίν στο βιβλίο του Βαρουφάκη δεν κινείται σε πολύ διαφορετικό πλαίσιο.[4] Με τεκμήριο αξιοπιστίας τη δική του προσωπική εμπλοκή ως συντονιστής της Επιτροπής Ελέγχου του Χρέους της Βουλής, υπό την προεδρία της Ζωής Κωνσταντοπούλου, ο Τουσαίν επιμένει ότι υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές σε κάθε φάση της διαπραγμάτευσης, οι οποίες όμως προϋπέθεταν διάθεση σύγκρουσης με τους διεθνείς θεσμούς. Η κριτική του στον Βαρουφάκη είναι βάσιμη, όταν υπενθυμίζει τη δεξιά κριτική που έκανε ο μετέπειτα υπουργός στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ του 2012 και στο (ήδη εξαιρετικά συντηρητικό, θα έπρεπε να προσθέσουμε) πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του 2014, ή όταν επισημαίνει ότι και ο ίδιος ο Βαρουφάκης ήταν εξίσου υπεύθυνος με τον Τσίπρα για τις πολύμηνες διαπραγματεύσεις με την τρόικα. Η εξιστόρηση του Τουσαίν, μάλιστα, ανήκει σε έναν μικρότερο κύκλο αφηγήσεων που τοποθετούν την απαρχή του «εκφυλισμού» του ΣΥΡΙΖΑ πριν την άνοδό του στην εξουσία, συγκεκριμένα στο 2012, όταν ο Τσίπρας άρχισε να τροποποιεί αυθαίρετα τη γραμμή για τη διαγραφή του χρέους και να συνεννοείται με επιχειρηματικούς κύκλους. Ωστόσο, η επισήμανση αυτή δεν φαίνεται να τον οδηγεί σε κανένα ιδιαίτερο συμπέρασμα, εφόσον το βασικό του επιχείρημα είναι ότι η συνθηκολόγηση οφείλεται τελικά στο ότι η κυβέρνηση Τσίπρα κράτησε τις διαπραγματεύσεις μυστικές, αντί να καλέσει ανοιχτά το λαϊκό κίνημα να υποστηρίξει την κυβέρνηση. Γιατί, όμως, θα έπρεπε το λαϊκό κίνημα να υποστηρίξει την κυβέρνηση ενός κόμματος που είχε αρχίσει να εκφυλίζεται αρκετά χρόνια νωρίτερα; Στην αφήγηση του Τουσαίν, δεν υπάρχει κανένας χώρος για αντιπολίτευση στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ από τα αριστερά -σε αυτό συμφωνεί με όλες τις άλλες αφηγήσεις των αριστερών διασπάσεων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες δεν είναι τυχαίο ότι πάντα εξαιρούν από τους απολογισμούς τους τον ρόλο της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που δεν συμμετείχε στον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται εδώ για μια βαθύτερη, ανομολόγητη ίσως, διολίσθηση σε μια στρατηγική σύλληψη σύμφωνα με την οποία ο ρόλος του κινήματος είναι να πιέζει τις αριστερές κυβερνήσεις, και να τις ξελασπώνει όποτε χρειαστεί, και όχι να οργανώνει την εργατική τάξη ανεξάρτητα από το κράτος των καπιταλιστών, με ορίζοντα τη δική της εξουσία.

Η επιμονή του Τουσαίν στον ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η λαϊκή κινητοποίηση δίνει μια εσάνς μαχητικότητας στην αφήγησή του, ωστόσο άλλοι θα την εκλάμβαναν ως εξής: αφού η λαϊκή κινητοποίηση ήταν το κλειδί για τη νίκη στη διαμάχη της κυβέρνησης με την τρόικα, τότε μήπως τελικά για την ήττα φταίει ο λαός που δεν κινητοποιήθηκε (με την κυβέρνηση να έχει το πολύ τη συμπληρωματική ευθύνη ότι δεν τον προετοίμασε για κάτι τέτοιο); Πράγματι, δεν είναι λίγα τα νυν ή πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκουν ευκαιρία να φορτώσουν τις δικές τους πολιτικές ευθύνες στην υποτιθέμενη ανωριμότητα του λαού ή της εργατικής τάξης. Δεν δυσκολεύεται κανείς να θυμηθεί τα λογύδρια για το ότι «ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος να συγκρουστεί». Τότε, όμως, τι νόημα είχε το περιβόητο ταξικό «όχι» στο δημοψήφισμα;

Η επίκληση αόριστων δυσμενών κοινωνιολογικών παραγόντων ή εξελίξεων της μαζικής ψυχολογίας δεν έχει άλλο αποτέλεσμα από το να αφαιρεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ένα μέρος ή και το σύνολο της ευθύνης για την καταστροφή. Σχεδόν έξι χρόνια μετά την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η απόφαση της 2η συνδιάσκεψης της Συνάντησης γράφει: «η ακροδεξιά μετατόπιση της κυρίαρχης πολιτικής συμβαδίζει με τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας, όπως αυτή καταγράφεται από το 2015 και μετά, την οποία ενίσχυσε η προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στη συστημική πολιτική και η ταχεία απομάκρυνσή του από τις αξίες της αριστεράς».[5] Θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι, εκεί που το κίνημα ανέβαινε χέρι-χέρι με τον ΣΥΡΙΖΑ, κάπου το 2015 προέκυψε μια ξεκάρφωτη διαδικασία συντηρητικοποίησης, την οποία επιτάχυνε, αλλά δεν προκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Όσο το κίνημα ανέβαινε, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να πάρει όλη τη δόξα για αυτό, όταν άρχισε να πέφτει, ο ΣΥΡΙΖΑ δικαιούνταν να μοιραστεί την ευθύνη με την υπόλοιπη αριστερά, που ήταν «σεκταριστική» και, εν ανάγκη, με όλη την κοινωνία, που άρχισε έτσι στα ξεκούδουνα να συντηρητικοποιείται. Ας πάρουν την ευθύνη οι πάντες, αρκεί να μην την πάρουν οι αποχωρήσαντες του ΣΥΡΙΖΑ.

Θα αντιτείνει κανείς ότι οι αποχωρήσαντες έχουν κάνει και την αυτοκριτική τους. Η αυτοκριτική αυτή, ωστόσο, είναι σχεδόν πάντα του τύπου: δεν διαγνώσαμε εγκαίρως τη μεταστροφή της ηγεσίας, δεν προβλέψαμε πόσο θα τους διέφθειρε η διαχείριση κλπ. Ένας λεπτολόγος θα έλεγε ότι αυτό δεν είναι καθόλου αυτοκριτική, αφού τελικά κάποιος άλλος φταίει, και η ευθύνη των αποχωρησάντων είναι το πολύ-πολύ ότι δεν τον κατάλαβαν εγκαίρως.

Πάντως, δεν είναι και πολύ πειστικό να χρεώνεται η ήττα του αντι-μνημονιακού κινήματος στην απροθυμία της εργατικής τάξης να συγκρουστεί. Μιλάμε για μια εργατική τάξη που εξεγέρθηκε, βγήκε σε δεκάδες γενικές απεργίες μέσα στα πρώτα χρόνια της κρίσης, οργάνωσε συνελεύσεις στις πλατείες για μήνες, κατέλαβε κυβερνητικά κτίρια και δημαρχεία, έκανε 37 απεργίες μέσα σε 40 μέρες από τον Σεπτέμβρη έως τον Οκτώβρη του 2011, κατάπιε τόνους δακρυγόνα κι έγινε τουλούμι από το ξύλο, στελέχωσε το αντιφασιστικό κίνημα που νίκησε τελικά τη Χρυσή Αυγή και ψήφισε «όχι» παρά τον ακραίο εκβιασμό, με τις τράπεζες κλειστές και τα πάντα να βρίσκονται στον αέρα. Πολλά μπορεί να χρεώσει κανείς στο κίνημα της περιόδου, αλλά σίγουρα όχι ότι δεν είχε διάθεση για σύγκρουση.

Ας γυρίσουμε, όμως, σε όσους διέβλεψαν, ή ισχυρίζονται ότι διέβλεψαν, τον εκφυλισμό του ΣΥΡΙΖΑ νωρίτερα. Ένα άλλο τέτοιο παράδειγμα είναι ο Γιάννης Μηλιός, επικεφαλής του οικονομικού τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 έως το 2015, ο οποίος θεωρεί ότι ο «ιστορικός συμβιβασμός» είχε δρομολογηθεί πριν ακόμα ο ΣΥΡΙΖΑ βρεθεί στην κυβέρνηση, από τη στιγμή που, γύρω στο 2012, αντικατέστησε την πολιτική της προάσπισης των αναγκών της εργατικής τάξης με μια πολιτική «παραγωγικής ανασυγκρότησης» του ελληνικού καπιταλισμού. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, βέβαια, ότι, εφόσον ο Μηλιός το ήξερε αυτό, θα όφειλε να μας έχει προειδοποιήσει νωρίτερα. Είναι αλήθεια, πάντως, ότι η εκ των υστέρων κριτική του πηγαίνει πολύ μακρύτερα από εκείνη των περισσότερων αποχωρησάντων, οι οποίοι θεωρητικά τοποθετούνταν πιο αριστερά: «Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να νομιμοποιήσει τον νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο» πιο αποτελεσματικά από οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη στην Ελλάδα.»[6]

Το συμπέρασμα του Μηλιού από τον απολογισμό του, ωστόσο, είναι μάλλον απογοητευτικό: συνεργασία με το ΚΚΕ, επειδή «είναι το μόνο κόμμα που δεν μιλάει στο όνομα «όλης της κοινωνίας», δεν διακηρύσσει την «ανάπτυξη για όλους».[7] Πρώτα από όλα, εδώ υπάρχει μια μπαγαποντιά, γιατί αποσιωπάται τελείως η θέση της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, την οποία ο Μηλιός γνωρίζει σίγουρα καλά. Το ίδιο ακριβώς κάνουν, άλλωστε, και οι Λάσκος και Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος στην εισαγωγή του συλλογικού τόμου που αναφέρθηκε προηγουμένως: από την καταγραφή των απολογισμών που έχουν γίνει για τον ΣΥΡΙΖΑ, λείπει εντελώς, και ως δια μαγείας, η άποψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των υπόλοιπων οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς που δεν υποστήριξαν ποτέ τον ΣΥΡΙΖΑ. Για να γυρίσουμε στο ΚΚΕ, όμως, ένας όχι ασήμαντος παράγοντας της περιόδου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν και η πολιτική του ακήρυχτου μορατόριουμ που τήρησε το ΚΚΕ προς την κυβέρνηση, από τα τσίπουρα του -πρόσφατα εκλιπόντος, δυστυχώς- αγροτοσυνδικαλιστή Μπούτα με τον Τσίπρα, μέχρι τη μεθοδευμένη ακύρωση οποιασδήποτε σοβαρής κινητοποίησης ενάντια στο ασφαλιστικό Κατρούγκαλου. Σήμερα, η αριστερή ρητορική του ΚΚΕ ίσως να λειτουργεί κατευναστικά για τη συνείδηση του Μηλιού, φαντάζομαι όμως ότι η κραυγαλέα εθνικιστική του τοποθέτηση στην ελληνοτουρκική διένεξη θα του ξυπνά πάλι κάποιες ενοχές.

Υπάρχουν, τέλος, και οι οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, των οποίων η μακροχρόνια παραμονή σε ένα ρεφορμιστικό κόμμα, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν θεωρητικά απλώς ζήτημα τακτικής. Με βάση τη δική τους λογική, δεν θα πρέπει να υπάρχει σημείο έναρξης του εκφυλισμού της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, διότι αυτή ήταν εκ γενετής προορισμένη να κάνει πολιτική ταξικής συνεργασίας. Το όλο θέμα είναι οι επαναστάτες να διαχωριστούν την κατάλληλη στιγμή, όταν ο ρόλος των ρεφορμιστών θα αποκαλυφθεί, και να αποσπάσουν τη μάζα του κόμματος από την επιρροή τους. Μόνο που είναι αρκετά γνωστό ότι τίποτα τέτοιο δεν συνέβη, αντίθετα η μάζα των υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ ξαναψήφισε ΣΥΡΙΖΑ. Αν η συμμετοχή στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι και την τελευταία στιγμή πριν αυτός φέρει το μνημόνιο ήταν μια έξυπνη τακτική, ίσως παραήταν έξυπνη, γιατί δεν την κατάλαβε κανείς.

 

Μια οπτική χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα του ΣΥΡΙΖΑ

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λοιπόν, το κυρίαρχο στοιχείο των αριστερών απολογισμών του ΣΥΡΙΖΑ είναι η «κωλοτούμπα» του Ιούλη του 2015. Αυτό, άλλωστε, ισχύει και για τις δεξιές αφηγήσεις, είτε το κάνουν με χαιρεκακία για τον εξευτελισμό του Τσίπρα, είτε με ευγνωμοσύνη για το ότι τελικά επικράτησε ο «ρεαλισμός».

Αν όμως η υπογραφή του τρίτου μνημονίου ήταν προδοσία ή κωλοτούμπα, τότε γιατί ο Τσίπρας ξαναψηφίστηκε τον Σεπτέμβρη με ευκολία, παρά την αποχώρηση όλων των αριστερών αντιπολιτεύσεων από το κόμμα; Μια απάντηση, όπως είδαμε, θα ήταν ότι η εργατική τάξη είχε πλέον παθητική ψυχολογία. Σύμφωνοι, πώς προέκυψε όμως η ψυχολογία αυτή; Ποια ήταν η πολιτική της αιτία;

Το κλειδί βρίσκεται στον ρόλο που έπαιξε ο ΣΥΡΙΖΑ κατά την ανάπτυξη και τη μετέπειτα υποχώρηση των μεγάλων ταξικών αγώνων των πρώτων χρόνων της κρίσης. Στα κινήματα που προηγήθηκαν της κρίσης, όπως ήταν το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 και η απεργία των δασκάλων το 2006, ο ΣΥΡΙΖΑ έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο, ακολουθώντας κατά βάση τον σχεδιασμό της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, η οποία και πρωταγωνίστησε. Τον Δεκέμβρη του 2008, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεν το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα που δεν καταδίκασε συλλήβδην την εξέγερση, ωστόσο η στάση του συνίστατο κατά βάση σε μια διαρκή παλινωδία ανάμεσα στην υπεράσπιση των διαδηλωτών και στον διαχωρισμό από τα βίαια στοιχεία του κινήματος, με την πραγματική του παρουσία στον δρόμο να είναι συμβολική. Στις απεργίες του 2010-2012, η επιρροή του δεν ξεπέρασε το μπόι του στα συνδικάτα, που ήταν πάντα ιδιαίτερα μικρό. Η δε συμμετοχή του στις πλατείες μάλλον διαφημίστηκε υπέρμετρα από τις καταγγελίες της δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ, παρά υπήρξε κυρίαρχη στην πράξη. Παρόλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέληξε πράγματι να εκπροσωπήσει εκλογικά το μεγαλύτερο τμήμα του κινήματος ενάντια στο μνημόνιο, αποσπώντας βασικά την παραδοσιακή εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ.

Μια λεπτομέρεια που οι περισσότεροι ξεχνούν, όμως, είναι η χρονική απόκλιση ανάμεσα στην κορύφωση του κινήματος, την περίοδο ανάμεσα στον Ιούνη και τον Οκτώβρη του 2011, και στην εκλογική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ. Διότι δεν ισχύει καθόλου ότι η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ανέβαινε μαζί με το κίνημα, αντιθέτως η αύξηση της δύναμής του συνδυάστηκε με μια σταδιακή πτώση της μαχητικότητας. Πράγματι, μετά τον Φλεβάρη του 2012, ακριβώς δηλαδή όταν άρχισε ο εκλογικός καλπασμός του ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα ξαναδεί κανείς κινηματικές καταστάσεις της έκτασης και της έντασης που εκτυλίσσονταν προηγουμένως, παρά τους σημαντικούς κατά καιρούς αγώνες, όπως η ΕΡΤ και το αντιφασιστικό κίνημα μετά τη δολοφονία Φύσσα. Είναι ακριβώς η περίοδος κατά την οποία ξεκινά η μακρά εκλογική προσδοκία, η αναμονή να έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία για να καταργήσει με κοινοβουλευτικές μεθόδους τη λιτότητα.

Η πολιτική επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ στους κόλπους του κινήματος είχε, λοιπόν, ένα τίμημα: τη μεταστροφή από την αυτενέργεια στην προσδοκία της εκλογικής λύσης, δηλαδή της σωτηρίας μέσω μιας κυβέρνησης της αριστεράς που θα έκανε τη δουλειά για λογαριασμό της εργατικής τάξης. Οφείλουμε μια πολιτική εξήγηση της σταδιακής πτώσης του κινήματος μετά τον Φλεβάρη του 2012. Μπορεί να συνετέλεσαν σε αυτή παράγοντες όπως ήταν η απογοήτευση από το ότι οι πρώτοι γύροι του κινήματος δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τα μνημόνια, ή η μικρή εμβέλεια και η πολιτική σύγχυση της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής αριστεράς, για την οποία χρειάζεται ένας άλλου τύπου απολογισμός. Πρέπει όμως να μπορούμε να διακρίνουμε τους παράγοντες που διαμόρφωσαν το υπόβαθρο από την κύρια πολιτική αιτία, τον κινητήριο μοχλό που οδήγησε στην ήττα του κινήματος. Και πρέπει να πούμε χωρίς περιστροφές ότι ο κινητήριος μοχλός αυτός ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ.

Γιατί αυτό που δεν μπόρεσε να κάνει η καταστολή του Παπανδρέου, του Παπαδήμου και του Σαμαρά, να κατευνάσει δηλαδή την κοινωνική οργή απέναντι στο πολιτικό σύστημα, το έκανε η απατηλή υπόσχεση του ΣΥΡΙΖΑ. Τα χρόνια της εκλογικής αναμονής έκοψε το νήμα του κινηματικού αναβρασμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται στην κυβέρνηση τον Ιανουάριο του 2015 έχοντας ήδη πετσοκόψει τις υποσχέσεις του, διότι γνωρίζει ότι ούτως ή άλλως θα βγει. Κι έπειτα υποβάλλει την εκλογική του βάση σε ένα διαρκές σκωτσέζικο ντους, από τους λεονταρισμούς ενάντια στην ΕΕ την επαύριο της εκλογής, στην παραίτηση από κάθε μονομερή ενέργεια με τη συμφωνία του Φλεβάρη, έπειτα στις σχοινοτενείς διαπραγματεύσεις της άνοιξης, και στο δημοψήφισμα όπου ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί τον λαό να ψηφίσει «όχι», το οποίο είναι ήδη σαφές ότι δεν έχει καμία διάθεση να σεβαστεί, και πράγματι γελοιοποιεί αμέσως. Δεν υπάρχει εδώ κανένα μυστήριο για το πώς προέκυψε η πλήρης πολιτική σύγχυση στις γραμμές της εργατικής τάξης.

Οι αριστερές αντιπολιτεύσεις που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ έχουν τους προσωπικούς τους λόγους να διαφοροποιούν το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από την επόμενη τετραετία. Ποιο ήταν όμως, συγκεκριμένα, το πολιτικό αποτέλεσμα του πρώτου αυτού εξαμήνου, στο οποίο συμμετείχαν και οι αντιπολιτεύσεις; Αυτό, αν μη τι άλλο, το γνωρίζουν πρώτοι και καλύτεροι οι Έλληνες καπιταλιστές και οι αξιωματούχοι της ΕΕ -εξ ου και οι ευχαριστίες του Γιουνκέρ στον Τσίπρα για την εποικοδομητική συνεργασία και το έργο της κυβέρνησής του, το φθινόπωρο του 2019.

Το αποτέλεσμα της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, λοιπόν, ήταν να επιβληθεί ένα τρίτο μνημόνιο, το οποίο συνάντησε μακράν τις λιγότερες κοινωνικές αντιστάσεις από όλα τα προηγούμενα πακέτα λιτότητας. Το αποτέλεσμα ήταν μια δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα, η οποία υπήρξε η σταθερότερη και μακροβιότερη κυβέρνηση της εποχής της κρίσης και των μνημονίων, και η οποία ολοκλήρωσε το δημοσιονομικό πρόγραμμα επιβάλλοντας αδιανόητα, μέχρι πρότινος, πρωτογενή πλεονάσματα -κοντός ψαλμός αλληλούια, βέβαια, διότι βρισκόμαστε εδώ και μήνες εντός μιας νέας καπιταλιστικής ύφεσης που έχει κάθε προοπτική να ξεπεράσει σε βάθος την κρίση του 2008. Το αποτέλεσμα ήταν μια κυβέρνηση που διαχειρίστηκε την αντιμεταναστευτική πολιτική της ΕΕ από το 2015 και μετά∙ που δεν έκανε σχεδόν καμία προοδευτική θεσμική μεταρρύθμιση, ακόμα και από αυτές που δεν θα είχαν κανένα δημοσιονομικό κόστος∙ που με χυδαίο τρόπο υπερψήφισε ελάχιστες μέρες πριν τη λήξη της θητείας της μια χούφτα φιλεργατικά μέτρα, όπως μια ορισμένη ενίσχυση της προστασίας από τις απολύσεις, με αποκλειστικό σκοπό να πάρει το πολιτικό κόστος της κατάργησής τους αμέσως μετά η ΝΔ, τη στιγμή που ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε να κυβερνήσει με αυτό το πλαίσιο (αλλιώς γιατί να μην το υιοθετήσει νωρίτερα;). Το αποτέλεσμα ήταν η κρίση όλης της αριστεράς και του αναρχικού χώρου και η αποστράτευση χιλιάδων αγωνιστών και αγωνιστριών.

Δεν υπάρχει καμία υπερβολή, επομένως, στο να πούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η πιο επιτυχημένη μνημονιακή κυβέρνηση, η κυβέρνηση που υλοποίησε με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα την ατζέντα των ελλήνων και ευρωπαίων καπιταλιστών, ακριβώς επειδή μπόρεσε να εξουδετερώσει το κίνημα. Ο Βαρουφάκης, ο Τουσαίν και όλοι οι υπόλοιποι μπορούν να γράφουν όσο θέλουν για τη μανιασμένη προσπάθεια των ευρωπαϊκών θεσμών να βυθίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ, η ιστορία έδειξε, όμως, ότι η πραγματική τους έγνοια ήταν όχι να βυθίσουν, αλλά να ελέγξουν ένα κόμμα με ασυνήθιστο παρελθόν, αλλά και με υποσχέσεις για τα σχέδιά τους. Αφού το πέτυχαν, δεν είχαν κανέναν απολύτως λόγο να το βυθίσουν, έλληνες καπιταλιστές και ευρωπαίοι αξιωματούχοι το χρησιμοποίησαν για μερικά χρόνια ως όχημα για τις δουλειές τους, μέχρι που η χρησιμότητά του, προς το παρόν, εξαντλήθηκε, στον βαθμό που και το κίνημα δεν ήταν πλέον απειλητικό.

 

Το πολιτικό συμπέρασμα που όλοι αποφεύγουν

Οι απολογισμοί των εγχώριων και διεθνών πρώην υποστηρικτών του ΣΥΡΙΖΑ θα αντιτείνουν, ενδεχομένως, ότι υπήρχαν εναλλακτικές επιλογές τις οποίες η ηγεσία Τσίπρα επέλεξε να μην κάνει. Εδώ όμως φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: ήταν πράγματι πιθανό η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ να κάνει κάτι διαφορετικό;

Στην πραγματικότητα, η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους θεσμούς ήταν προκαθορισμένη από τη στρατηγική του, για αυτό και η έννοια της «προδοσίας» δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σχέση με την κατάσταση. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη με μια δημόσια και ρητά διατυπωμένη κεϋνσιανή στρατηγική, η οποία συνίστατο βασικά στην ιδέα ότι, εάν η εγχώρια και η διεθνής αστική τάξη πειστούν να χαλαρώσουν λίγο τη λιτότητα, αυτό σε τελική ανάλυση θα είναι προς το συμφέρον όλων, γιατί τα εισοδήματα της εργατικής τάξης θα αυξηθούν, μαζί τους θα αυξηθεί και η κατανάλωση, άρα και οι δουλειές των αφεντικών, το ίδιο και τα φορολογικά έσοδα, οπότε και τα δημοσιονομικά του κράτους τελικά θα στρώσουν. Με τα λόγια του Βαρουφάκη: «Αν φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα αναπτυσσόμαστε, τότε μπορεί να ξαναρχίσουμε να μιλάμε για συγκρουόμενα συμφέροντα εργασίας και κεφαλαίου. Σήμερα είμαστε μαζί».[8] Πολύ καλό για να είναι αληθινό, και πολύ απίθανο να μην το είχαν σκεφτεί τα επιτελεία των καπιταλιστών από μόνα τους, αν ήταν όντως αληθινό. Διότι, σε μια περίοδο όπου τα κέρδη είχαν ήδη καταρρεύσει λόγω της κρίσης, οι καπιταλιστές δεν υπήρχε καμία περίπτωση να παραχωρήσουν οικειοθελώς κάτι περισσότερο. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ποτέ σκοπό να έρθει σε ρήξη με τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας και τους θεσμούς του κράτους. Και οι νόμοι αυτοί και οι θεσμοί επέτρεπαν μία και μόνο διέξοδο: τα μνημόνια. Το τρίτο μνημόνιο, επομένως, ήρθε ακριβώς εξαιτίας, και όχι σε πείσμα της ρεφορμιστικής στρατηγικής του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, της στρατηγικής της ταξικής συνεργασίας και της προοδευτικής διαχείρισης του αστικού κράτους.

Όσο και να νοσταλγούν οι αποχωρήσαντες τον αυθεντικό ΣΥΡΙΖΑ, αυθεντικός ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Τσίπρας και η στρατηγική του. Προφανώς, ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάχθηκε μέσα στην κυβερνητική διαδικασία, άλλαξε κοινωνική σύνθεση, δομές και τρόπο λειτουργίας, πράγμα που θα έκανε σήμερα εντελώς παράλογη μια πολιτική ενιαίου μετώπου μαζί του. Η συγχώνευση με το κράτος έχει ορισμένες συνέπειες, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα χαλαρό κόμμα το οποίο είχε εξαρχής αναιμική εργατική βάση (και εδώ που τα λέμε, αναιμική κομματική βάση γενικότερα). Όμως, η μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν γενετικά εγγεγραμμένη στη στρατηγική του, δεν ήταν το αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας ή ενδοκομματικού πραξικοπήματος.

Αδυνατώντας να το παραδεχτούν αυτό, οι αριστερές αντιπολιτεύσεις που αποχώρησαν το 2015 αδυνατούν να κάνουν και το βήμα που θα τις διαχωρίσει στρατηγικά από το πρόγραμμα που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, μαζί με όλες τις καταστροφικές συνέπειες που είχε αυτό. Παραμένουν, έτσι, στο πλαίσιο της ίδιας στρατηγικής (ή έστω «τακτικής οικοδόμησης») που τους οδήγησε στο σημαντικότερο μέχρι σήμερα αριστερό πολιτικό σφάλμα του 21ου αιώνα, την υποστήριξη και συμμετοχή στον ΣΥΡΙΖΑ. Το Αριστερό Ρεύμα της ΛΑΕ ζητά ακόμα ένα πρόγραμμα «μετασχηματισμού για ένα σύγχρονο, βαθιά δημοκρατικό, παραγωγικό, αξιοκρατικό και αποτελεσματικό κράτος στην υπηρεσία των εργαζομένων και όχι κράτος λάφυρο των αστικών δυνάμεων και βαρίδι σε κάθε απόπειρα οικονομικής και κοινωνικής αναγέννησης, που θα εξασφαλίζει μια ανώτερη  παραγωγικότητα και αποδοτικότητα της οικονομίας, με επίκεντρο την ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη βελτίωση της ζωής των λαϊκών στρωμάτων»[9] -δείχνοντας ότι σε τίποτα δεν έχει αναθεωρήσει τον στρατηγικό πυρήνα του ρεφορμισμού, που είναι η πίστη στη δυνατότητα να μετασχηματιστεί το κράτος των καπιταλιστών ώστε να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των εργαζομένων. Η Συνάντηση εξακολουθεί να θεωρεί την οργανωτική ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σεκταρισμό και αρνείται να βγάλει συμπεράσματα για τη στρατηγική της «αριστερής κυβέρνησης». Η ΔΕΑ παραμένει προσηλωμένη στην τακτική της οικοδόμησης μέσα από τη συμμετοχή σε πλατιά κόμματα, μαζί με τους ρεφορμιστές, έστω κι αν προς ώρας τέτοιο πλατύ κόμμα δεν υπάρχει, μετά και την άδοξη λήξη της περιπέτειας της ΛΑΕ.

Δεν περιμένουμε από τις διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ να αναγνωρίσουν ότι είχαμε δίκιο που ήμασταν εξαρχής εναντίον του σχεδίου ΣΥΡΙΖΑ. Αν έχουν ένα νόημα οι απολογισμοί, εξάλλου, δεν είναι για να δικαιώσει κανείς το παρελθόν του, αλλά για να βγάλει πολιτικά συμπεράσματα για το μέλλον -συμπεράσματα που σήμερα, με τα πρώτα σημάδια της ανάκαμψης του κινήματος έχουν κάνει την εμφάνισή τους, είναι κρίσιμα. Δυστυχώς, οι ηγεσίες των αριστερών αντιπολιτεύσεων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες επιμένουν να είναι και οι ηγεσίες των διάδοχων οργανώσεων, δεν έχουν βγάλει έγκυρα συμπεράσματα. Και το βασικότερο συμπέρασμα που αποφεύγουν, χωρίς εξαίρεση, είναι ότι ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα λάθος σχέδιο, το οποίο δεν πρέπει να επαναληφθεί. Αυτό είναι και το κύριο πολιτικό εμπόδιο για οποιαδήποτε ευρύτερη ανασυνθετική διαδικασία σήμερα.



[1] Πολιτική απόφαση του 2ου Συνεδρίου του Αριστερού Ρεύματος, Νοέμβριος 2019

[2] Λάσκος Χ. & Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος Δ., «Εισαγωγή» στο Ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση, η Αριστερά;, Αθήνα: Τόπος, 2020, σελ. 23.

[3] Βαρουφάκης Γ., Ανίκητοι Ηττημένοι, Αθήνα: Πατάκη, 2017

[4] Τουσαίν Ε., Συνθηκολόγηση ενηλίκων, Αθήνα: RedMarks, 2020

[5] Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική Διεθνιστική Αριστερά, Κείμενο Απόφασης για τη Συγκυρία της 2ης Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης, 2020, σ.15

[6] Μηλιός Γ. «Υπεύθυνος για την άνοδο της ΝΔ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ», συνέντευξη στο insider.gr, 03/07/2019.

[7] ό.π.

[8] 20th Banking Forum της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, 22/4/2015

[9] Πολιτική απόφαση του 2ου Συνεδρίου του Αριστερού Ρεύματος, Νοέμβριος 2019