«Η διαλεκτική του έθνους και της ταξικής πάλης», του Ερνέστ Μαντέλ, 1971

Την ανάπτυξη του εθνικισμού μπορούμε να την εξηγήσουμε μόνο αν ξεκινήσουμε από την κεντρική θέση της ταξικής πάλης. Ωστόσο, το ότι η θεωρία του ιστορικού υλισμού δίνει στην ταξική πάλη πρωταρχική θέση στην ιστορία, δεν σημαίνει ότι η ταξική πάλη είναι ο μόνος παράγοντας στην ιστορία. Στην πραγματικότητα, σε διαφορετικούς χρόνους στην ιστορία, μπορούν να γίνουν κυρίαρχοι άλλοι παράγοντες. Αλλά όποτε ρωτάμε γιατί άλλοι παράγοντες μπορούν να γίνουν κυρίαρχοι, οδηγούμαστε πάλι στο ζήτημα της ταξικής πάλης. Η ανάπτυξη του εθνικισμού είναι μια τέτοια περίπτωση.

 

Προέλευση του έθνους στην αστική κοινωνία

Το εθνικό ζήτημα προκύπτει από την ταξική πάλη. Το να συνδέεται  το εθνικό ζήτημα με την ύπαρξη του κράτους, της εθνοτικής ομάδας, της φυλετικής ομαδοποίησης ή της συσχέτισης με κάποια κοινότητα ή χωριό είναι λάθος. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν ήταν μεγαλύτερο παράδειγμα εθνικής οντότητας από την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Μεσαίωνα. Η Αγγλία δεν ήταν έθνος τον δωδέκατο ή τον δέκατο τρίτο αιώνα για τον λόγο ότι ένα σημαντικό μέρος της άρχουσας τάξης μιλούσε μια γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα του λαού και είχε διαφορετική καταγωγή  –από τους Νορμανδούς που είχαν κατακτήσει την Αγγλία.

Η μαρξιστική άποψη σχετικά με  το ερώτημα υποστηρίζει ότι το έθνος είναι προϊόν του αγώνα μιας συγκεκριμένης τάξης, δηλαδή της σύγχρονης αστικής τάξης, της πρώτης τάξης στην ιστορία που γέννησε ένα έθνος. Η αστική τάξη δημιούργησε το έθνος για οικονομικούς λόγους, επειδή απαιτούσε μια ενοποιημένη εθνική αγορά. Προκειμένου να διαφυλάξει την ενότητα αυτής της εθνικής αγοράς, εξάλειψε κάθε προκαπιταλιστική, ημιφεουδαρχική συντεχνία και κάθε περιφερειακό εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Δημιούργησε επίσης αυτή την εθνική ενότητα από πολιτικοπολιτισμική άποψη, επειδή βασίστηκε στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας -μια αρχή που αντιτίθεται στη νομιμότητα της μοναρχίας, της αριστοκρατίας ή της εκκλησίας- προκειμένου να κινητοποιήσει τις μάζες ενάντια στις παλιές δημοκρατικές επαναστάσεις.

Η έννοια του έθνους προέκυψε με τις μεγάλες αστικές δημοκρατικές επαναστάσεις. Η πρώτη μεγάλη αστική δημοκρατική επανάσταση στην ιστορία πραγματοποιήθηκε στις Κάτω Χώρες. Ήταν η εθνική εξέγερση εναντίον του βασιλιά της Ισπανίας που ξεκίνησε στη Φλάνδρα, και εκεί μεν ηττήθηκε, αλλά πέτυχε στην Ολλανδία, που γέννησε το πρώτο σύγχρονο έθνος με εθνική συνείδηση ​​βασισμένη σε καπιταλιστική υποδομή. Η ίδια διαδικασία παρατηρήθηκε στη συνέχεια στη Μεγάλη Βρετανία, στη Γαλλία με τη Γαλλική Επανάσταση, στην Ισπανία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Πολωνία, στην Ιρλανδία κ.λπ. Σε καθεμία από αυτές τις περιπτώσεις τα υλικά συμφέροντα στα οποία βασίζεται η έννοια του έθνους δεν αποτελούν κανένα μυστήριο ούτε δημιουργούν κανέναν προβληματισμό. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ιστορίας της, δηλαδή της εποχής στην οποία ήταν ακόμη επαναστατική και προοδευτική, η ίδια η αστική τάξη δεν συγκάλυπτε τις προθέσεις της, αλλά τουναντίον τις  εξέφραζε με τρόπο ευθύ. Αν διαβάσει κανείς τις διακηρύξεις των Γιρονδίνων -που ήταν εκείνη την εποχή το πιο αστικό και το πιο εθνικιστικό κόμμα στη Γαλλική Επανάσταση, πολύ πιο εθνικιστικό από τους Ιακωβίνους, αφού ήταν αυτοί που πίεσαν για συνέχιση του πολέμου και όχι οι Ιακωβίνοι-  θα δει τη σχέση μεταξύ αυτών των παραγόντων. Και, επειδή το 1790 βρισκόμαστε ήδη σε μια πιο προχωρημένη περίοδο συγκριτικά με τις Κάτω Χώρες του δέκατου έκτου αιώνα ή τις Ηνωμένες Πολιτείες του 1776, υπάρχει και ένα τρίτο θέμα: ο εμπορικός ανταγωνισμός μεταξύ της βιομηχανικής-αστικής μπουρζουαζίας της Γαλλίας και της Αγγλικής αστικής τάξης. Σύμφωνα με τους ιστορικούς της Γαλλικής Επανάστασης, ιδίως τη σχολή του Λεφέβρ, αυτός ο ανταγωνισμός έπαιξε πολύ πιο σημαντικό ρόλο στους πολέμους της Επανάστασης και της Αυτοκρατορίας. Αυτοί οι πόλεμοι δεν ήταν απλώς ένας αγώνας μεταξύ της γαλλικής μπουρζουαζίας εναντίον των άλλων, λίγο πολύ αντεπαναστατικών, ευρωπαϊκών δυνάμεων που παρενέβησαν για να υπερασπιστούν τα προνόμια της γαλλικής αριστοκρατίας και μοναρχίας.

Το έθνος γεννιέται από μια συγκεκριμένη ταξική πάλη, την πάλη της αστικής τάξης ενάντια στη φεουδαρχία και τις προκαπιταλιστικές ημιφεουδαρχικές δυνάμεις. Ο ρόλος που διαδραματίζει η απόλυτη μοναρχία σε αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Στην περίπτωση της Γαλλίας είναι αρκετά σαφές. Ο εθνικισμός που ενσαρκώνεται σε μια προσωπικότητα όπως του Λουδοβίκου του 14ου δεν είναι ακόμη εθνικισμός με τη σύγχρονη έννοια του όρου, αλλά είναι ένας δυναμικός προεθνικισμός με την έννοια ότι η απόλυτη μοναρχία προκρίνει μια αλλαγή στη σχέση δυνάμεων μεταξύ των ευγενών και της αστικής τάξης. Τι συμβαίνει όταν το αστικό κράτος, η αστική επανάσταση, θριαμβεύει; Η ταξική πάλη προφανώς δεν σταματά· η αστική τάξη θα ήθελε πολύ να σταματήσει σε εκείνη τη στιγμή. Μόλις η ταξική πάλη ξανακερδίζει δυναμική μετά τη νίκη της αστικής τάξης, μετατοπίζεται ανάλογα σε άλλα πεδία. Ο αγώνας των ηττημένων τάξεων μετατοπίζεται προς τη σφαίρα του εποικοδομήματος. Το λέω αυτό για να τραβήξω την προσοχή των μαοϊκών συντρόφων, γιατί πρέπει να εξηγήσουν γιατί, παρά την επιβίωση της ημιφεουδαρχικής ιδεολογίας καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κανένα φεουδαρχικό καθεστώς δεν ανέκτησε την εξουσία σε καμία από τις χώρες όπου αυτή η ιδεολογία παρέμεινε αρκετά ισχυρή. Σκέφτομαι κυρίως τη Γαλλία, όπου η κυρίαρχη ιδεολογία αυτής της περιόδου παρέμεινε η ιδεολογία του Καθολικισμού -μια τυπικά προκαπιταλιστική, προαστική, ημιφεουδαρχική ιδεολογία, η οποία καταδίκασε τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι το 1880 και για μια ολόκληρη περίοδο παρέμεινε η ιδεολογία των μη εργατικών τάξεων. Ακριβώς όπως αυτή η επιβίωση μιας ιδεολογίας δεν επέτρεψε την αποκατάσταση μιας τάξης τον 19ο αιώνα, έτσι πιστεύω ότι η επιβίωση της αστικής ή μικροαστικής ιδεολογίας μετά την ανατροπή του καπιταλισμού δεν μπορεί από μόνη της να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη του κινδύνου αποκατάστασης του καπιταλισμού. Για να πάρει αυτός ο κίνδυνος μια αρκετά συγκεκριμένη μορφή, πρέπει να συμμετάσχουν στον αγώνα στο πλευρό αυτής της αποκατάστασης τα ισχυρά υλικά συμφέροντα και οι κοινωνικές δυνάμεις, και όχι μόνο ιδεολογικές, πολιτικές ή άλλες μετατοπίσεις στη σφαίρα του εποικοδομήματος, όπως πιστεύεται, εάν όχι από τον Μάο Τσε Τουνγκ, που είναι πολύ πιο συνετός -σε αυτό το θέμα τουλάχιστον- από πολλούς οπαδούς του ή από όσους τον επικαλούνται.

 

Το προλεταριάτο και οι αστικές-δημοκρατικές επαναστάσεις στην Ευρώπη

Ενώ η ταξική πάλη με τις προκαπιταλιστικές δυνάμεις μετατοπίζεται προς τη σφαίρα του εποικοδομήματος, το κέντρο βάρους της ταξικής πάλης μετατοπίζεται προς τον αγώνα μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Εκείνη τη στιγμή, ο Μαρξ έγραψε ήδη από το 1847 (πολύ νωρίς σύμφωνα με το ιστορικό του σχέδιο, θα μπορούσε κανείς να πει ακόμη και πρόωρα, ένα σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε αργότερα), ότι το προλεταριάτο δεν έχει χώρα, πράγμα που σημαίνει ότι στην ηγεσία μιας οργάνωσης εργατών ο εθνικισμός ή η σύλληψη της έννοιας του έθνους δεν πρέπει να υπερισχύει της διεθνούς αλληλεγγύης της εργατικής τάξης.

Είπαμε «πρόωρα», επειδή το Κομμουνιστικό Μανιφέστο διακηρύσσει μια ιστορική αρχή που στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μια προσδοκία που δεν αντιστοιχεί ακόμη στην άμεση πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, μόλις ένα χρόνο μετά τη σύνταξη του Κομμουνιστικού Μανιφέστο, ο ίδιος ο Μαρξ και ο Ένγκελς συμμετείχαν σε έναν ταξικό αγώνα στη Γερμανία που ήταν επίσης εθνικός. Διακήρυξαν τον αγώνα για την ενοποίηση της Γερμανίας, για τη δημιουργία μιας ενωμένης και αδιαίρετης γερμανικής δημοκρατίας, έναν από τους κεντρικούς στόχους της Επανάστασης του 1848. Από οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική άποψη, και ιδιαίτερα από την οπτική της αυξημένης πιθανότητας ανόδου του εργατικού κινήματος και της ταξικής πάλης, η ενοποίηση της Γερμανίας θα αποτελούσε ένα τεράστιο βήμα προόδου. Η Επανάσταση του 1848 είχε ως ιστορική λειτουργία την ολοκλήρωση των ιστορικών καθηκόντων της αστικής δημοκρατικής επανάστασης σε πέντε ευρωπαϊκές χώρες: Γερμανία, Ιταλία, Αυστρία, Ουγγαρία και Πολωνία. Αυτές ήταν οι εθνικότητες που ενσωματώθηκαν στην Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία και εν μέρει επικαλύπτονταν και από την τσαρική αυτοκρατορία. Ωστόσο, ήταν οι αντεπαναστάτες νικητές των μαχών του 1848-49 που αναγκάστηκαν να πραγματοποιήσουν την επιδίωξη αυτής της επανάστασης. Ήταν ο Μπίσμαρκ, η ίδια η ενσάρκωση των Πρώσων ευγενών, που πραγματοποίησε την ενοποίηση της Γερμανίας, όχι η αστική τάξη, η μικροαστική τάξη ή η εργατική τάξη. Το ίδιο φαινόμενο, ή κάτι πολύ κοντά σε αυτό, συνέβη στην Ιταλία, όπου η χώρα ενώθηκε από τη δυναστεία των Σαβοΐων.

Ο Μαρξ, τότε, έπρεπε να πάρει μια θέση που στην πράξη διέφερε κάπως από τη γενική αρχή που διακηρύχθηκε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Στην πραγματικότητα, η αρχή ότι «το προλεταριάτο δεν έχει χώρα» εφαρμόζεται μόνο στην εποχή στην οποία η αστική επανάσταση έχει ήδη επιτευχθεί. Στον κόσμο του 1848, ο Μαρξ και ο Ένγκελς αντιμετώπισαν μια κατάσταση συνδυασμένης ανάπτυξης. Σε κάθε χώρα της Ευρώπης όπου η αστική ενοποίηση δεν πραγματοποιήθηκε από την μπουρζουαζία, διότι με κάποια έννοια, αυτή η μπουρζουαζία εμφανίστηκε πολύ αργά στην ιστορική σκηνή, σε μια στιγμή που η εργατική τάξη ήταν ήδη αρκετά ισχυρή για να παίξει έναν πολιτικά ανεξάρτητο ρόλο. Ο φόβος της αστικής τάξης να βοηθήσει την επαναστατική διαδικασία ήταν μεγαλύτερος από την επιθυμία της να εκπληρώσει το έργο της εθνικής ενοποίησης. Με άλλα λόγια, σε όλες αυτές τις χώρες μια διαδικασία διαρκούς επανάστασης ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Επιπλέον, ήταν σε αυτή τη στιγμή και σε αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο που το 1850, για πρώτη φορά στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης, ο Μαρξ χρησιμοποίησε τη φόρμουλα της διαρκούς επανάστασης. Οι εργάτες στη Γερμανία πρέπει να ξεκινήσουν, είπε, υποστηρίζοντας τον αγώνα για την ενοποίηση της χώρας, για τη νίκη μιας αστικής δημοκρατίας. Αλλά δεν πρέπει να διακόψουν τον αγώνα όταν επιτευχθεί αυτή η κλασική νίκη της αστικής δημοκρατίας. Πρέπει να συνεχίσουν τον αγώνα για να υπερασπιστούν τα δικά τους συμφέροντα ως τάξη σε αντίθεση με την αστική τάξη. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εγκαταλείψουν την ανεξάρτητη οργάνωσή τους, ιδίως με  δεδομένο ότι ήταν πολύ απίθανο, αν όχι αδύνατο, να εκτελεστούν ακόμη και αυτά τα αστικά καθήκοντα υπό την ηγεσία της αστικής τάξης. Ήταν πολύ πιο πιθανό η μικροαστική τάξη των Ιακωβίνων, με το σπαθί τους στην πλάτη της εργατικής τάξης, να πετύχει την εθνική ενοποίηση. Αυτός ήταν ένας πιθανός δρόμος για την Επανάσταση του 1848. Δεν πραγματοποιήθηκε. Πληρώσαμε ένα πολύ υψηλό τίμημα για αυτό, επειδή όλες οι συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις της Γερμανίας που εμφανίστηκαν στο προσκήνιο μετά την ήττα αυτή επηρέασαν τη μοίρα της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένης της μοίρας του γερμανικού ιμπεριαλισμού και της γέννησης του ναζισμού.

Η εθνικότητα είναι τότε το προϊόν του αγώνα της αστικής τάξης ενάντια στις φεουδαρχικές και ημιφεουδαρχικές δυνάμεις, ενώ ο προλεταριακός διεθνισμός είναι προϊόν της πάλης της εργατικής τάξης ενάντια στον καπιταλισμό. Η αστική τάξη ανέπτυξε παραγωγικές δυνάμεις στη βάση των ενοποιημένων εθνικών αγορών. Με τα εμπορεύματά της κατακτήθηκε και συγκροτήθηκε η παγκόσμια αγορά. Αλλά αυτή η αγορά δεν ήταν καθόλου ενοποιημένη: δεν υπήρχε παγκόσμια ανάπτυξη της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Το πλαίσιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού βασίστηκε σε εθνικές αγορές και έθνη-κράτη. Οι καπιταλιστές προσπάθησαν να μεταφέρουν αυτόν τον ανταγωνισμό στην εργατική τάξη. Από την περίοδο της Πρώτης Διεθνούς και μετά, οι πιο συνειδητοί εργαζόμενοι απάντησαν ότι ήταν προς το συμφέρον τους, συμπεριλαμβανομένου του άμεσου οικονομικού τους συμφέροντος, να αντιπροτάξουν τη διεθνή αλληλεγγύη των εργαζομένων έναντι του παγκόσμιου ανταγωνισμού των καπιταλιστών. Χωρίς αυτή την αλληλεγγύη, οι εργάτες ήταν ανυπεράσπιστοι και θα συνθλίβονταν συστηματικά από τους καπιταλιστές. Το μόνο αποτελεσματικό αντιόπλο που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ενάντια στην τεράστια υπεροχή της οικονομικής δύναμης ήταν μια, όσο το δυνατόν ευρύτερη, κοινή, συνεταιριστική οργάνωση χωρίς περιορισμούς από εθνικά σύνορα, φυλές ή εθνοτικές ομάδες.

Και έτσι φτάνουμε στο σημείο, όπου η αρχή που διατύπωσε ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αποκτά  μια καθολική εφαρμογή -δηλαδή, στην αρχή της ιμπεριαλιστικής εποχής. Σε αυτό το στάδιο η αστική τάξη των χωρών της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης, καθώς και χωρών, όπως η Ιαπωνία, η Ρωσία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχασε οποιαδήποτε πιθανότητα να διαδραματίσει προοδευτικό ιστορικό ρόλο και έγινε συντηρητική αντιδραστική, αντεπαναστατική τάξη, εκμεταλλευόμενη εκτός από την εγχώρια εργατική τάξη, μεγάλο μέρος του κόσμου επίσης. Οι μαρξιστές -προπαντός ο Λένιν και η λενινιστική σχολή, αλλά και όλοι αυτοί που αυτοαποκαλούνταν μαρξιστές (πριν από τη χρήση του όρου  Πρώτος Κόσμος)  -χωρίς επιφύλαξη θεωρούσαν τον εθνικισμό αυτής της αυτοκρατορικής μπουρζουαζίας αυστηρά αντιδραστικό. Ο ίδιος ο Κάουτσκι και άλλοι Σοσιαλδημοκράτες πριν από το 1914 επανέλαβαν ότι κάθε φορά που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη χρησιμοποιούσε τις λέξεις «υπεράσπιση της χώρας» ή «υπεράσπιση του έθνους», αυτό που πραγματικά εννοούσε δεν ήταν η υπεράσπιση μιας πολιτιστικής οντότητας ή γενικά δημοκρατικών δικαιωμάτων, αλλά μάλλον η υπεράσπιση της προνομιακής της θέσης στον κόσμο, η υπεράσπιση των αποικιακών υπερκερδών και η υπεράσπιση των δυνατοτήτων για υπερεκμετάλλευση στο μέρος του κόσμου που ελέγχουν.

Τίποτα απ’ ό,τι έχει συμβεί από το 1914 δεν είναι λόγος να αμφισβητηθεί αυτή η στάση. Εάν εξετάσουμε τις αναλύσεις που έγιναν από κοινωνιολόγους, ιστορικούς και οικονομολόγους που προσπάθησαν να αρνηθούν αυτή την προφανή αιτιώδη σχέση μεταξύ του σοβινισμού, του ιμπεριαλισμού και των υλικών συμφερόντων της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης, είναι προφανές ότι έχουν αποτύχει εντελώς. Θα δώσω ένα παράδειγμα. Είναι ίσως το πιο αξιοσημείωτο και ταυτόχρονα το πιο θλιβερό. Εννοώ τον μεγάλο Αυστριακό οικονομολόγο Σουμπέτερ, ο οποίος, εκτός από τους μαρξιστές, είναι ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του εικοστού αιώνα. Έγραψε λοιπόν ένα σπουδαίο άρθρο για να δείξει ότι ο ιμπεριαλισμός και ο σοβινισμός δεν έχουν καμία σχέση με την ύπαρξη μιας μονοπωλιακής αστικής τάξης. Ως απόδειξη ανέφερε το γεγονός ότι η χώρα με τα πιο ισχυρά μονοπώλια δεν ήταν ούτε ιμπεριαλιστική ούτε σοβινιστική. Εννοούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό μπορεί να φαινόταν πειστικό το 1912· είναι όμως πολύ λιγότερο σήμερα, όταν το επιχείρημα προσφέρεται για χλευασμό. Σε σύγκριση με αυτό το είδος ανάλυσης, οι προβλέψεις που έγιναν από τους μαρξιστές και από τους ορισμούς του Λένιν στη μπροσούρα του 1917 για τον ιμπεριαλισμό, αντέχουν στην εξέταση της ιστορίας, αποδεικνύοντας ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμα όργανα για να εξηγήσουν τι έγινε στον 20ο αιώνα.

 

Σοσιαλιστική επανάσταση και εθνικισμός

Αυτό σημαίνει ότι οι μαρξιστές, και ιδίως οι μαρξιστές της λενινιστικής σχολής, ταυτίζουν κάθε εθνική ιδέα και κάθε εθνικισμό του εικοστού αιώνα με τον ιμπεριαλιστικό εθνικισμό; Δεν το κάνουν. Μια ιδέα που υπάρχει ήδη στα γραπτά του γηραιότερου Μαρξ, του Μαρξ των τελευταίων δέκα χρόνων της ζωής του, επεκτάθηκε στη μαρξιστική σκέψη στην ιμπεριαλιστική εποχή και διαδραμάτισε  καθοριστικό ρόλο στην αξιολόγηση των εθνικών αγώνων του αιώνα μας. Είναι η απλή ιδέα ότι είναι απαραίτητο να γίνει διάκριση μεταξύ του εθνικισμού των καταπιεστών και των εκμεταλλευτών και του εθνικισμού των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων. Λέω ότι αυτή η έννοια έχει μαρξιστική προέλευση. Ο Μαρξ ήταν ο πρώτος που ανέπτυξε αυτή την ιδέα σε απάντηση δύο συγκεκριμένων ερωτημάτων στα οποία απέδωσε τεράστια σημασία σε ολόκληρη τη στρατηγική του για τη διεθνή ταξική πάλη: την πολωνική και την ιρλανδική κατάσταση.

Θα παραβλέψουμε το πολωνικό ζήτημα γιατί είναι το πιο γνωστό. (Ωστόσο, έχει ερμηνευθεί εσφαλμένα κατά καιρούς ως μια συγκεκριμένη τακτική κατά του τσαρικού καθεστώτος και μια τακτική που δεν σχετίζεται με καμία πιο θεμελιώδη αρχή).  Αλλά το ιρλανδικό ζήτημα είναι πολύ πιο σαφές και ακριβές από αυτή την άποψη. Ήδη από το 1869-1870, σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στο βελγικό περιοδικό L' internationale, ο Μαρξ έγραψε ότι όσο οι Άγγλοι εργάτες δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι ήταν καθήκον τους να βοηθήσουν τους Ιρλανδούς να αποκτήσουν την εθνική τους ανεξαρτησία, δεν θα μπορούσε να γίνει σοσιαλιστική επανάσταση στην Αγγλία. Μακριά από την αντίληψη ότι ο αγγλικός και ο ιρλανδικός εθνικισμός ήταν ισοδύναμοι, ότι ο εθνικισμός ενός καταπιεστικού έθνους και ενός καταπιεσμένου είναι πανομοιότυποι, ο Μαρξ ξεκινά από αυτή τη θεμελιώδη διάκριση. Και πρέπει να πούμε ότι η ιστορία έδειξε ότι είχε δίκιο. Εάν οι Άγγλοι εργάτες δεν ταυτίζονταν με τον ιρλανδικό αγώνα, είπε, η εκμετάλλευση και η καταπίεση του ιρλανδικού έθνους από την αγγλική αστική τάξη θα είχε ως αποτέλεσμα να χαθούν από την ταξική πάλη για μεγάλο χρονικό διάστημα οι Ιρλανδοί εργάτες, οι οποίοι προορίζονταν να γίνουν μια αυξανόμενη μειονότητα του αγγλικού προλεταριάτου. Οι Ιρλανδοί εργάτες δεν θα μπορούσαν να σχηματίσουν ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στην αγγλική εργοδοτική τάξη, επειδή οι Άγγλοι εργάτες, στην ουσία, θα είχαν σχηματίσει ένα ενωμένο μέτωπο με τη δική τους αστική τάξη εναντίον του ιρλανδικού έθνους.

Είναι ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της ιμπεριαλιστικής εποχής ότι η διάκριση μεταξύ του εθνικισμού των εκμεταλλευτών και του εθνικισμού των εκμεταλλευομένων δεν αποσπά το προλεταριάτο από τον αγώνα για την κρατική εξουσία και τον σοσιαλισμό, αλλά, αντίθετα, το οδηγεί προς αυτόν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στην ιμπεριαλιστική εποχή τα καθήκοντα της εθνικής απελευθέρωσης και της ενοποίησης των καταπιεσμένων εθνών μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω μιας συμμαχίας του προλεταριάτου και των φτωχών αγροτών, υπό την ηγεσία του προλεταριάτου, και μέσω της εγκαθίδρυσης της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η επαναστατική νίκη σε μια υπανάπτυκτη χώρα υπό την ηγεσία του προλεταριάτου δεν μπορεί να περιοριστεί στην επίτευξη εθνικών και δημοκρατικών καθηκόντων. Δίνει ώθηση σε μια διαδικασία μόνιμης επανάστασης, κορυφώνεται με την επίτευξη των ιστορικών καθηκόντων της σοσιαλιστικής επανάστασης και διεγείρει μια διεθνή επέκταση της επανάστασης στις άκρως βιομηχανικές χώρες, όπου το άμεσο επαναστατικό έργο είναι η επίτευξη του σοσιαλισμού. Μια μορφή, ο Γκι Μογιέ, προσπαθεί να δώσει μαθήματα διεθνισμού όταν εκθέτει το επιχείρημα, όπως έκανε το 1955 όταν ήταν σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός της ιμπεριαλιστικής Γαλλίας, ότι τον εικοστό αιώνα, σε μια εποχή που η έννοια του εθνικισμού ήταν ξεπερασμένη, ήταν λάθος να απαιτήσουν οι Αλγερινοί εθνική ανεξαρτησία. Οποιοσδήποτε με κοινή λογική θα μπορούσε να απαντήσει στον κύριο Γκι Μογιέ: «Πολύ καλά. Η έννοια του εθνικισμού είναι ξεπερασμένη! Γιατί δεν ξεκινάτε εσείς απορρίπτοντας την έννοια του γαλλικού έθνους; Γιατί ζητάτε από ένα καταπιεσμένο έθνος να ξεπεράσει πρώτα τον εθνικισμό του, ενώ εσείς, ο ηγέτης ενός αποικιακού και καταπιεστικού κράτους αρνείστε να παραιτηθείτε από την εθνικιστική προοπτική;». Ο σκλάβος δεν απαιτείται να δώσει το παράδειγμα. Δεν πρέπει να ζητηθεί από τον σκλάβο να αποφύγει τη βία προκειμένου να απαλλαγεί από τις αλυσίδες του. Είναι απαραίτητο, εάν κάποιος θέλει να μιλήσει με αυτόν τον τόνο, να ξεκινήσει απαιτώντας από τον αστυνομικό, τον αφέντη των σκλάβων, να σταματήσει την καταπίεσή τους και να σταματήσει να υπερασπίζεται την εκμετάλλευσή τους με τη βία. Τότε, βλέπουμε.

Απορρίπτουμε οποιαδήποτε εξίσωση του εθνικισμού των καταπιεσμένων με τον εθνικισμό των καταπιεστών. Εφόσον ο εθνικισμός των καταπιεστών είναι απεχθής και δεν συμβάλλει στην ιδεολογική ή ηθική πρόοδο, είναι ακόμη πιο σημαντικό να ακολουθήσουμε μια προσεκτική, συγκεκριμένη προσέγγιση στον εθνικισμό των καταπιεσμένων. Όταν μιλάμε για αποικισμένους λαούς (όχι μόνο για λαούς που αποικίζονται απ’ έξω, για λαούς που ζουν σε υπερπόντιες  αποικίες, αλλά και για εκείνους που ζουν σε εσωτερικές αποικίες, όπως οι Μαύροι στις Ηνωμένες Πολιτείες), όταν βλέπουμε τη θλιβερή κατάσταση στην οποία βρίσκονται αυτοί οι καταπιεσμένοι πληθυσμοί, όταν βλέπουμε ότι είναι θύματα οικονομικής, πολιτικής, ηθικής και πολιτιστικής καταπίεσης, και ότι αυτή η ηθική και πολιτιστική καταπίεση αποτελεί συχνά απαραίτητο εποικοδόμημα για τη διατήρηση της οικονομικής και πολιτικής καταπίεσης, τότε πρέπει να επαναλάβουμε αυτό που είπε ο Τρότσκι: Η γέννηση της εθνικής συνείδησης σε ένα έθνος τόσο καταπιεσμένο, η προσπάθεια να κερδίσει την απελευθέρωση όχι μόνο από τον οικονομικό και πολιτικό ιμπεριαλισμό αλλά και από τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, είναι ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της πραγματοποίησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του ατόμου και ως εκ τούτου αντιπροσωπεύει μια τεράστια πρόοδο για την ανθρωπότητα.

Πρέπει να ξανασκεφτούμε την κατάσταση των Μαύρων σκλάβων τον δέκατο ένατο αιώνα. Πρέπει να θυμηθούμε  πώς ήταν οι Μαύροι μετοχικοί καλλιεργητές(*) μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο για να καταλάβουμε ότι η απόκτηση εθνικής συνείδησης από αυτό το υπερεκμεταλλευόμενο και υπερκαταπιεσμένο στρώμα αντιπροσωπεύει μια τεράστια πρόοδο. Είναι ένα βήμα απολύτως αναπόφευκτο και απαραίτητο για να καταστεί δυνατή μια μελλοντική πραγματικότητα, όπου η σύντηξη καταπιεσμένων εθνών αυτού του είδους θα γίνει μια ενοποιημένη ανθρωπότητα. Ο διεθνισμός τείνει προς τη σύντηξη των εθνών σε μια παγκόσμια κοινωνία χωρίς τάξεις. Αλλά αυτή η σύντηξη θα προκύψει ως αποτέλεσμα μιας προηγούμενης ισότιμης αντιμετώπισης μεταξύ των εθνών. Όσο τα έθνη παραμένουν σε άνιση βάση, δεν θα δούμε ποτέ την εθνική συνείδηση ​​των καταπιεσμένων να εξαφανίζεται. Ευτυχώς, καμία δύναμη δεν μπορεί να πνίξει τη σπίθα της εξέγερσης που δεν θα επιτρέψει την παθητική αποδοχή της αδικίας και της ανισότητας.

 

ΣΤΜ (*Μαύροι μετοχικοί καλλιεργητές -sharecroppers- όρος που αναφέρεται στο καθεστώς καταμερισμού της γης μετά τον αμερικάνικο εμφύλιο που συχνά οδηγούσε τους πρώην σκλάβους να δουλεύουν σκληρότερα για Λευκό μεγαλογαιοκτήμονα).