Αποτίμηση του αντιφασιστικού κινήματος: Ποιος έβαλε τη Χρυσή Αυγή στη φυλακή;

 Στις 7 Οκτωβρίου του 2020 πάρθηκε μία δικαστική απόφαση ιστορικής σημασίας που θέτει, έστω και προσωρινά, ένα τέλος στη φασιστική βία όπως τη γνωρίσαμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Η Χρυσή Αυγή αποτελεί εγκληματική οργάνωση.  Δεν πρόκειται για το τέλος του φασισμού, αλλά αδιαμφισβήτητα είναι μία δικαίωση για όλους όσοι ιστορικά στην Ελλάδα έχουν υποφέρει από τη ναζιστική και φασιστική τρομοκρατία. Από τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης και των Ιωαννίνων, τους εκτελεσμένους της Καισαριανής, τον Λαμπράκη, τον Μανδηλαρά και τον Τεμπονέρα, μέχρι τα εκατοντάδες θύματα της Χρυσής Αυγής, τον Λουκμάν και τον Φύσσα.

Χρωστάμε όλοι και όλες ένα τεράστιο ευχαριστώ στους συνηγόρους της πολιτικής αγωγής, που για 5,5 χρόνια ήταν η φωνή του αντιφασιστικού κινήματος μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκαν τους εαυτούς τους ως κομμάτι του αντιφασιστικού κινήματος και κατάφεραν να αναδείξουν ότι ο ναζισμός είναι όχι μόνο μία ιδεολογία, αλλά, εκ των πραγμάτων, μία δολοφονική πολιτική και πρακτική. Χαιρετίζουμε την αφοσίωση και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που έκαναν όλα αυτά τα χρόνια με αυτοθυσία απέναντι στους καλοπληρωμένους δικηγόρους των φασιστών και ενάντια σε ένα πολιτικό και δικαστικό σύστημα που παρέχει κάλυψη στα φασιστικά εγκλήματα.

Με την καταδικαστική απόφαση κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε με τις πρώτες εγκληματικές δράσεις της Χρυσής Αυγής στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Όσο περνάει ο καιρός θα μπορούμε να αντλούμε όλο και πιο ξεκάθαρα συμπεράσματα για το αποτύπωμα που άφησε η δίκη. Ήδη από σήμερα, όμως, πρέπει να ανοίξουμε την κουβέντα για την αποτίμηση του αντιφασιστικού κινήματος που κατάφερε να διαλύσει τη Χρυσή Αυγή ως φασιστικό κόμμα. Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά του που το κατέστησαν νικηφόρο, ποια ήταν τα λάθη του, ποιες στρατηγικές επιβεβαιώθηκαν και ποιες αποδείχθηκαν λάθος; Για να το θέσουμε πιο απλά, πρέπει να δούμε τι ήταν αυτό που κινητοποίησε 60.000 κόσμου που κατέβηκε στις 7 Οκτωβρίου στο εφετείο, εν μέσω έξαρσης της πανδημίας, και πώς φτάσαμε στο να καταλήξει σε μία καταδικαστική απόφαση αυτή η δίκη -που κατά καιρούς έμοιαζε με παρωδία. Αυτή η κουβέντα έχει σημασία να γίνει εντός και μεταξύ των αντικαπιταλιστικών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και των αναρχικών οργανώσεων, γιατί αυτές οι δυνάμεις αναμφισβήτητα έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στο αντιφασιστικό κίνημα όλα αυτά τα χρόνια.

 

Η πορεία ανάπτυξης της Χρυσής Αυγής

 Από την ίδρυσή της ως κόμμα (και όχι πλέον ως ένας ιδεολογικός σύνδεσμος εθνικιστών-ναζιστών που ήταν στη δεκαετία του ’80) το 1993, η Χ.Α έχει εγκληματική δράση. Ασκεί φασιστική βία και τρομοκρατία με προφανείς δολοφονικές διαθέσεις. Οι επιθέσεις και οι δολοφονίες που αποδίδονται σε μέλη της είναι δεκάδες, και η καταγραφή τους και μόνο θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό κείμενο. Βέβαια, οι επιθέσεις που δεν αποδόθηκαν ποτέ σε κανέναν, και για τις οποίες δεν υπήρξε καμία σύλληψη, είναι εκατοντάδες.  Ανάμεσα στις επιθέσεις που συγκαλύφθηκαν σκανδαλωδώς αναφέρουμε την επίθεση στον Δημήτρη Κουσουρή το 1998, όπου το τότε μέλος της Χ.Α, Περίανδρος, κατάφερε να αποφύγει τη σύλληψη και τη φυλάκισή του για 7 χρόνια, ενώ η πράξη δεν αποδόθηκε ποτέ στο σύνολο της Χ.Α, με ευθύνη της κυβέρνησης Σημίτη. Αυτό αποτελεί ένα παράδειγμα της ατιμωρησίας και της ευνοϊκής μεταχείρισης που απολάμβανε ήδη από τότε η Χ.Α από το σύστημα και ένα καμπανάκι κινδύνου που η πλειοψηφία των οργανώσεων του αντικαπιταλιστικού-ριζοσπαστικού χώρου απέτυχε να ακούσει.

Η αλληλουχία των δολοφονικών επιθέσεων που έκανε η ΧΑ από τη δεκαετία του ’90 κάμφθηκε μεταξύ του 2005 και του 2008, οπόταν ο Μιχαλολιάκος πήρε την απόφαση να εντάξει το κόμμα του σε έναν ευρύτερο εθνικιστικό σχηματισμό, την Πατριωτική Συμμαχία. Το έτος 2008 είναι ορόσημο για τη δράση της, καθώς είναι το έτος κατά το οποίο η Χ.Α επανενεργοποιείται αυτοτελώς ως κόμμα και προχωρά σε κινήσεις που επισφράγισαν τον χαρακτήρα και τις προθέσεις της. Η πρώτη έλαβε χώρα την ημέρα της διαδήλωσης για τα Ίμια, όταν χρυσαυγίτες επιτέθηκαν μαζί με τα ΜΑΤ στη συγκέντρωση των αντιφασιστών στα Προπύλαια, αφήνοντας πίσω δύο συντρόφους, από το Ξεκίνημα και την Εργατική Εξουσία, σοβαρά τραυματίες. Τον Ιούνιο, γίνεται η δολοφονική επίθεση με σκεπάρνια και μαχαίρια στο στέκι “Αντίπνοια” στα Πετράλωνα, όπου μαχαιρώθηκαν δύο αναρχικοί σύντροφοι. Μέχρι το τέλος του ίδιου έτους, οι χρυσαυγίτες είχαν προχωρήσει στη δημιουργία της επιτροπής “αγανακτισμένων” κατοίκων στη γειτονιά του Αγίου Παντελεήμονα.

Το 2008, λοιπόν, αποτελεί μία χρονιά που έκρινε πολλά. Η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν έδωσε τη σημασία που χρειαζόταν και ο φασισμός, μέσα σε μία περίοδο αναβρασμού λίγο πριν την επιβολή των μνημονίων, κατάφερε να βρει κοινωνικές στοιχίσεις. Ένα πρώτο πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της αποτυχίας ήταν η εκλογή του Μιχαλολιάκου ως δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα το 2010. Η βία κλιμακώνεται με πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας αφήνοντας πίσω τραυματισμένους και δολοφονημένους πολλούς μετανάστες. Από εκείνη τη φάση, λοιπόν, μέχρι και τη δολοφονία Φύσσα, η διόγκωση της Χ.Α σε μέλη και κοινωνική απεύθυνση μπαίνει στον αυτόματο, καθώς η καπιταλιστική κρίση βαθαίνει, η ανεργία αυξάνεται και η είσοδος της Χ.Α στη βουλή με ποσοστό 8% αποτελεί φυσικό επόμενο. Το 2012-13 μπορούσαμε να κάνουμε την εκτίμηση ότι η Χ.Α θα μπορούσε ακόμα και να καταλάβει κρατικές θέσεις εξουσίας, είτε ως συμπλήρωμα της Νέας Δημοκρατίας, είτε κερδίζοντας την ηγεμονία στη “δεξιά πολυκατοικία”.

 

Το κίνημα και η δολοφονία Φύσσα

Το αντιφασιστικό κίνημα έδινε μάχες όλο αυτό το διάστημα ακόμα και χωρίς να έχει την ενίσχυση των περισσότερων οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Ειδικά στην Αθήνα, που αναδείχθηκε ως το βασικό κέντρο αντιπαράθεσης, αλλά και στους εργασιακούς χώρους, οι αντιφασιστικές δράσεις ήταν συνεχείς και κατάφεραν να βάλουν σημαντικό ανάχωμα στην εξάπλωση της φασιστικής πρακτικής.

Η επιμονή μερικών πολιτικών δυνάμεων σε αυτή τη φάση, όπως και κατά την προηγούμενη δεκαετία, ήταν που μπόλιασε το μεγάλο αντιφασιστικό κίνημα που ξέσπασε μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον Σεπτέμβριο του 2013. Δεν θα μπορούσε κάτι τέτοιο να υπάρξει, αν δεν είχε γίνει κατευθείαν η συνειδητοποίηση ότι πρόκειται για μία σχεδιασμένη δολοφονία από τη Χ.Α, όχι ένα ατύχημα ή μία παρεκτροπή από τη δράση της. Η Χ.Α δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα για τις πολιτικές του απόψεις, θέλοντας να δείξει σε όλη την κοινωνία ότι είναι αήττητη και επιδιώκει να ηγεμονεύσει ιδεολογικά, στον δρόμο και στην πολιτική σκηνή.

Το γεγονός ότι η Χ.Α απέτυχε να το κάνει αυτό δεν οφείλεται στο ότι αποκαλύφθηκε η εγκληματική της δράση τον Σεπτέμβρη του 2013. Η Χ.Α. δεν θα μπορούσε να υπάρξει, και δεν θα είχε νόημα να υπάρχει, αν δεν επέβαλε το “δίκιο του ισχυρού” στον δρόμο. Μετά την δολοφονία, αυτό που άλλαξε είναι ότι κινητοποιήθηκε μαζικά η εργατική τάξη και η νεολαία που είδαν ότι απειλούνται. Οι υποστηρικτές της Χ.Α δεν ένιωσαν αποτροπιασμό, αλλά την εμπιστεύτηκαν ακόμα παραπάνω σε πρώτη φάση. Της γύρισαν την πλάτη μόνο όταν είδαν ότι το αντιφασιστικό κίνημα ήταν πιο ισχυρό και μπορούσε να τη ρίξει πίσω στο λαγούμι της. Οποιαδήποτε άλλη ανάλυση, που ερμηνεύει τη δολοφονία Φύσσα ως “το μεγάλο λάθος της Χ.Α” γενικά και αόριστα, θα πρέπει να εξηγήσει τα αποτελέσματα στις εκλογές του 2015, που ανέδειξαν τη Χ.Α  τρίτο κόμμα, σχεδόν 2 χρόνια μετά τη δολοφονία.

Η πάρα πολύ μαζική πορεία την επομένη της δολοφονίας του Φύσσα στο Κερατσίνι, τις μετέπειτα μέρες σε όλη την Αθήνα, και σχεδόν σε όλες τις επαρχιακές πόλεις της Ελλάδας, με αποκορύφωμα την πορεία 30.000 και πλέον ατόμων στα κεντρικά γραφεία της Χ.Α στις 25 Σεπτεμβρίου, παρά το μποϋκοτάζ της κοινοβουλευτικής αριστεράς, έδειξαν τον πραγματικό συσχετισμό δύναμης. Έτσι, αναγκάστηκε η κυβέρνηση να συλλάβει τα μέλη της Χ.Α. Η απόφαση αυτή είχε σκοπό να εκτονώσει την κατάσταση, που θα μπορούσε εύκολα να πάρει διαστάσεις κεντρικής ταξικής αναμέτρησης και να θυμίσει τον Δεκέμβρη του 2008. Να θυμίσουμε ότι η προκηρυγμένη από την ΑΔΕΔΥ 48ωρη απεργία στις 24-25 Σεπτεμβρίου πήρε αντιφασιστικό χαρακτήρα.

 

Τα χαρακτηριστικά του νικηφόρου αντιφασιστικού κινήματος

Ακόμα, όμως, και μετά την προφυλάκιση των χρυσαυγιτών, το αντιφασιστικό κίνημα συνέχισε να ισχυροποιείται και να ξηλώνει σιγά σιγά ό,τι μηχανισμούς είχε οικοδομήσει η Χ.Α όλα αυτά τα χρόνια. H X.A σήμερα δεν αποτελεί απλώς εγκληματική οργάνωση νομικά, αλλά έχει τεθεί εκτός βουλής, έχει υποστεί δύο μεγάλες διασπάσεις, έκλεισε τα κεντρικά της γραφεία και σταμάτησε την κυκλοφορία της εφημερίδας της. Αυτές είναι οι κατακτήσεις του κινήματος. Του ίδιου κινήματος που την ανάγκασε από το 2016 να μην διοργανώσει ξανά τη φιέστα της για τα Ίμια, να κλείσει παντού τα γραφεία της, να μην μπορεί να κάνει καν μνημόσυνο για τους Καπελώνη και Φουντούλη. Είναι γεγονός ότι -δια στόματος Μιχαλολιάκου- εδώ και χρόνια η Χ.Α δεν μπορεί να διοργανώσει ούτε μία επιτυχημένη συγκέντρωση, γιατί οι αντιφασίστες και οι αντιφασίστριες είναι κάθε φορά απέναντί της.

Έτσι, ακόμα και αν συμφωνούμε ότι ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει εδώ, σίγουρα μία σειρά από μάχες κερδήθηκαν, πράγμα που μας κάνει να πιστεύουμε ότι η Χ.Α έχει ξοφλήσει ως κόμμα.  Τα μαθήματα που πήραμε από τις νίκες του αντιφασιστικού κινήματος και από την εξέλιξη του φασισμού στην Ελλάδα είναι συγκεκριμένα. Τα χαρακτηριστικά που κατέστησαν το αντιφασιστικό κίνημα νικηφόρο είναι τα εξής:

Ο ενιαιομετωπικός χαρακτήρας του. Το αντιφασιστικό κίνημα κατάφερε να γίνει επικίνδυνο όχι μόνο για τους φασίστες, αλλά και για την σταθερότητα του πολιτικού συστήματος, όταν ενοποίησε τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και πήρε μαζικές διαστάσεις. Τέτοιος ήταν ο χαρακτήρας των κινητοποιήσεων τις ημέρες αμέσως μετά τη δολοφονία Φύσσα, και κάθε χρόνο από τότε, στο Κερατσίνι στη μαύρη επέτειο της δολοφονίας. Ενιαιομετωπικός όμως ήταν προφανέστατα και ο χαρακτήρας της συγκέντρωσης στις 7 Οκτώβρη του 2020, όταν εν μέσω πανδημίας συγκεντρώθηκαν 60.000 άτομα έξω από το Εφετείο (οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των συγκεντρωμένων είναι προφανώς επισφαλείς).

Οι πολιτικές δυνάμεις του αναρχικού και αυτόνομου χώρου, που κατήγγειλαν αυτό τον χαρακτήρα της συγκέντρωσης ως δήθεν θεσμικό/αστικό/συμφιλιωτικό και ως εκ τούτου απείχαν, πρέπει να εκτιμήσουν αν θέλουν να συμβάλλουν πράγματι στο να αλλάξει ο ταξικός συσχετισμός δύναμης στην κοινωνία ή αν απλώς προσπαθούν να μαζέψουν κόσμο στις οργανώσεις και τις συνελεύσεις τους. Αναφερόμαστε φυσικά σε πολύ συγκεκριμένες συλλογικότητες, και όχι στο σύνολο του χώρου, του οποίου τη συμβολή εκτιμούμε. Από την άλλη, το ΚΚΕ κράτησε σεχταριστική στάση όλα αυτά τα χρόνια, κράτησε τον εργατικό κόσμο του μακριά από το αντιφασιστικό κίνημα προτιμώντας κομματικές συγκεντρώσεις συνολικής καταδίκης του συστήματος που γεννά τον φασισμό. Με αυτό το σκεπτικό υποτίμησε πολλές απειλές και απείχε από μικρές και μεγάλες στιγμές του κινήματος.

Η ταξική του ανεξαρτησία. Δεν είναι απλώς η άποψή μας ότι το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να έχει ταξική ανεξαρτησία, αλλά είναι αντικειμενική διαπίστωση ότι πράγματι αυτό το κίνημα, όπως εμφανίστηκε εδώ και μία  δεκαετία (και περισσότερο) στην Ελλάδα ήταν ταξικά ανεξάρτητο. Στις εποχές κατά τις οποίες το κίνημα δεν ήταν μαζικό, στηριζόταν από πολιτικές δυνάμεις που μέχρι και σήμερα έχουν ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική ή αντιεξουσιαστική αναφορά. Την εποχή που μαζικοποιήθηκε, ήταν υπόθεση της εργατικής τάξης και της πληττόμενης νεολαίας. Πρώτη απόδειξη γι’ αυτό είναι ότι η Χ.Α δεν μπόρεσε να ριζώσει σε κανένα εργατικό χώρο και σε κανένα πανεπιστήμιο σε όλες τις φάσεις της εξέλιξής της. Δεύτερη απόδειξη είναι ότι καμία αστική δύναμη δεν συμμετείχε στον δρόμο όλα αυτά τα χρόνια. Η συμμετοχή ακόμα και των ρεφορμιστικών κομμάτων στις κινητοποιήσεις ήταν μερική, ευκαιριακή και πολλές φορές επιζήμια. Ακόμα και στη μεγαλειώδη πορεία στις 25 Σεπτεμβρίου του 2013, η συμβολή των ρεφορμιστικών δυνάμεων περιορίστηκε στην αποτυχημένη προσπάθειά τους να αποτρέψουν την πορεία να κατευθυνθεί προς τα γραφεία της Χ.Α στον Σταθμό Λαρίσης. Τελικά, εκείνη η πορεία, που ανάγκασε την κυβέρνηση Σαμαρά να συλλάβει τους χρυσαυγίτες, καλέστηκε από μερικές μικρές οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και της αναρχίας, τα ονόματα των οποίων ο τότε πρωθυπουργός Σαμαράς μάλλον δεν είχε ξανακούσει. Κανένα ρόλο δεν έπαιξαν τα αστικά κόμματα σε αυτό. Οι δε ρεφορμιστές του ΣΥΡΙΖΑ καλούσαν τον κόσμο το 2012 να τον ψηφίσει για να βάλει ανάχωμα στον φασισμό. Αναρωτιέται, όμως, εύλογα κανείς: σε τι ωφέλησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ τον αντιφασισμό; Η δική μας απάντηση είναι: σε απολύτως τίποτα, ίσα ίσα τον δυσχέρανε. Οι υπουργοί δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ έκαναν ό,τι περνά από το χέρι τους για να πέσει η Χ.Α στα μαλακά. Η δυσφήμηση της αριστεράς από τον ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τεράστιες ευκαιρίες στους ναζί, κι αν αυτοί δεν μπόρεσαν να τις εκμεταλλευτούν, αυτό οφείλεται στο αντιφασιστικό κίνημα. Η πολιτική ενάντια στους πρόσφυγες (δηλαδή οι πνιγμοί στο Αιγαίο και η φυλάκιση σε κέντρα κράτησης) και η εθνικιστική συμφωνία των Πρεσπών δημιούργησαν συνθήκες θερμοκηπίου για τη φασιστική πρακτική αφού νομιμοποίησαν τον λόγο της ακροδεξιάς.

Η μαχητικότητά του. Το αντιφασιστικό κίνημα δεν ήταν απλώς διακηρυκτικό, αλλά κατάφερε να προστατεύσει τον εαυτό του και να επιβάλει έναν άλλο συσχετισμό στο δρόμο. Έτσι απέκτησε αυτοπεποίθηση και έσπασε τον φόβο. Απέναντι στον φασισμό δεν ωφελεί η θυματοποίηση, γιατί ο φασισμός τρέφεται από την εικόνα του “αήττητου τιμωρού” που δημιουργεί για τον εαυτό του. Έτσι, και με την Χ.Α το βασικό καθήκον δεν ήταν να αναδεικνύει κανείς την αποκρουστική φασιστική βία, γιατί ο κόσμος τη γνώριζε ήδη. Κι όμως, σε αυτό βασικά εξαντλούνταν η πρακτική του ρεφορμισμού. Την ίδια πρακτική ακολουθούσαν και εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, με σημαντική κατά τα άλλα συμβολή στο αντιφασιστικό κίνημα. Το ΣΕΚ, χαρακτηριστικά, επέμενε πολύ σε αυτό. Γνωρίζουμε ότι πολλοί σύντροφοι του ΣΕΚ έχουν πέσει θύματα φασιστικών επιθέσεων λόγω της δράσης τους στο αντιρατστιστικό κίνημα και έπρεπε να το αναδείξουν αυτό. Δεν κατηγορούμε για φοβικότητα τους συντρόφους. Ξέρουμε, για παράδειγμα, ότι μαζί τους βρεθήκαμε στον Ασπρόπυργο μετά τις επιθέσεις στην Γκορυτσά, όταν η υπόλοιπη ΑΝΤΑΡΣΥΑ απείχε. Το ίδιο είχε συμβεί στη Νίκαια λίγο καιρό πριν τη δολοφονία Φύσσα. Κάνουμε κριτική, όμως, στην άποψη ότι ο συσχετισμός άλλαξε με προπαγάνδα και όχι επειδή το κίνημα περιφρούρησε τον εαυτό του. Ήταν αναγκαίο να αλλάξει στρατόπεδο ο φόβος. Ούτε ωφελούσαν σε τίποτα οι γενικές επικλήσεις στη δημοκρατία, όπως έκαναν αρκετές οργανώσεις, γιατί ούτως ή άλλως η Χ.Α αναπτύχθηκε σε μία εποχή όπου το κοινοβούλιο είχε εκφυλιστεί και ο κόσμος έχανε την εμπιστοσύνη του στην αστική δημοκρατία.

Ο αμιγής αντιφασισμός του. Τονίζουμε ότι το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να είναι αντιφασιστικό, και δεν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Αυτό που εννοούμε είναι ότι το αντιφασιστικό κίνημα δεν είναι υποκατηγορία κάποιου δημοκρατικού κινήματος, ούτε, από την άλλη, μπορεί να αντικατασταθεί από τη γενική αντικαπιταλιστική πάλη. Εν τέλει, ο φασισμός θα ηττηθεί ολοκληρωτικά μόνο με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Όμως, ειδικά στις περιόδους όπου ο φασισμός αναπτύσσεται και προσπαθεί ακόμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη της αστικής τάξης, χρειάζεται ενωτική δράση των εργατικών οργανώσεων στοχευμένη ενάντια σε αυτό τον κίνδυνο.

Ο φασισμός μπορεί να είναι ως προς το περιεχόμενό του ένα καπιταλιστικό κίνημα στην υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά έχει μικροαστική σύνθεση στα πρώτα του βήματα. Απευθύνεται και βρίσκει κοινωνικές στοιχίσεις στην μικροαστική τάξη που συμπιέζεται από την οικονομική κρίση. Για να νικήσει χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να τον εμπιστευτεί μία σημαντική μερίδα του κεφαλαίου. Χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να τσακίσει τα πρωτοπόρα κομμάτια της εργατικής τάξης, να εξατομικεύσει πλήρως τους εργαζόμενους. Αυτό ακριβώς είναι που δεν έγινε στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, γιατί η εργατική τάξη τελικά όρθωσε ανάστημα. Ο φασισμός δεν κατάφερε να εξαπλωθεί στρατολογώντας μαζικά εργάτες και να δείξει ότι μπορεί να πάρει την εξουσία. Αυτό ήταν που επικυρώθηκε με την έκβαση της δίκης. Ο αντιφασισμός όλα αυτά τα χρόνια, λοιπόν, καλώς είχε την αυτοτέλειά του ως προς τις μεθόδους του, τα καθήκοντα και τις δράσεις του.

 

Τα μεγάλα λάθη των οργανώσεων

Ως απόρροια των παραπάνω, και επειδή η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος είναι μία οργάνωση που δεν ανακάλυψε τον φασισμό σήμερα, ούτε το 2012, αλλά ήταν στον δρόμο με όσες δυνάμεις διέθετε απέναντι στους φασίστες, και δη της Χρυσής Αυγής, από τη δεκαετία του 1990, θεωρούμε ότι μία σειρά από στρατηγικές που διατυπώθηκαν από άλλες οργανώσεις αποδείχτηκαν τραγικό λάθος.

Οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες που υποτίμησαν διαχρονικά την αντιφασιστική πάλη το έκαναν συχνά υπό το πρίσμα μίας συνολικής αντικαπιταλιστικής πολιτικής. Θεωρούσαν δηλαδή ότι η σύγκρουση με τους φασίστες ήταν “οπαδική” και ότι η μάχη θα κερδηθεί μόνο αν οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις μπορέσουν να στρατεύσουν την εργατική τάξη στο δικό τους σχέδιο. Το αντίθετο, έλεγαν, είναι η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Η άποψη αυτή εκφραζόταν από το ΝΑΡ και τη ΝΚΑ. Η ανάλυσή τους ξεκινούσε από το ότι οι χρυσαυγίτες είναι ένα πιόνι του κεφαλαίου, ένα κομμάτι του παρακράτους που εκτελεί τις εντολές της κυβέρνησης. Απέτυχαν να δουν την αυτοτέλειά του ως φαινόμενο.

Υπό αυτή την έννοια, οι σύντροφοι αντιλαμβάνονταν τον φασισμό ως αυτό το εργαλείο που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση και το κράτος για να απειλήσει τα δημοκρατικά δικαιώματα του λαού. Δεν αμφισβητούμε ότι η κυβέρνηση Σαμαρά χαιρόταν πολύ που υπήρχε η Χ.Α για να επιτίθεται σε σωματεία, συνδικαλιστές, νεολαίους και μετανάστες. Αλλά αυτό δεν είναι η ουσία. Η Χ.Α δεν ήταν ο λαγός για την αυταρχική σκλήρυνση του κράτους, αλλά επιδίωκε την εγκαθίδρυση ενός φασιστικού καθεστώτος. Ήταν εντελώς λαθεμένη η απάντηση των συντρόφων που εξίσωναν τη φασιστική βία με την ανεργία, την αντεργατική επίθεση, τα μνημόνια, τη ρατσιστική πολιτική κ.ο.κ. Ο φασισμός διαφέρει από ένα απολυταρχικό κράτος ακόμα και από μία στρατιωτική δικτατορία ή ένα βοναπαρτιστικό καθεστώς. Ακόμα και η Χούντα των Συνταγματαρχών που φυλάκισε, βασάνισε και εξόρισε αγωνιστές, που έβγαλε παράνομες τις οργανώσεις και τα κόμματα της εργατικής τάξης και φυσικά είχε και φασίστες να δρουν ως τρομοκράτες, δεν κατάφερε να κονιορτοποιήσει την τάξη και να πετύχει μία πλήρη εξατομίκευση των πληττόμενων, όπως ο Χίτλερ.

Αυτή η λογική έκανε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες να απέχουν για καιρό από τις αντισυγκεντρώσεις που αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμο εργαλείο του κινήματος (βλ. επέτειος για τα Ίμια, φιέστες στο Νέο Ηράκλειο, Μακεδονικά συλλαλητήρια κ.ο.κ). Είναι επίσης φοβερό να αναλογιστεί κανείς ότι εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η απόφαση για κάλεσμα στην πορεία προς τα γραφεία της Χ.Α. στη Μεσογείων, στις 25 Σεπτεμβρίου του 2013, ήταν οριακή. Ασκήθηκε πολύ μεγάλη πίεση ούτως ώστε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ο πυλώνας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, να είναι παρούσα σε αυτή τη μεγαλειώδη ιστορική στιγμή του κινήματος -και τελικά να πρωτοστατήσει σε μαζικότητα.

Υπήρχαν, από την άλλη, δυνάμεις που αυτοπαρουσιάζονταν ως η επιτομή του αντιφασισμού, και θεωρούσαν ότι  σωστή στρατηγική είναι να επιδιώκουν ένα μεγάλο δημοκρατικό αντιφασιστικό μέτωπο, το οποίο θα περιελάμβανε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, ακόμη και τα αστικά κόμματα. Η απροθυμία αυτών των κομματιών όμως ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη θέληση των συναγωνιστών μας για συνεργασία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε ψήφους από το αντιφασιστικό κίνημα, όπως και από κάθε κίνημα που αναπτύχθηκε στα χρόνια της κρίσης, χωρίς να δουλέψει ποτέ για την ανάπτυξή τους. Είναι ευτυχές που το αντιφασιστικό κίνημα δεν υποβιβάστηκε σε υπερασπιστή της δημοκρατίας. Κάτι τέτοιο θα έσπρωχνε εκτός του την εργατική τάξη, η οποία είχε τη δύναμη να ρίχνει τη μία κυβέρνηση μετά την άλλη και είχε χάσει την πίστη της στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, που δεν μπορούσε να της προσφέρει τίποτα πέρα από φτώχεια, ανεργία και καταπίεση.

 

Το βασικό ερώτημα

Δεν μπορούμε να ξέρουμε με ακρίβεια τι σκέψεις και τι εκτιμήσεις κάνει κάθε φορά η αστική τάξη. Θέτουμε λοιπόν ξανά το αρχικό ερώτημα: Ποιος έβαλε τη Χρυσή Αυγή στη φυλακή; Απαντάμε ότι αυτό το έκανε ένα αστικό δικαστήριο και ο Μητσοτάκης, και συμφωνούμε με τους “μηδενιστές” συναγωνιστές μας.  Το βασικό ερώτημα όμως είναι: Ποιος τσάκισε τη Χρυσή Αυγή; Η απάντηση είναι: ΕΜΕΙΣ. Το κίνημα, η τάξη και οι πρωτοπόρες οργανώσεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της αναρχίας. Και με σιγουριά λέμε ότι, αν στις 7 Οκτωβρίου υπήρχε άλλη απόφαση από το δικαστήριο, θα καιγόταν η Αθήνα. Δεν είμαστε στο μυαλό του κάθε Μητσοτάκη για να ξέρουμε αν αυτό ήταν το κίνητρό του.

Είναι προφανές ότι το σύστημα στην Ελλάδα επιβιώνει προς το παρόν με την αστική δημοκρατία. Αλλά αναγκάστηκε να αποσύρει μία εφεδρεία που είχε, ένα φασιστικό κόμμα που επί χρόνια έσπερνε τον τρόμο σε αγωνιστές και μετανάστες. Άλλωστε, επισημαίνουμε ξανά ότι ο φασισμός ιστορικά δεν είναι απλώς μία σταδιακή παρακμή της δημοκρατίας. Το κεφάλαιο θα εγκαταλείψει τη δημοκρατία και θα ποντάρει στον φασισμό μόνο αν πειστεί ότι έχει  δύναμη να διαλύσει την εργατική τάξη. Ο φασισμός είναι κίνημα και νικιέται στον δρόμο. Και ιστορικά δεν έχει κερδίσει ποτέ χωρίς την ύπαρξη ενός φασιστικού κόμματος. Τέτοιο κόμμα, πλέον και προσωρινώς, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει, γιατί νικήθηκε όντως στον δρόμο.

Υπό αυτή την έννοια πρέπει να δούμε με πολύ κριτικό μάτι την άποψη του εκφασισμού της κοινωνίας, η οποία γίνεται δημοφιλέστερη τα τελευταία χρόνια. Λίγο παλιότερα οι συναγωνιστές των Μ-Λ έλεγαν αντίστοιχα ότι η κοινωνία φασιστοποιείται. Αρχικά, αυτή η άποψη έχει αποτελέσει και πρόπλασμα για τη σταλινική θεωρία του σοσιαλφασισμού και, στη συνέχεια, για την καταστροφική πολιτική των λαϊκών μετώπων στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικά, όμως, πρέπει κάθε φορά να βλέπουμε τις αλλαγές που γίνονται στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο (όπως και στο οικονομικό) με ένα μαρξιστικό κριτήριο και άρα να κάνουμε την εξής διάκριση: υπάρχουν αλλαγές οι οποίες μπορούν να ενσωματωθούν στην υπάρχουσα κοινωνική δομή και αλλαγές οι οποίες μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο με μία βίαιη έκρηξη της υπάρχουσας κοινωνικής δομής. Αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να αναλυθούν σε ξεχωριστή συζήτηση. Στεκόμαστε μόνο στο ότι δεν αρκεί η διάχυση κάποιων φασιστικών ιδεών ή ακόμα και πρακτικών, για να έρθει ο φασισμός. Επίσης, η μέση συνείδηση έχει αντιφάσεις και δεν εξελίσσεται γραμμικά.

        Οι προκλήσεις παραμένουν πολλές. Ακόμα και οι πιο αισιόδοξοι, που ενδεχομένως πιστεύουν ότι το κεφάλαιο φασισμός στην Ελλάδα έκλεισε για πάντα, δεν μπορούν να μην δουν ότι σήμερα υπάρχουν στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, εθνικισμός και ενσωμάτωση της εθνικιστικής ατζέντας από όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, ριζοσπαστικοποίηση της δεξιάς, συντηρητικές τάσεις στην κοινωνία κ.ο.κ. Δεν μπορούν να μην δουν τις κινητοποιήσεις που έγιναν στα Καμένα Βούρλα, τον Έβρο, τις “εξεγέρσεις” εναντίον των ΜΑΤ στα νησιά του Αιγαίου με την ηγεμονία της ακροδεξιάς και τους “στρατιώτες” που εκπαίδευσε η Χ.Α και ψάχνουν ενδεχομένως τον νέο στρατηγό τους. Είναι πολύ πρόσφατη η δολοφονία του Πετρίτ Ζίφλε, η επίθεση στους Αφγανούς στην Κόνιτσα και οι επιθέσεις στους Πακιστανούς στην Γκορυτσά. Η ίδια η αστυνομία χωρίς προκαλύμματα σκότωσε τον Εμπούκα Μαμάν Σούμπεκ.

          Συνεχίζουμε λοιπόν με τα συμπεράσματα που βγάλαμε. Κρατάμε τις σχέσεις αλληλεγγύης με όλες τις αγωνιζόμενες δυνάμεις για να έχουμε τα άμεσα αντανακλαστικά να αντιμετωπίσουμε κάθε νέα φασιστική απειλή. Επιδιώκουμε να αναπτύξουμε νέες και βαθύτερες σχέσεις με τους μετανάστες και τις μετανάστριες σε αυτή τη χώρα. Αγωνιζόμαστε με την εργατική τάξη και όλους τους καταπιεσμένους και τις καταπιεσμένες. Οικοδομούμε τον αντικαπιταλιστικό πόλο που θα αντιπαρατεθεί χωρίς μισόλογα με τον εθνικισμό και την επιθετική στρατηγική της ελληνικής αστικής τάξης.