Κρατικός Καπιταλισμός (μέρος 1ο)

Μπορούμε να μιλάμε για αφεντικά στην πάλαι ποτέ κραταιά Σοβιετική Ένωση; Έχουμε αυτό το δικαίωμα; Τα διευθυντικά και ανώτερα κομματικά στρώματα, λειτουργούσαν ως συλλογικοί καπιταλιστές ελέγχοντας τις σχέσεις παραγωγής; Ή είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα η άποψη, που με όλες τις παραλλαγές της, θεωρεί ότι αυτά τα στρώματα ήταν παρασιτικά και ότι η ύπαρξή τους οφειλόταν στις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η επανάσταση και στα όσα επακολούθησαν;

Η τελευταία αυτή άποψη, παρόλο που τόσο ο Τρότσκι όσο και ο Μαντέλ έχουν συνεισφέρει πάρα πολύ σημαντικά στην ανάλυσή τους για τον "υπαρκτό σοσιαλισμό",  αποδείχθηκε εσφαλμένη ακριβώς εκεί που θεωρούσε η ίδια πως είναι το δυνατό της σημείο.

Πολύ συχνά οι υποστηρικτές της θεωρίας του αγροτικού εκφυλισμένου κράτους έδειχναν το πόσο ήταν ανέφικτο να παλινορθωθεί ο τυπικός καπιταλισμός στις χώρες αυτές χωρίς κοινωνική αντεπανάσταση, που θα συναντούσε καθολική αντίσταση από μέρους της εργατικής τάξης, η οποία -παρ' όλο τον εκφυλισμό του- αντιμετώπιζε το κράτος ως εργατικό, ως δικό της. Κατά μια έννοια η ιστορία μίλησε επ' αυτού: ο "τυπικός καπιταλισμός" αποκαταστάθηκε ευκολότατα με το πέρασμα της κρατικής ιδιοκτησίας στα χέρια των ατομικών καπιταλιστών, οι οποίοι δεν ήταν -προφανώς- άλλοι από τους προηγούμενους "παρασιτούντες γραφειοκράτες", χωρίς ούτε πέντε εργάτες να αντισταθούν σε αυτό.

Η ιστορική αυτή ετυμηγορία δεν λύνει βέβαια το θεωρητικό πρόβλημα σχετικά με την κοινωνική φύση των "υπαρκτοσοσιαλιστικών" καθεστώτων. Κλίνει, ωστόσο, την πλάστιγγα προς την αντίθετη πλευρά από εκείνη των ερμηνειών περί εργατικού κράτους -εκφυλισμένου ή όχι. Δίνει το βάρος που αντιστοιχεί στη διατύπωση του Λένιν -στον ορισμό του για τις κοινωνικές τάξεις- πως η νομική καθιέρωση των σχέσεων παραγωγής δεν είναι καθοριστική για το περιεχόμενο των τελευταίων: άλλο καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής κι άλλο ατομική ιδιοκτησία. Οι νομικές μορφές της ιδιοκτησίας δεν πρέπει πάντα να συγχέονται με τις πραγματικές ταξικές σχέσεις. Οι πρώτες είναι απλά ένα παράγωγο δεδομένο. Πρέπει πάντα να κρίνουμε τις διαφορές μεταξύ πραγματικών οικονομικών σχέσεων κυριότητας των μέσων παραγωγής και των αντίστοιχων νομικών.

Μια άλλη υπόδειξη που μας κάνει η ιστορία είναι πως, όπου εμφανίζεται μισθωτή εργασία και το εμπόρευμα "εργατική δύναμη", όχι με την τυπική αλλά με την ουσιαστική του μορφή, είναι λογικό να αναμένεται και ο άλλος πόλος της σχέσης: το κεφάλαιο. Οι μέχρι σήμερα διατυπωμένες θεωρίες του κρατικού καπιταλισμού δεν είναι επαρκώς ικανοποιητικές κατά τη γνώμη μου. Η μόνη από αυτές που παρουσιάζει μια ικανοποιητική εξήγηση για τις χώρες του "υπαρκτού-ανύπαρκτου" είναι η άποψη του Τόνυ Κλιφ, την οποία και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω συνοπτικά στο περιεχόμενο αυτού του άρθρου.

Η άποψη του Τόνυ Κλιφ εμφανίστηκε για πρώτη φορά τον Ιούνη του 1948 σε μία παμφλέτα με τίτλο "Η Φύση της Σταλινικής Ρωσίας". Το 1955 δημοσιεύτηκε μια βελτιωμένη έκδοσή της με τίτλο "Σταλινική Ρωσία-Μια Μαρξιστική Ανάλυση". Το 1964 συμπεριλήφθηκε σε μια μεγαλύτερη εργασία "Ρωσία: Μια Μαρξιστική Ανάλυση". Στην Ελλάδα, το βιβλίο του Κλιφ παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1983 από τις εκδόσεις "ΠΑΡΟΥΣΙΑ".

Ο Κλιφ έγινε επαναστάτης σοσιαλιστής στη δεκαετία του '30 και ήταν μέλος της τροτσκιστικής 4ης Διεθνούς, πρώτα στην Παλαιστίνη και μετά στη Βρετανία. Όμως, το τροτσκιστικό κίνημα έμπαινε σε κρίση το '47-'48. Οι αγώνες της εργατικής τάξης υποχώρησαν μετά το '44-'45. Αργότερα, το παγκόσμιο εργατικό κίνημα διασπάστηκε κυριολεκτικά στα δύο από τις πιέσεις του Ψυχρού Πολέμου. Υπήρχε φοβερή πίεση για τους σοσιαλιστές να διαλέξουν ανάμεσα στα δύο ανταγωνιστικά στρατόπεδα (Δυτικό/ Ανατολικό). Οι επαναστάτες που πίστευαν στην ανατροπή των καθεστώτων -τόσο του Στάλιν στη Ρωσία, όσο και των Δυτικών κρατών- πιεσμένοι από τα γεγονότα εξαναγκάστηκαν να διαλέξουν κάποια πλευρά.

Ο Κλιφ πίστευε ότι ο μόνος τρόπος να αντισταθεί σ' αυτές τις πιέσεις ήταν να επεξεργαστεί μια εντελώς καινούρια ανάλυση της ρωσικής κοινωνίας που να είναι ριζωμένη στις απόψεις των μεγάλων μαρξιστών δασκάλων. Αυτός είναι ο στόχος του βιβλίου.

Όπως έγραφε στον πρόλογο του 1947, ο ίδιος έπρεπε να αποφύγει δύο κινδύνους:

"Πρώτον, τον κίνδυνο μια αποστεωμένης ορθοδοξίας, η οποία απλώς επαναλαμβάνει κάποιες διατυπώσεις, που έχουν από καιρό χρεοκοπήσει. Δεύτερον, τον κίνδυνο να χαθεί το νήμα του μαρξισμού στην ανάλυση ενός συγκεκριμένου φαινομένου.

Η πρώτη προσέγγιση δεν μπορεί να μας δείξει τον δρόμο προς τον λαβύρινθο της πραγματικότητας, καθώς δεν έχει δυναμική και δεν αναγνωρίζει καμία πολυπλοκότητα. Η δεύτερη προσέγγιση μας κάνει να χάσουμε τον δρόμο μας μέσα στο λαβύρινθο.

Από τη μια πλευρά βρίσκονται αυτοί που επισείουν το παλιό, "ορθόδοξο" επιχείρημα ότι η ΕΣΣΔ είναι κάποιου είδους "εργατικό κράτος" ή "σοσιαλιστική κοινωνία", χωρίς όμως να μπορούν να εξηγήσουν οποιοδήποτε χαρακτηριστικό της ΕΣΣΔ σε αυτή τη βάση. Από την άλλη είναι αυτοί που είναι μπλεγμένοι στην "εμπειρική πολυπλοκότητα" της ρωσικής κοινωνίας σε τέτοιο βαθμό που να ισχυρίζονται ότι όσοι ζουν στη Δύση δεν μπορούν να καταλάβουν πώς λειτουργεί η Ρωσία".

Η προσέγγιση του Κλιφ μας θυμίζει ότι το επαναστατικό εργατικό κράτος που γεννήθηκε το 1917 εκφυλίστηκε από την πίεση του καπιταλιστικού κόσμου που το περικύκλωνε στην πορεία της δεκαετίας του 1920, ενώ μια διαρκώς εξαντλούμενη εργατική τάξη έχανε τον έλεγχο προς όφελος μιας νέας γραφειοκρατίας. Οι ποσοτικές αλλαγές έγιναν ποιοτικές στον σκληρό χειμώνα του 1928-29.

Αυτοί πού ήλεγχαν την κρατική μηχανή κατέστρεψαν τα τελευταία υπολείμματα εργατικού ελέγχου στις πόλεις, συγκέντρωσαν τους αγρότες στην ύπαιθρο σε κρατικές κολεκτίβες και υπέταξαν όλες τις τάξεις της ρωσικής κοινωνίας σε μια εντελώς καινούρια δυναμική,  διαφορετική από αυτή του επαναστατικού προγράμματος του 1917.

Ο στόχος της ανατροπής του καπιταλισμού παγκόσμια αντικαταστάθηκε από τον στόχο του Στάλιν, "να φθάσουμε και να ξεπεράσουμε οικονομικά" τις Δυτικές δυνάμεις. Αυτό, βέβαια, ντυνόταν με σοσιαλιστική φρασεολογία του στυλ "μόνον έτσι θα εδραιωθεί ο σοσιαλισμός στη χώρα μας".

Πρακτικά αυτό σήμαινε να αντιγραφούν μέσα στη Ρωσία όλες οι μέθοδοι οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τις βιομηχανικές χώρες στη Δύση -ο εξανδραποδισμός των αγροτών από την ύπαιθρο, η βίαιη ανάπτυξη πυκνοκατοικημένων πόλεων με άθλιες συνθήκες διαβίωσης, η απειλή της πείνας για άνδρες, γυναίκες και παιδιά, που τους εξανάγκαζε να εργάζονται 12,14,16 ώρες την ημέρα· ένα σύστημα εργασίας με συνθήκες δουλείας σαν συμπληρωματικό, αλλά και σαν μέσο εκφοβισμού, της μισθωτής εργασίας-. Αυτό που ο βρετανικός καπιταλισμός κατόρθωσε να επιτύχει με τις περιφράξεις και τις αποχερσώσεις γης, τους νόμους για τους "φτωχούς", τους νόμους για το δουλεμπόριο και τα συστήματα καλλιέργειας, ο Στάλιν το αντέγραψε σε τεράστια μικρότερο χρονικό διάστημα μέσα από τα πεντάχρονα πλάνα βίαιης εκβιομηχάνισης από τα πάνω και της βίαιης κολεκτιβοποίησης, την επιβολή ελέγχου πάνω στους εργάτες και τους αντιαπεργιακούς νόμους, τη μαζική ανάπτυξη των στρατοπέδων εργασίας -τα γκουλάγκ.

Έτσι κατόρθωσε να επιτύχει μέσα σε 20 χρόνια αυτό που ο βρετανικός καπιταλισμός πέτυχε σε 200 χρόνια. Η τρομοκρατία συμπυκνωμένη σε πολύ μικρότερη χρονική περίοδο φαίνεται πολύ χειρότερη.

Τα πρώτα κεφάλαια στο βιβλίο του Κλιφ περιγράφουν με μεγάλη λεπτομέρεια τις αλλαγές που έγιναν στη Ρωσία αυτή την περίοδο. Περιγράφει πώς οι μεγάλες κατακτήσεις των εργατών και αγροτών με την επανάσταση του 1917 σιγά σιγά χάθηκαν, όταν η επανάσταση απομονώθηκε και η γραφειοκρατία γιγαντώθηκε. Εξηγεί πώς τα τελευταία στοιχεία εργατικής εξουσίας καταστράφηκαν το '28-'29 με τη στροφή προς τη βίαιη εκβιομηχάνιση. Αποδεικνύει ότι οι διαμάχες για τον "σχεδιασμό" στην πραγματικότητα απέκρυπταν την πλήρη υποταγή της κατανάλωσης των μαζών στη συσσώρευση μέσων παραγωγής για τη γραφειοκρατία.

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, τα γεγονότα ήταν  αυτά καθαυτά μια αποκάλυψη για πολλούς αναγνώστες. Ήταν η εποχή που υπήρχαν πανίσχυρα κομμουνιστικά κόμματα στη Δύση και συμπαθούντες μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα, οι οποίοι πίστευαν ότι η Ρωσία ήταν ένας σοσιαλιστικός παράδεισος, όπου ο οικονομικός σχεδιασμός σήμαινε ότι χρόνο με το χρόνο βελτιώνονταν οι συνθήκες διαβίωσης των μαζών.

Όμως, ο σκοπός του Κλιφ δεν ήταν απλώς να καταγγείλει τον Στάλιν από εργατική, ταξική σκοπιά (αυτό άλλωστε από τη δεκαετία του '30 το έκανε ηρωικά όλο το τροτσκιστικό ρεύμα παρά τις διώξεις και τις δολοφονίες χιλιάδες μελών του)· ήταν, επιπλέον, να καταδείξει την υποκειμενική δυναμική του συστήματος και να το δει μέσα σε μία παγκόσμια ιστορική διάσταση.

Αυτό επιχειρεί στα επόμενα κεφάλαια. Υποστηρίζει ότι για ένα μαρξιστή ο χαρακτηρισμός μιας κοινωνίας πρέπει να περικλείει και τη δυναμική της ανάπτυξης της. Η Ρωσία ήταν γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός, γιατί η γραφειοκρατία συλλογικά ήλεγχε τα μέσα παραγωγής και ήταν αναγκασμένη, όπως ο ιδιώτης καπιταλιστής στη Δύση, συνεχώς να χρησιμοποιεί αυτό τον έλεγχο για να εκμεταλλεύεται τους εργάτες και να συσσωρεύει ακόμα μεγαλύτερα ποσά "νεκρής εργασίας". Είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που εξηγεί τον υποβιβασμό των εργατών και αγροτών στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου και τον τεράστιο τρομοκρατικό μηχανισμό.

Η δυναμική που κινεί τις πράξεις της σταλινικής γραφειοκρατίας είναι η συσσώρευση· αυτή με τη σειρά της απορρέει από τον στρατιωτικό και οικονομικό ανταγωνισμό ανάμεσα στη γραφειοκρατία και στους διάφορους καπιταλισμούς της Δύσης. Χωρίς αυτή την εξωτερική πίεση η ρωσική ιστορία θα ήταν τελείως διαφορετική.

Η μετέπειτα κρίση του κρατικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού στις δεκαετίες του '70 και '80 είναι αδύνατο να εξηγηθεί χωρίς την παραπάνω ανάλυση, γιατί δεν ήταν απλώς μια κρίση κακοδιαχείρισης αναποτελεσματικότητας ή διαφθοράς από τη μεριά της γραφειοκρατίας.

Αν και όλα τα παραπάνω ήταν πραγματικά, στην πρώην ΕΣΣΔ και στα κράτη δορυφόρους, η ουσία της κρίσης του κρατικού γραφειοκρατικού καπιταλισμού ήταν πολύ βαθύτερη. Η γραφειοκρατία δεν ήταν ποτέ "ελεύθερη" να διαλέγει με άνεση αν θα σπαταλήσει πρώτες ύλες, αν θα κάνει αναδιαρθρώσεις ή αν θα προσφέρει λιγότερα ή περισσότερα καταναλωτικά προϊόντα στην εργατική τάξη. Η κρίση της είναι αποτέλεσμα της τυφλής πορείας της καπιταλιστικής συσσώρευσης, που επιβάλλεται από τον ανταγωνισμό με τη Δύση και συνεπώς τη φέρνει σε αναγκαστικές επιλογές. Ακριβώς όπως στον δυτικό καπιταλισμό οι μαζικές επενδύσεις του χθες μετατρέπονται στις ζημιογόνες βιομηχανίες του σήμερα. Το ίδιο ίσχυε και για τα πρώην καθεστώτα του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού.

Ήταν λάθος να αντιμετωπίζει κανείς αυτά τα καθεστώτα ως, από τη φύση τους, στάσιμα και αναποτελεσματικά. Στο παρελθόν υπήρξαν εξαιρετικά δυναμικές οικονομίες. Η ΕΣΣΔ από μια αγροτική οικονομία έγινε η δεύτερη βιομηχανική δύναμη στον κόσμο. Αυτός ήταν και ο λόγος που η κρίση τότε εθεωρείτο αδιανόητη -όχι μόνο από τα ΚΚ, αλλά και από θεωρητικούς που μόνο σταλινικοί δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Ακόμα και ο εξαιρετικά οξυδερκής Ερνέστ Μαντέλ έγραφε περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '50: "αυτές οι χώρες διατηρούν ένα λίγο πολύ αδιάκοπο ρυθμό ανάπτυξης έτσι ώστε  για τις μελλοντικές δυνατότητες ανάπτυξής τους να μην είναι αναγκαίο το ίδιο χρονικό διάστημα που χρειάστηκε να διανυθεί στο παρελθόν·  όλοι οι νόμοι ανάπτυξης που προκαλούν επιβράδυνση των οικονομικών ρυθμών έχουν εξαλειφθεί".

Τα ίδια οικονομικά στοιχεία μιλάνε από μόνα τους. Η ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1930 έτρεχε με ρυθμούς 20%, στη δεκαετία του 1950 με 10%, το '60 με 8%· στις αρχές του '80 η ανάπτυξη ήταν σχεδόν μηδενική.

Όπως και στη Δύση, και παρά τη φοβερή εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, στην ΕΣΣΔ και στις άλλες χώρες του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού παρατηρήθηκε ανάσχεση του οικονομικού ρυθμού ανάπτυξης, αντίστοιχη του πτωτικού ποσοστού κέρδους των καπιταλισμών στη Δύση που εκτεινόταν από πεντάχρονο σε πεντάχρονο πλάνο.

Το να αντιμετωπίσει κανείς την κρίση από την παραπάνω οπτική γωνία βοηθάει να ξεκαθαρίσει τί έγινε στο παρελθόν αλλά κι αν υπάρχει μια επαναστατική προοπτική. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις του Χρουστσόφ, αλλά και του Γκορμπατσόφ μετέπειτα με την περεστρόικα, δεν ήταν ούτε βελτίωση του σοσιαλισμού, ούτε παλινόρθωση του καπιταλισμού -συνειδητή τουλάχιστον- όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ σήμερα.

Ανεξάρτητα αν η κρίση σε αυτές τις χώρες πήρε τέτοιες διαστάσεις, όταν διαλύθηκαν χωρίς να τις υπερασπιστεί κανείς πλην κάποιων σκληρών κομματιών της γραφειοκρατίας (Γιανάεφ,  Λιγκατσόφ κ.λπ), οι υπόλοιποι γραφειοκράτες πολύ γρήγορα πήραν στα χέρια τους μεγάλα κομμάτια της πρώην κρατικής ιδιοκτησίας. Τα προβλήματα στη συσσώρευση οδήγησαν τις άρχουσες τάξεις τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή σε αναζήτηση νέων λύσεων, νέων μορφών οργάνωσης της παραγωγής (ανασυγκροτήσεις, περεστρόικες).

Η στροφή στην αγορά και οι ιδιωτικοποιήσεις δεν αποτέλεσαν "εισαγωγή του καπιταλισμού", αλλά προσπάθεια της γραφειοκρατίας να ξεπεράσει την κρίση της. Δεν υπήρξε καμία εγγύηση ότι οι αναδομήσεις που είχαν υιοθετηθεί ήταν επιτυχείς. Όμως έγιναν από την ίδια τη γραφειοκρατία ως τάξη και όχι ενάντιά της.

Η ουσία της εισαγωγής της αγοράς δεν πήγαζε από κάποιο σχέδιο μόνιμης ανατροπής μια κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας -δεν ήταν μια αφηρημένη σύλληψη. Είχε συγκεκριμένο σχέδιο να αποδεσμεύσει κεφάλαια από τομείς της οικονομίας που δεν ήταν ανταγωνιστικοί και να τα μεταφέρει στους πιο βιώσιμους, δηλαδή, κερδοφόρους τομείς (π.χ. πολεμική βιομηχανία).

Η έλλειψη μιας τέτοιας ανάλυσης εκείνη την εποχή, τη στιγμή που ξεσπούσαν έντονες ταξικές συγκρούσεις στην ανατολική Ευρώπη από την εργατική τάξη σ' αυτές τις χώρες και από τις εθνικές καταπιεσμένες δημοκρατίες στην πρώην ΕΣΣΔ, καθώς και η ανυπαρξία επαναστατικών δυνάμεων της αριστεράς, είχε καταστροφικές συνέπειες για το μέλλον αυτών των κινημάτων.

Αυτοί που αντιμετώπιζαν και αντιμετωπίζουν τον σταλινισμό ως από τη φύση του κατώτερο και αναποτελεσματικό σε σχέση με το δυτικό καπιταλισμό, κατέληξαν να αποδέχονται την ανάγκη της αγοράς. Αντίθετα, αυτοί που έβλεπαν τον σταλινισμό και τη γραφειοκρατία ως τρόπον τινά "παραμορφωμένο σοσιαλισμό", που μόνο μετά το '90-'91 μετατράπηκε σε καπιταλισμό, πολύ συχνά έπεσαν στο λάθος να υπερασπίζουν αυτά τα καθεστώτα λόγω τάχα της σοσιαλιστικής τους φύσης (κρατικοποίηση και σχεδιασμός της οικονομίας γαρ) παραβλέποντας ότι η εργατική τάξη ήταν πλήρως απαλλοτριωμένη από τα μέσα παραγωγής.

Η θεωρία του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν είναι μια στεγνή καταγραφή του χαρακτήρα μιας κοινωνίας. Πηγάζει από την ίδια την ουσία του μαρξισμού, ότι δηλ.  "η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας της τάξης". Για αυτό αρνείται να δεχτεί ότι μπορεί να υπάρχει εργατικό κράτος χωρίς τους εργάτες -χωρίς τα Σοβιέτ- στην εξουσία. Σοσιαλισμός δεν σημαίνει απλώς κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, όταν ο έλεγχος βρίσκεται στα χέρια μιας τάξης εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής.

Στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού πολλοί νέοι αγωνιστές θα δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πώς μια ξέφρενη πορεία καπιταλιστικής ανάπτυξης μπορεί να στηριχτεί στον μοχλό του κράτους. Δεν ήταν πάντα έτσι. Στον μεσοπόλεμο ο κρατικός καπιταλισμός ήταν ισχυρή τάση παντού. Τα οικονομικά παραδείγματα -της ναζιστικής Γερμανίας, της Ιαπωνίας, αλλά ακόμα και οι ισχυροί κρατικοί παρεμβατισμοί στις ΗΠΑ του Ρούσβελτ και σε άλλες πολλές δυτικές χώρες- δείχνουν ότι για να ξεφύγουν από την κρίση τους οι καπιταλιστές χρησιμοποιούσαν τον μοχλό του κράτους με παρεμβατικό τρόπο στην οικονομία. Οι παγκόσμιες εμπορικές συναλλαγές στη μέση της δεκαετίας του '30 είχαν πέσει στο επίπεδο του 15%. Αν το συγκρίνουμε αυτό με το 62% το 2007 (ένα χρόνο πριν την κρίση του 2008) μπορούμε να καταλάβουμε τη διαφορετικότητα των φάσεων των καπιταλιστικών κοινωνιών.

Αν ο Άνταμ Σμιθ ζούσε στη δεκαετία του '30 θα δυσκολευόταν πολύ να επισημάνει ομοιότητες ανάμεσα στην οικονομία -ας πούμε- της ναζιστικής Γερμανίας (με τους τεράστιους μονοπωλιακούς οργανισμούς της, τις κρατικές της διατάξεις για την αγορά εργασίας, την πάνω από το μισό του εθνικού προϊόντος απορρόφηση από το κράτος κλπ) και τη βιοτεχνία των αρχών του 19ου  αι. που βασιζόταν στην απασχόληση μερικών εργατών, τον ελεύθερο ανταγωνισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις, την ενεργό συμμετοχή των καπιταλιστών στην οργάνωση της παραγωγής. Η προσεκτική παρακολούθηση της βαθμιαίας εξέλιξης του καπιταλισμού από το ένα στάδιο στο άλλο μας βοηθάει να δούμε ότι οι νόμοι που τη διέπουν είναι καπιταλιστικοί και στις δυο περιπτώσεις. Οι διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στην οικονομία της Ρωσίας και σε εκείνη της ναζιστικής Γερμανίας ήταν πολύ μικρότερες από τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στις οικονομίες της ναζιστικής Γερμανίας και της εποχής του Άνταμ Σμιθ.

Μόνο η απουσία βαθμιαίας εξέλιξης μέχρι και το στάδιο του μονοπωλιακού καπιταλισμού μας δυσκολεύει να δούμε τις ομοιότητες και τις διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στην οικονομία της Ρωσίας και του παραδοσιακού μονοπωλιακού καπιταλισμού, καθώς και το γεγονός πως άλλο πράγμα είναι ο κρατικός και ο παραδοσιακός καπιταλισμός από τη μια και άλλο πράγμα το εργατικό κράτος από την άλλη.

Γνωρίζοντας ότι ο κρατικός καπιταλισμός αποτελεί το ακραίο θεωρητικό όριο της καπιταλιστικής εξέλιξης, δεν μπορούμε παρά να παραδεχθούμε ότι απέχει πάρα πολύ από τον παραδοσιακό καπιταλισμό. Είναι η άρνηση του καπιταλισμού, στη βάση όμως του ίδιου του καπιταλισμού.

Με την ίδια λογική τώρα, ξέροντας ότι το εργατικό κράτος αποτελεί το κατώτατο στάδιο της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, καταλαβαίνουμε γιατί από τα ίδια τα πράγματα περιέχει πολλά κοινά σημεία με τον κρατικό καπιταλισμό. Εκείνο που διαφοροποιεί με κατηγορηματικό τρόπο το ένα από το άλλο είναι η θεμελιακή, η ουσιαστική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό σύστημα.

Η σύγκριση του κρατικού καπιταλισμού και του παραδοσιακού, από τη μια, και ενός εργατικού κράτους, από την άλλη, δείχνει ότι ο κρατικός καπιταλισμός είναι ένα μεταβατικό στάδιο για τον σοσιαλισμό πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση, ενώ ένα εργατικό κράτος αποτελεί ένα μεταβατικό στάδιο μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση.

 

Στον κρατικό γραφειοκρατικό καπιταλισμό υπάρχει μια μερική άρνηση της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος. Η εργατική δύναμη για να εμφανιστεί στην αγορά με τη μορφή "καθαρού εμπορεύματος" χρειάζεται δύο προϋποθέσεις. Πρώτον,  ο εργάτης πρέπει να είναι "απαλλαγμένος" από τα μέσα παραγωγής. Δεύτερον, να μπορεί να πουλάει την εργατική του δύναμη ελεύθερα. Κάτω από συνθήκες εκτεταμένης κρατικής παρέμβασης στην αγορά εργασίας, για παράδειγμα στον φασισμό, ο εργάτης δεν είναι ελεύθερος πια να πουλάει την εργατική του δύναμη. Αν στη συνέχεια το κράτος γίνει μόνιμός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, καταργείται ολότελα το δικαίωμα εκλογής του εργοδότη, ενώ παράλληλα περιορίζεται κατά πολύ η δυνατότητα εκλογής του τόπου δουλειάς. Αν ο κρατικός καπιταλισμός συνοδεύεται από το πάγωμα μισθών, την υποχρεωτική επιστράτευση κλπ., τότε γίνεται ακόμα πιο έντονη η άρνηση της ελευθερίας. Ωστόσο, η μερική άρνηση του νόμου της αξίας δεν απαλλάσσει την οικονομία από την επίδραση αυτού του νόμου. Αντίθετα, η οικονομία στο σύνολό της υποτάσσεται σ' αυτόν ακόμη περισσότερο.

Η διαφορά βρίσκεται μονάχα στη μορφή με την οποία εκφράζεται ο νόμος της αξίας. Όταν ένα μονοπώλιο αυξάνει το μερτικό του επί της συνολικής υπεραξίας, αυξάνει το βαθμό εκμετάλλευσης των εργατών του υποχρεώνοντάς τους να παράγουν περισσότερη υπεραξία.

Όταν μια βιομηχανία επιχορηγείται από το κράτος πουλώντας έτσι τα εμπορεύματά της κάτω του κόστους παραγωγής, ένα μέρος από το συνολικό κόστος παραγωγής απλώς μεταφέρεται από τον ένα κλάδο στον άλλο.

Όταν το κράτος ρυθμίζει τις τιμές, ως αφετηρία χρησιμοποιεί πάντα το κόστος παραγωγής. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η μισθωτή εργασία -άσχετα με το ποια συγκεκριμένη μορφή παίρνει- εξακολουθεί να παράγεται και να μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Ό συνολικός χρόνος εργασίας που καταναλώνεται για την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης των εργατών στο σύνολό τους, καθορίζει τον βαθμό εκμετάλλευσης, το ποσοστό υπεραξίας. Ο συνολικός χρόνος εργασίας που αναλώνεται για την παραγωγή νέων μέσων παραγωγής καθορίζει το ρυθμό συσσώρευσης. Ενώ η τιμή του κάθε εμπορεύματος δεν εκφράζει ακριβώς  την αξία του (αυτό δε συνέβαινε -παρά συμπτωματικά- ούτε κάτω από συνθήκες ατομικού καπιταλισμού), ο καταμερισμός του συνολικού προϊόντος της κοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες τάξεις και, παράλληλα, τα ποσοστά που διατίθενται για τη συσσώρευση και την κατανάλωση εξαρτώνται από το νόμο της αξίας.

Όπου το κράτος είναι ιδιοκτήτης όλων των μέσων παραγωγής και οι εργάτες υποκείμενα εκμετάλλευσης, ενώ η παγκόσμια αγορά δεν έχει ενοποιηθεί και ακόμα παραμένει εξατομικευμένη, η εξάρτηση αυτή παίρνει την πιο καθαρή, την πιο άμεση και απόλυτη μορφή.

Οτιδήποτε συγκεντροποιεί τα μέσα παραγωγής, συγκεντροποιεί και την εργατική τάξη. Ο γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός φέρνει αυτή τη συγκεντροποίηση στο ανώτερο στάδιο. Παράλληλα οδηγεί στη μεγαλύτερη συγκεντροποίηση της εργατικής τάξης.

Η μερική άρνηση του καπιταλισμού στη βάση καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων σημαίνει ότι οι παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος, τα ξεπερνούν σε τέτοιο βαθμό, που η τάξη των καπιταλιστών αναγκάζεται να πάρει "σοσιαλιστικά μέτρα" για να τις χειραγωγήσει και να τις χρησιμοποιεί για τα δικά της συμφέροντα. Παρά τις προθέσεις τους,  οι καπιταλιστές στις νέες συνθήκες οδηγούνται σε ένα νέο κοινωνικό σχηματισμό, δηλαδή μια μεταβατική κοινωνική μορφή από τον απόλυτο ελεύθερο ανταγωνισμό στην πλήρη "κοινωνικοποίηση".

Οι παραγωγικές δυνάμεις είναι τώρα υπερβολικά αναπτυγμένες για τον καπιταλισμό. Έτσι αρχίζει η εισαγωγή "σοσιαλιστικών" στοιχείων στην οικονομία. Ο Ένγκελς αποκαλούσε αυτή τη διαδικασία "εισβάλλουσα σοσιαλιστική κοινωνία". Τα στοιχεία όμως αυτά είναι υποταγμένα στα συμφέρονται που αποβλέπουν στη συντήρηση του status quo του καπιταλισμού. Αντίστοιχα, στο εργατικό κράτος, επειδή οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι αναπτυγμένες αρκετά για το σοσιαλισμό, η εργατική τάξη αναγκάζεται να πάρει καπιταλιστικά μέτρα -π.χ. να εφαρμόσει τον καπιταλιστικό νόμο της αξίας στη διανομή- προς το συμφέρον της οικοδόμησης του σοσιαλισμού.

 

Ο κρατικός καπιταλισμός και το εργατικό κράτος

Ο κρατικός καπιταλισμός και το εργατικό κράτος αποτελούν δύο στάδια της μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Ο κρατικός καπιταλισμός είναι το αντίθετο άκρο του σοσιαλισμού. Είναι συμμετρικά αντίθετοι και δένονται μεταξύ τους διαλεκτικά. Ενώ στον κρατικό καπιταλισμό έχουμε μερική άρνηση της μισθωτής εργασίας ως προς το ότι ο εργάτης δεν είναι ελεύθερος να διαλέξει τον εργοδότη του, στη δικτατορία του προλεταριάτου αυτή η μερική άρνηση της μισθωτής εργασίας βρίσκεται στο ότι οι εργάτες ως σύνολο δεν είναι πια "απαλλαγμένοι" από τα μέσα παραγωγής. Ταυτόχρονα, στο εργατικό κράτος η μισθωτή εργασία παύει να είναι εμπόρευμα. Η "πώληση" της εργατικής δύναμης είναι διαφορετική από αυτή στον καπιταλισμό, γιατί στο εργατικό κράτος οι εργάτες ως άτομα δεν πουλάνε την εργατική τους δύναμη, αλλά τη χρησιμοποιούν για το δικό τους συμφέρον -από τη θέση τους ως συλλογικοί διαχειριστές. Η εργατική δύναμη στην πραγματικότητα παύει να είναι εμπόρευμα αφού στην προκείμενη περίπτωση η ανταλλαγή γίνεται ανάμεσα στους εργάτες ως συλλογικό φορέα και όχι ανάμεσα σε δύο οντότητες ολότελα άσχετες και ανεξάρτητες η μία από την άλλη, πέραν από τις ανταλλακτικές τους σχέσεις.

Ενώ ο γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός επιφέρει τη συγχώνευση των συνδικάτων με το κράτος, με πρακτικό αποτέλεσμα την ουσιαστική κατάργησή τους, το εργατικό κράτος ανυψώνει την επιρροή των εργατικών συνδικάτων στο maximum. Ο γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός γίνεται ιστορικά σύμβολο του ολοκληρωτικού χαρακτήρα του κράτους. Το εργατικό κράτος πετυχαίνει τον μεγαλύτερο βαθμό δημοκρατίας που έχει γνωρίσει ποτέ η κοινωνία. Ο γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός συμβολίζει την πιο ακραία μορφή υποδούλωσης της εργατικής τάξης από την τάξη των καπιταλιστών ως προς τον έλεγχο των μέσων παραγωγής.

Ο Λένιν διατύπωσε καθαρά τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον κρατικό καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό:

"Το μέτρο που οι Γερμανοί Πλεχάνοφ (Σάιντεμαν, Λενς κ.α.) αποκαλούν "πολεμικό σοσιαλισμό" είναι στην πραγματικότητα κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός σε καιρό πολέμου. Για να μιλήσουμε πιο απλά και καθαρά είναι η στρατιωτική καταναγκαστική εργασία των εργατών, η στρατιωτική υπεράσπιση των καπιταλιστικών κερδών.

Προσπαθήστε όμως να αντικαταστήσετε το κράτος των γαιοκτημόνων-καπιταλιστών, των μεγαλοτσιφλικάδων-καπιταλιστών με ένα επαναστατικό δημοκρατικό κράτος, δηλαδή ένα τέτοιο κράτος που με επαναστατικό τρόπο με την πιο πλήρη δημοκρατία που μπορεί να γίνει και τότε θα δείτε πως ένα αληθινό δημοκρατικό κράτος μοιραία και αναπόφευκτα σημαίνει σταθερή πορεία προς τον σοσιαλισμό.

Γιατί, σοσιαλισμός δεν είναι παρά το επόμενο βήμα μπροστά από τον κρατικομονωπολιακό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, ο σοσιαλισμός δεν είναι άλλο από το κρατικό καπιταλιστικό μονοπώλιο προς όφελος όλων των ανθρώπων. Με αυτή την εγγύηση παύει να είναι καπιταλιστικό μονοπώλιο".

Ο Μπουχάριν, που ασχολήθηκε εκτεταμένα με το ζήτημα του κρατικού καπιταλισμού, διατύπωσε τη σχέση ανάμεσα στον κρατικό καπιταλισμό και τη δικτατορία του προλεταριάτου με πολλή σαφήνεια:

"Στο σύστημα του κρατικού καπιταλισμού, το οικονομικό υποκείμενο είναι το καπιταλιστικό κράτος, ο συλλογικός καταπιεστής. Στη δικτατορία του προλεταριάτου, το οικονομικό υποκείμενο είναι το προλεταριακό κράτος, η συλλογικά οργανωμένη εργατική τάξη.

 

Το προλεταριάτο, το οργανωμένο σε κρατική εξουσία

Ο κρατικός καπιταλισμός έχει απώτερο στόχο την παραγωγή υπεραξίας που περνάει στα χέρια των καπιταλιστών και που στη συνέχεια προσπαθεί να μετατρέψει αυτή την αξία σε υπερπροϊόν. Στη δικτατορία του προλεταριάτου η παραγωγική διαδικασία είναι ένα μέσο για τη σχεδιασμένη ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Το σύστημα του κρατικού καπιταλισμού αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μορφή εκμετάλλευσης των μαζών από μια μικρή ολιγαρχία. Η δικτατορία του προλεταριάτου κάνει την οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης αδιανόητη, αφού μετατρέπει τη συλλογική καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ατομική καπιταλιστική μορφή της σε συλλογική, προλεταριακή "ιδιοκτησία". Άσχετα με την τυπική ομοιότητά τους, είναι διαμετρικά αντίθετα ως προς το περιεχόμενο. Αυτός ο ανταγωνισμός καθορίζει, παράλληλα τον ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα σε όλα τα στοιχεία των συστημάτων που εξετάζουμε παρόλο που στη μορφή τους παρουσιάζουν ομοιότητες.

Έτσι, για παράδειγμα, το γενικό καθήκον για εργασία  στον γραφειοκρατικό κρατικό καπιταλισμό σημαίνει υποδούλωση των εργαζόμενων μαζών. Αντίθετα, στη δικτατορία του προλεταριάτου δεν σημαίνει παρά την αυτοοργάνωση της εργασίας από τις μάζες. Στην πρώτη περίπτωση η κινητοποίηση της βιομηχανίας σημαίνει δυνάμωμα της εξουσίας των αστών και ισχυροποίηση του καπιταλιστικού καθεστώτος, ενώ στη δεύτερη σημαίνει δικαίωση του σοσιαλισμού. Στη δομή του κρατικού καπιταλισμού όλες οι μορφές κρατικού εξαναγκασμού αντιπροσωπεύουν μια πίεση που εξασφαλίζει, διευρύνει και βαθαίνει τη διαδικασία της εκμετάλλευσης, ενώ ο κρατικός εξαναγκασμός στη δικτατορία του προλεταριάτου αντιπροσωπεύει μια μέθοδο για το χτίσιμο της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Συνοψίζοντας: η λειτουργική αντίφαση ανάμεσα σ' αυτά τα -από άποψης μορφής- όμοια φαινόμενα καθορίζεται σε όλη της την έκταση από την αντίστοιχη λειτουργική αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στα συστήματα οργάνωσης -από τα αντίθετα ταξικά χαρακτηριστικά τους.

Πολύ πριν από τους Λένιν και Μπουχάριν, ο Ένγκελς είχε διατυπώσει τις ίδιες ουσιαστικά ιδέες στο "Αντι-Ντίρινγκ": "[...] όσο πιο πολλές παραγωγικές δυνάμεις αναλαμβάνει (το κράτος) τόσο περισσότερο γίνεται το συλλογικό όργανο όλων των καπιταλιστών και τόσο περισσότερους πολίτες εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθοσυντήρητοι -προλετάριοι. Οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν καταργούνται, απλά φτάνουν στα ακραία τους όρια. Όταν, όμως, φτάσουν στα άκρα μετατρέπονται στο αντίθετό τους. Η κρατική ιδιοκτησία των παραγωγικών δυνάμεων δεν αποτελεί τη λύση της σύγκρουσης, αλλά εμπεριέχει μέσα της τα τυπικά μέσα, το κλειδί αυτής της λύσης".

 

Η διαφορά των τάξεων και της κάστας

Θα ήταν λάθος να χαρακτηρίσουμε τη σταλινική γραφειοκρατία κάστα για τους πιο κάτω λόγους:

Ενώ μια τάξη είναι μια ομάδα ανθρώπων με συγκεκριμένη θέση στην παραγωγική διαδικασία, η κάστα είναι μια νομικοπολιτική ομάδα. Τα μέλη μιας κάστας μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές τάξεις ή σε μια τάξη μπορεί να περιέχονται άνθρωποι από διαφορετικές κάστες.

Η κάστα είναι το αποτέλεσμα της σχετικής ακινησίας της οικονομίας ενός αυστηρού καταμερισμού εργασίας και ακινησίας των παραγωγικών δυνάμεων -ενώ η σταλινική γραφειοκρατία μεταβλήθηκε σε άρχουσα τάξη ακριβώς όταν ο δυναμισμός της οικονομίας βρισκόταν στο απόγειό του.

 

Ήταν η σταλινική γραφειοκρατία η ακραία προσωποποίηση του κεφαλαίου;

Ο Μαρξ τόνιζε αυτό το ζήτημα:

"Εκτός από ενσάρκωση του κεφαλαίου, ο καπιταλιστής δεν έχει καμία ιστορική αξία και κανένα δικαίωμα σε αυτή την ιστορική ύπαρξη. Απλώς, ό,τι αποτελεί την προσωποποίηση του κεφαλαίου, δεν είναι οι αξίες χρήσης και η απόλαυση αυτών των αξιών, αλλά οι ανταλλακτικές αξίες και η μεγέθυνσή τους που αποτελούν το κίνητρο της δραστηριοποίησής του.  Φανατικά αφοσιωμένος στην επέκταση της ανταλλακτικής αξίας πιέζει αδίστακτα την ανθρωπότητα να παράγει για χάρη της παραγωγής. Εφόσον, λοιπόν, οι πράξεις του αποτελούν απλή λειτουργία του κεφαλαίου, καθώς το κεφάλαιο έχει περιβληθεί την προσωπικότητά του με θέληση και συνείδηση -η κατανάλωση για τις δικές τους ανάγκες είναι μια ληστεία σε βάρος της συσσώρευσης. Κατά συνέπεια αποταμιεύει, αποταμιεύει και πάλι το ίδιο, ξαναμετατρέποντας μέσα από αυτή τη διαδικασία το μεγαλύτερο μέρος της υπεραξίας του υπερπροϊόντος σε κεφάλαιο. Συσσώρευση, με άλλα λόγια, για χάρη της συσσώρευσης, παραγωγή για χάρη της παραγωγής".

Οι δυο λειτουργίες, η απόσπαση της υπεραξίας και η μετατροπή της σε κεφάλαιο, που είναι θεμελιακές για τον καπιταλισμό, διαχωρίζονται με τον αντίστοιχο διαχωρισμό σε διοίκηση και έλεγχο της παραγωγής. Ενώ η δουλειά της διοίκησης είναι να παίρνει την υπεραξία από τους εργάτες, δουλειά του ελέγχου είναι να κατευθύνει και να φροντίζει για τη μετατροπή της υπεραξίας σε κεφάλαιο. Για την καπιταλιστική οικονομία μόνο αυτές οι δύο λειτουργίες είναι απαραίτητες. Οι μέτοχοι, όλο και περισσότερο, εμφανίζονται μόνο ως καταναλωτές ενός ορισμένου τμήματος της υπεραξίας. Η κατανάλωση μέρους του υπερπροϊόντος από τους εκμεταλλευτές δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού, γιατί υπήρχε σε όλα τα προηγούμενα ταξικά συστήματα. Αυτό που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού είναι η συσσώρευση για χάρη της συσσώρευσης, με στόχο την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού.

Στις καπιταλιστικές εταιρείες, το μεγαλύτερο μέρος της συσσώρευσης έχει θεσμοποιηθεί. Η εταιρεία αυτοχρηματοδοτείται, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των μερισμάτων που μοιράζονται στους μετόχους πάει στην κατανάλωση. Στον κρατικό καπιταλισμό που μετεξελίχθηκε σταδιακά από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, οι μέτοχοι θα φαίνονται κύρια ως καταναλωτές, ενώ το κράτος θα φαίνεται ως φορέας συσσώρευσης.

Όσο περισσότερο αυξάνεται το τμήμα της υπεραξίας που προορίζεται για συσσώρευση, έναντι του αντίστοιχου τμήματος που προορίζεται για κατανάλωση, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ο καπιταλιστικός χαρακτήρας ενός συστήματος. Όσο περισσότερο αυξάνεται το σχετικό βάρος του παράγοντα μετοχικό κεφάλαιο, δηλαδή όσο περισσότερο τα μερίσματα υποτάσσονται στην εσωτερική συσσώρευση από την εταιρεία ή από το κράτος-ιδιοκτήτη, τόσο περισσότερο ο καπιταλισμός μας δείχνει το αληθινό του πρόσωπο.

Όλοι ξέρουν πως εκείνοι που κρατάνε στα χέρια τους τον έλεγχο του κεφαλαίου, εκείνοι που αποτελούν την πιο ακραία ενσάρκωση του κεφαλαίου, δεν στερούν από τους εαυτούς τους τις επίγειες απολαύσεις. Όμως, η σημασία της κατανάλωσής τους είναι πολύ μικρότερη ποσοτικά και διαφορετική ποιοτικά σε σχέση με τη συσσώρευση και δεν έχει καμία βάση ιστορικής σημασίας.

Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε πως η ρωσική γραφειοκρατία, επειδή το κράτος αποτελεί συλλογική "ιδιοκτησία" της και επειδή ελέγχει τη διαδικασία της συσσώρευσης, απαιτεί την ενσάρκωση του κεφαλαίου στην πιο καθαρή του μορφή.

Το γεγονός ότι η γραφειοκρατία εκπληρώνει τα καθήκοντα της τάξης των καπιταλιστών και ότι με αυτόν τον τρόπο μεταμορφώνεται η ίδια σε τάξη, αποτελεί την πιο καθαρή ενσάρκωση αυτής της τάξης. Αν και διαφορετική στη μορφή, ταυτόχρονα, από άποψη ιστορικής ουσίας, είναι η πιο συγγενής προς αυτή. Η ρωσική γραφειοκρατία ως μερική άρνηση της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης αποτελούσε ταυτόχρονα την πιο γνήσια ενσάρκωση της ιστορικής αποστολής αυτής της τάξης.

Το να πούμε ότι τη Ρωσία την κυβερνούσε μια γραφειοκρατική τάξη και να σταματήσουμε σ' αυτό το σημείο, είναι σαν να παρακάμπτουμε το κύριο ζήτημα -τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής που επικρατούν στη Ρωσία. Το να πούμε ότι η Ρωσία ήταν κρατικοκαπιταλιστική είναι απόλυτα σωστό, αλλά αυτό δεν αρκεί. Παράλληλα είναι αναγκαίο να τονίσουμε τις διαφορές που υπήρχαν στις νομικές σχέσεις ανάμεσα στην άρχουσα τάξη της Ρωσίας από τη μια και του κρατικού καπιταλισμού, που σταδιακά εξελίχθηκε από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, από την άλλη. Έτσι, λοιπόν, ο πιο σωστός χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να δοθεί στη ρωσική κοινωνία τότε ήταν "γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός".