Σχόλιο για τα αποτελέσματα των εκλογών της 7ης Ιουλίου

  • Εκτύπωση

Οι εκλογές  του Ιούνη ήταν μια επικύρωση του γεγονότος ότι η αριστερή ταλάντωση του πολιτικού εκκρεμούς έχει εξαντληθεί εδώ και αρκετό καιρό και βρισκόμαστε σε φάση δεξιάς ταλάντωσης. Το πόσο θα κρατήσει η δεξιά ταλάντωση όμως δεν είναι ούτε γνωστό ούτε μοιραίο. 

 Εξελέγη, όπως ήταν αναμενόμενο, μια επιθετική νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση. Αυτό δεν έγινε γιατί συνέβη κάποια ριζική μεταστροφή πρώην αριστερών ανθρώπων σε δεξιούς, αλλά γιατί η δεξιά συσπειρώθηκε και απέκτησε αυτοπεποίθηση, απορροφώντας τα ενδιάμεσα βραχύβια κόμματα ή τμήματά τους (ΑΝΕΛ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων). Η δυνατότητα να επανασυσπειρωθεί η δεξιά προέκυψε βασικά λόγω της χυδαίας διαχείρισης Τσίπρα που δικαίωσε εντελώς την ατζέντα των καπιταλιστών και της ΕΕ και διέψευσε βίαια τις προσδοκίες που είχε εναποθέσει πάνω του η εργατική τάξη και τα φτωχά στρώματα.

Ένα πολύ μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης και των καταπιεσμένων απείχε, ενώ ένα άλλο σημαντικό κομμάτι έμεινε εγκλωβισμένο στον ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς κανέναν ενθουσιασμό ή πίστη, από φόβο και από ένα στοιχειώδες ταξικό ένστικτο ενάντια στην επερχόμενη δεξιά. Ωστόσο αυτό δεν μπορούσε να είναι αρκετό για τον ΣΥΡΙΖΑ. Παρά τα αρκετά υψηλά της ποσοστά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έπεσε λόγω της άθλιας μνημονιακής πολιτικής της, όπως έπεσαν και οι προηγούμενες. 

Η αστική τάξη επιδιώκει την σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος, το οποίο είχε πληγεί βαθιά την περίοδο 2008-2012, και την αναστήλωση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Η διαμόρφωση ενός νέου διπολισμού θα ήταν ένα πολύ βολικό σενάριο, που φαίνεται πιθανό με βάση το αποτέλεσμα των εκλογών. Εξ ου και το κλίμα εθνικής συναίνεσης κατά την παράδοση-παραλαβή, και από την πλευρά της ΝΔ και από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι καθόλου βέβαιο, όμως, ότι η σταθεροποίηση θα πετύχει μεσοπρόθεσμα, λόγω οικονομικής αστάθειας, των πολιτικών ανακατατάξεων που δεν έχουν τελειώσει και των ενδεχόμενων νέων εργατικών και κοινωνικών αγώνων, με την πολύτιμη εμπειρία μάλιστα των αγώνων των χρόνων της κρίσης. 

Η αριστερά εξακολουθεί να είναι υπαρκτή, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν έλκει τον όγκο της εργατικής τάξης, τουλάχιστον εκλογικά. Η αντοχή του ΚΚΕ δεν αναιρεί ότι βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά. Ο Βαρουφάκης εκφράζει κάτι εξαιρετικά θολό, προσωποπαγές και φθαρμένο. Η ΛΑΕ εξαφανίστηκε. 

Η αντικαπιταλιστική και επαναστατική αριστερά κινήθηκε αθροιστικά κάτω του 1%. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά την αντοχή της σε επίπεδο μελών, που φάνηκε και στα μαζικά περιφερειακά και δημοτικά ψηφοδέλτια, κατέγραψε μια κακή επίδοση, που δεν δικαιολογείται μόνο από τα εκβιαστικά διλήμματα των εκλογών. Ο «σεκταρισμός» είναι η εύκολη απάντηση, αλλά εγχειρήματα που μίλησαν πολύ στο όνομα της ενότητας, όπως η ΛΑΕ, πήγαν ακόμα χειρότερα. Το ότι η απήχηση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στους αγώνες δεν γίνεται εκλογική απήχηση είναι ιστορικό πρόβλημα, όμως ούτε αυτό εξηγεί τη συγκεκριμένη πτώση. Αυτό που την εξηγεί είναι η κάκιστη εσωτερική κατάσταση, οι ανοιχτές σοβαρές πολιτικές αποκλίσεις, η εμμονή συγκεκριμένων μερίδων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ να επιβάλουν τα πολιτικά τους σχέδια (κατά κανόνα σχέδια «ευρύτερης ενότητας» που αποτυγχάνουν σταθερά) ή τους υποψηφίους τους με κάθε μέσον. Δεν κερδίζουμε τίποτα αν κρύψουμε ότι η κατάσταση είναι οριακή. Όμως αντικαπιταλιστική αριστερά υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει, και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την κληρονομιά της δεν θα χαριστούν σε κανέναν. Η πρωτοφανής κατάκτηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που ήταν η μόνη ενωτική δύναμη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με σαφές αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο και πανελλαδική εμβέλεια και παρουσία, δεν σχετικοποιείται ούτε ξεχνιέται και είναι σοβαρή παρακαταθήκη για το μέλλον. 

Ωστόσο, δεν είναι σωστό να θεωρήσει κανείς ότι είναι όλα μαύρα. Είναι τεράστιο κέρδος για το κίνημα, για παράδειγμα, ότι η ΧΑ έμεινε εκτός Βουλής, κέρδος που δεν γίνεται λιγότερο σημαντικό επειδή μπήκε ο Βελόπουλος. Ο Βελόπουλος είναι ένας ψεκασμένος ακροδεξιός, αλλά δεν έχει ένα ναζιστικό κόμμα, με τάγματα εφόδου, οργάνωση και ικανότητα κινητοποίησης. Η ήττα της ΧΑ δεν σημαίνει εφησυχασμό, αλλά θάρρος να εκμεταλλευτούμε τη στιγμή για να διώξουμε οριστικά τους ναζί και την ακροδεξιά. Φαίνεται ήδη, λίγες μόλις μέρες μετά τις εκλογές ότι το καράβι βυθίζεται και τα ποντίκια ένα-ένα το εγκαταλείπουν εν όψει και της κατάληξης της δίκης τους (Λαγός, Ηλιόπουλος Γερμενής κ.ά.). 

Το μίσος και ο φόβος για την δεξιά είναι δικαιολογημένα. Σήμερα χρειάζεται εγρήγορση και καμία μέρα ανοχής στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, που θα είναι το βασικό άρμα των Ελλήνων καπιταλιστών το επόμενο διάστημα. Αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι κανενός είδους ανάχωμα, ίσα ίσα εφάρμοσε την ίδια πολιτική και έκανε εύκολη τη δουλειά της ΝΔ. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τα κινήματα για να κερδίσει, την ίδια ώρα που θα κάνει εποικοδομητική αστική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Όλη η εργατική τάξη και οι καταπιεσμένοι είναι ευπρόσδεκτοι στο κίνημα, είτε στήριξαν την αντικαπιταλιστική αριστερά, είτε το ΚΚΕ, είτε τον ΣΥΡΙΖΑ είτε οτιδήποτε. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα, με την αστική του ηγεσία και πολιτική, δεν είναι τμήμα του κοινού μας αγώνα, είναι τμήμα ενός εχθρικού πολιτικού συστήματος, στο οποίο επιδιώκει να εδραιωθεί ως ο δεύτερος πόλος διαχείρισης. 

Το καύσιμο των κοινωνικών αγώνων της περιόδου 2008-2012 φαίνεται ότι έχει εξαντληθεί και δεν μπορεί πλέον να μετακινήσει το εκκρεμές στα αριστερά. Αυτό δεν δικαιολογεί ηττοπάθεια. Απλώς μας λέει ότι ήρθε ο καιρός να επιστρέψουμε στον δρόμο του αγώνα. Χρειάζεται ανασυγκρότηση του κινήματος, αλλά και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς ειδικότερα, των συνθημάτων και των προτεραιοτήτων της, αρχίζοντας από μια ψύχραιμη ανάλυση της νέας κατάστασης και αξιοποιώντας την πρόσφατη εμπειρία των μεγάλων αγώνων, που δεν ξεχνιέται.