Πρόταση που μειοψήφησε στην ολομέλεια της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος της 19ης Δεκεμβρίου

1. Για να υπάρξει αντεπίθεση του εργατικού κινήματος, χρειάζεται η εργατική τάξη να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή της, οργανωτικά και πολιτικά. Σε αυτό ο συσχετισμός του αντικαπιταλιστικού πόλου στο εσωτερικό του μπορεί να παίξει κρίσιμο ρόλο, ιδιαίτερα μέσα από την ενιαία κινητοποίηση της τάξης, αλλά και ως συγκρότηση πολιτικού προγράμματος απέναντι στις ρεφορμιστικές προτάσεις.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά τα προβλήματα και τις αντιφάσεις της, έχει καταφέρει να αναδειχτεί σε πολιτική έκφραση ενός τμήματος του αγωνιστικού κομματιού του κινήματος. Το τελευταίο, ωστόσο, δεν είναι το μόνο, ενώ και η συγκρότησή του εξαρτάται κυρίως όχι από τις (ορθές ή μη) αναλύσεις του, αλλά από την πραγματική του συμβολή ως χρήσιμου εργαλείου, για την ίδια την εργατική τάξη στην πάλη της.

2. Με τις συζητήσεις για τη “συμπόρευση”, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ γνώρισε μια περίοδο υποχώρησης. Αυτό εκφράστηκε σε μια σχετική παράλυση της εξωστρεφούς δράσης μας, δημιούργησε συγχύσεις και αποσυσπείρωση στα μέλη και τους φίλους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και, τέλος, οδήγησε προς τα πίσω και την ίδια τη λειτουργία και τη συγκρότησή της.

 

Ωστόσο, οι πραγματικές προγραμματικές και στρατηγικές διαφορές στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ προέκυψαν από ένα κεντρικό και καθόλου συγκυριακό ζήτημα, δηλαδή την ηγεμονία του ρεφορμισμού στην τάξη και την αναγκαία επαναστατική πολιτική απέναντί του. Η πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου δεν μπόρεσε να αναδειχτεί στο εσωτερικό της, απέναντι τόσο στην προγραμματική προσαρμογή στο ρεφορμισμού, από τη μια, όσο και στην καταγγελτική αυτο-απομόνωση, από την άλλη.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι τη στιγμή που σημαντικό τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ αποχωρούσε προς τα αριστερά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να βρεθεί να διασπάται η ίδια, αντί να κερδίσει από τις ρήξεις αυτές.

Η άρνηση της ΛΑΕ να συζητήσει σοβαρά με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εν όψει των εκλογών, διευκόλυνε την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια στάση αυτο-δικαίωσης και φαινομενικά αριστερής καθαρότητας, που δύσκολα όμως κρύβει την τακτική αποτυχία της πρότασής της ως αυτονόητα εναλλακτικής.

3. Ο πολιτικός στόχος της ΟΚΔΕ Σπάρτακος στην 3η συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι τριπλός:

α. Να επαναδιατυπωθεί η ανάγκη αυτόνομης συγκρότησης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και να ξεπεραστεί το βάρος της ήττας γενικότερα στην τάξη και της τακτικής αποτυχίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ειδικότερα.

β. Να προχωρήσει η επεξεργασία στο πρόγραμμα, στη φυσιογνωμία και στην τακτική. Ιδιαίτερα, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι απλώς μέτωπο οργανώσεων του ελάχιστου κοινού παρονομαστή και να ενισχύσουμε τις επεξεργασίες της, πέρα από απλώς λεκτικούς συμβιβασμούς [π.χ. για εμάς ιδιαίτερα σε όλα τα στοιχεία όπου οι φρασούλες, που ηχούν τροτσκιστικά, έχουν χάσει το νόημά τους: Π.χ. το “μεταβατικό πρόγραμμα” ως ρεαλιστικό στάδιο, το “ενιαίο μέτωπο” ως προγραμματικό μέτωπο, η “έξοδος από το ευρώ ή την ΕΕ” ως μέσον “ανασυγκρότησης” (και όχι ρήξης), κλπ. κλπ.]

γ. Τρίτον, σε σχέση με τη λεγόμενη “μετωπική” συζήτηση, που εκφράζει πραγματικά ερωτήματα της περιόδου και ευρύτερα, η απαραίτητη προγραμματική σαφήνεια απέναντι στον καπιταλισμό, αλλά και η προώθηση της ενότητας στην δράση, αποτελούν ελάχιστα κεκτημένα που όμως δεν εξαντλούν τα ζητήματα, ιδιαίτερα της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης και, κυρίως, των ρήξεων που αναπόφευκτα γίνονται με το ρεφορμισμό σε αγωνιστικά τμήματα της τάξης. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα πρέπει να έχει διαρκώς την ετοιμότητα απεύθυνσης προς τις ρήξεις αυτές για να τις κερδίσει.

4. Η σωστή ανάγνωση της συγκυρίας είναι σημαντική για τα καθήκοντα. Πρέπει να απορριφθούν σχηματικές αντιπαραθέσεις που σκοπό έχουν να πολώσουν το ακροατήριο μεταξύ οργανώσεων, ιδιαίτερα αν δεν προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό από άποψη πρακτικών συμπερασμάτων. Και πρέπει να απορριφθούν και σχηματικές αναλύσεις αυτοεπιβεβαίωσης.

Η αποτίμηση των εκλογών και της κατάστασης του εργατικού κινήματος, μεταξύ μιας τεχνητής υπεραισιοδοξίας και μιας υπερβολικής απαισιοδοξίας και ηττοπάθειας, που στο απώτατό της όριο καταλήγει στο ότι ο αντικαπιταλιστικός δρόμος απέτυχε, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η δικαίωση του “αντικαπιταλισμού” ως γραμμικό συμπέρασμα από την ήττα του ρεφορμισμού είναι ένα άλλο (τουλάχιστον για όσους δεν είναι ήδη πεισμένοι για αυτό!).

Οι εκλογές κατέγραψαν έναν στιγμιαίο συσχετισμό, που όμως ενέχει βαθύτερα στοιχεία στη συνείδηση. Η ήττα του ρεφορμιστικού σχεδίου επεκτείνεται υποκειμενικά σε όλη την τάξη, στο μέτρο που η εκλογική προοπτική απαλλαγής από τα μνημόνια λειτούργησε ως δική της προοπτική: το δείχνει τόσο η περίοδος σχετικής κινηματικής ύφεσης από το 2012 και μετά όσο και η επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ το Σεπτέμβρη, χωρίς ουσιαστική άνοδο της υπόλοιπης ρεφορμιστικής (αλλά και αντικαπιταλιστικής) αριστεράς.

Η ήττα αυτή μπορεί να βαραίνει στη συνείδηση, αλλά δεν είναι απευθείας ήττα της ίδιας της τάξης, είναι διά ανάθεσης ήττα της ρεφορμιστικής της ηγεσίας και, με αυτή την έννοια, δεν αποτελεί όριο στην επανενεργοποίηση της τάξης, ακόμα περισσότερο που καμία σταθεροποίηση από την “κρίση” και τη διαχείρισή της δεν διαφαίνεται.

Τόσο η πολιτική ήττα του σχεδίου του ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ίδια η καπιταλιστική επίθεση τα τελευταία 5 χρόνια βαραίνουν έτσι αρνητικά στην ενεργοποίηση της τάξης. Ωστόσο, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις εξακολουθούν να προσκρούουν σε αντιστάσεις που μπορεί να μην είναι στο ύψος των αναγκών, αλλά συντηρούν, αναπαράγουν και, τελικά, τονώνουν την αναγκαία ταξική ταυτότητα, ενώ μπορεί να οδηγήσουν και σε απότομες επιταχύνσεις στη συνείδηση, ιδιαίτερα ελλείψει εκλογικής αναμονής. Μια από τις πλευρές που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν καθοριστικά σε αυτό είναι η ύπαρξη πολιτικής συγκρότησης και προγράμματος για μια ανεξάρτητη εργατική προοπτική.

5. Η διάλυση των αυταπατών και των απατηλών προσδοκιών, αυτών που εν μέρει παρέλυσαν το κίνημα για πολύ, δεν μετατρέπεται αυτόματα ούτε σε επαναστατική καθαρότητα ούτε και σε γραμμική συρρίκνωση της ρεφορμιστικής επιρροής στο εργατικό κίνημα. Αντίθετα, είναι η ίδια η ενεργοποίηση και η αυτοπεποίθηση στην πράξη της εργατικής τάξης που μπορεί να οδηγήσει έμπρακτα στη συρρίκνωση της ρεφορμιστικής επιρροής.

Είναι σωστή η εκτίμηση του ΠΣΟ του Οκτώβρη, σύμφωνα με την οποία δυνητικά: “Ο ΣΥΡΙΖΑ διαρρηγνύει οριστικά τις σχέσεις του με την αριστερά και το εργατικό κίνημα, «έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα» και έχει ενταχθεί ανοιχτά στο μνημονιακό στρατόπεδο. Η πολιτική αυτή πορεία, σε συνδυασμό με την οργανωτική αποχώρηση-εκκαθάριση μεγάλου τμήματος της οργανωμένης βάσης του, ορίζει ως αναπότρεπτη την διαδικασία μετατροπής του σε αστικό σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα”. Όμως, αυτά είναι ζωντανές, και όχι αυτόματες, διαδικασίες που πρέπει να καταγραφούν και στη συνείδηση της ίδιας της εργατικής τάξης για να ολοκληρωθούν.

6. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και η γρήγορη αποτυχία του ή ήττα του από τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, σε συνθήκες όπου δεν υπήρξε ικανοποιητική μαζική κινητοποίηση, είτε στην πρώτη φάση (δεν υπήρξε σενάριο αλά γαλλικού Ιούνη του '36) είτε στη δεύτερη (επιτροπές για το “Όχι”) -και πέρα από τις δικές μας ευθύνες για αυτό-,  οδήγησε σε μια σειρά διασπάσεις (όλες ή περίπου προς τα αριστερά). Αυτό είναι απολύτως αναμενόμενο για ένα αυθεντικό ρεφορμιστικό κόμμα, δηλαδή με απήχηση και έλεγχο σε μεγάλα τμήματα της τάξης. Όπως σημείωνε ο Ντανιέλ Μπενσαϊντ, «… οι ρεφορμιστικές οργανώσεις δεν είναι ρεφορμιστικές επειδή είναι συγχυσμένες, ασυνεπείς ή στερούνται θέλησης. Η πραγματικότητα είναι ότι εκφράζουν αποκρυσταλλωμένες υλικές και κοινωνικές θέσεις και, αντιμέτωπες με τη μαζική πίεση, δεν θα κάνουν παραχωρήσεις, αλλά θα συμπαραταχθούν με την αντεπανάσταση: αυτό που έκανε η γερμανική σοσιαλδημοκρατία το 1918 αποτελεί το πιο περιβόητο παράδειγμα. Έτσι οι ρεφορμιστικές ηγεσίες μπορούν να είναι από άποψη τακτικής πολιτικοί σύμμαχοι, όταν το ζήτημα είναι η ενότητα της τάξης. Αλλά με όρους στρατηγικής παραμένουν ισχυροί αντίπαλοι».

Το στρατηγικό, επομένως, ζήτημα είναι, όταν τέτοιες στιγμές εμφανιστούν και κύματα ρήξης με το ρεφορμισμό αναδυθούν, να έχουν υπάρξει οι προϋποθέσεις (όπως π.χ. “πολιτικές συμμαχίες” τακτικής) που να οδηγούν στο κέρδισμα αυτών των ρήξεων -αλλιώς μπορεί ενδιάμεσες ηγεσίες να ανακόψουν την πορεία αυτών των τμημάτων προς τον αντικαπιταλισμό.

Ορθά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιχείρησε να απευθυνθεί στη διαμορφωνόμενη ΛαΕ, αλλά επίσης ορθά αναγκάστηκε να κάνει πίσω κάτω από την υπεροψία των παραγόντων της ΛαΕ. Η αποτυχία τους, ωστόσο, στις εκλογές -που πηγάζει και από την άρνησή τους να εξάγουν προγραμματικά συμπεράσματα, πέραν της “προδοσίας” του Τσίπρα- αφήνει ανοικτές τις διεργασίες στο εσωτερικό τους και, άρα, αποδίδει ευθύνες στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ  για την περαιτέρω εξέλιξη αυτού του μορφώματος. Ακόμα περισσότερο που, στο εσωτερικό τους, υπάρχουν δυνάμεις (π.χ. το Κόκκινο Δίκτυο, η ΔΕΑ) με σαφές αντικαπιταλιστικό και διεθνιστικό στίγμα. Τα ίδια και ακόμα πιο σαφή μπορούν να ειπωθούν για άλλες συσσωματώσεις (νεολαία π.χ.).

Η ευθύνη η δική μας θα είναι ακόμα πιο μεγάλη, αν, αρνούμενοι να παρέμβουμε σε τέτοιες εξελίξεις, αφήσουμε τις ενδιάμεσες ηγεσίες αυτών των μορφωμάτων να επιβάλουν  έναν νέο πατριωτικό δημοκρατικό ρεφορμισμό, ξαναζέσταμα ενός νέου ΣΥΡΙΖΑ. Μια ειδική πολιτική απεύθυνση πρέπει να εγγραφεί στις ενασχολήσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (π.χ.: το σχετικό κομμάτι του ΜΕΤΑ θα τραβηχτεί από την αντικαπιταλιστική αριστερά ή θα παραμείνει δεμένη με τον ΣΥΡΙΖΑ;).

7. Οι ρεφορμιστικές πιέσεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκφράστηκαν βασικά με την ανάπτυξη τριών αλληλένδετων στοιχείων: της ρητορικής της “εθνικής ανεξαρτησίας”, της λογικής της “παραγωγικής ανασυγκρότησης” και του λαϊκομετωπισμού. Ωστόσο, οι “πιέσεις” αυτές δεν εισήχθησαν από το εξωτερικό της, ενυπάρχουν από τη σταλινογενή καταβολή μεγάλου τμήματος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και κωδικοποιήθηκαν έως και προγραμματικά στην απαίτηση “έξω από το ευρώ” και “έξω από την ΕΕ”, ως να μπορούσε να υπάρξει ένα εθνικό, αστικό, στάδιο για την οικοδόμηση ενός σοσιαλισμού και, ως οργάνωση, κάναμε λάθος να υποτιμήσουμε τις εσωτερικές αυτές θεωρήσεις και να μην συγκρουστούμε έγκαιρα μαζί τους.

Ωστόσο, η εθνική ρήξη δεν είναι υποκειμενική επιλογή, στο μέτρο που το κράτος και η κοινωνική αναπαραγωγή, άρα και η κρίση της, εξακολουθεί να ακολουθεί κατά βάση εθνικό πλαίσιο και δεν μπορεί κανείς να υπολογίζει σε αναγκαστική και ταυτόχρονη διεθνή (ευρωπαϊκή) ανατροπή. Μια ρήξη με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς σε εθνική κλίμακα δεν είναι, επομένως, καθόλου εφεύρημα, είναι ένα πολύ ρεαλιστικό ενδεχόμενο σε μια πραγματική ταξική κινητοποίηση κατά του καπιταλισμού (το είδαμε στην πράξη και με πολύ λιγότερα -τη διεκδίκηση απαλλαγής από τα μνημόνια απλώς!). Από τη σκοπιά αυτή, έχει ιδιαίτερη σημασία η κατανόηση μιας “εθνικής ρήξης” μόνο ως αποτέλεσμα της ρήξης με τον καπιταλισμό, καθώς και η διεθνής επέκταση της ρήξης και η προετοιμασία της (που εγγράφεται στην αντικειμενική πραγματικότητα του διεθνούς, και όχι εθνικού, χαρακτήρα της κρίσης του καπιταλισμού). Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα όπου δεν έχουν εκφραστεί, ούτε κάν μικρά, τμήματα της αστικής τάξης, προς την κατεύθυνση της ρήξης με την ΕΕ (παρά τα πραγματικά πλήγματα που έχουν υποστεί ορισμένα) -τουλάχιστον για την ώρα.

Από αυτή την άποψη δεν υπάρχει ούτε πειστική προοπτική πραγματικού λαϊκού μετώπου (δηλαδή πολιτικής συμμαχίας με τμήματα της αστικής τάξης) και όσοι φαντασιώνονται τέτοια απλώς περικόπτουν εκ των προτέρων τη δυναμική της συνείδησης της τάξης σε προκατασκευασμένα στάδια (αυτό ήταν και το πρόβλημα που μας εισήχθη με τη “συμπόρευση” με το σχέδιο Β και όχι η ενοποίηση ή το μέτωπο μαζί τους! -και κυρίως ήταν πρόβλημα στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Σε τέτοιες προτάσεις και περικοπές (από τα μέσα ή από τα έξω) η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να αντιτάξει τη μεταβατικότητα του προγράμματός της, που ξεκινάει από τις ανάγκες της τάξης.  Ο ιστορικός ρόλος της είναι, έτσι, να συγκροτήσει μια νέα επαναστατική στρατηγική αντιπαράθεσης με την αστική τάξη και το κράτος της και να κερδίσει σε αυτό πλατύτερα στρώματα αγωνιζόμενων πρωτοποριών.

Το να κερδίσει προς την ίδια λογική και τις διασπάσεις του ρεφορμισμού, αλλά και συντρόφους από τα εσωτερικό της είναι ένα διακύβευμα, για το οποίο έχουμε εμείς, ως οργάνωση, βασική ευθύνη και καθήκον.

8. Η χρήση πατριωτικών συνθημάτων και ρητορικής εθνικής ανεξαρτησίας, έστω με τα μετριοπαθή συνθήματα για “απαλλαγή από τη γερμανική επιτροπεία” ή για “λαϊκή κυριαρχία”, δεν προσφέρει τίποτα στην ταξική συνείδηση, αντίθετα συσκοτίζει τα ταξικά καθήκοντα και τα στρατόπεδα. Παρά την αύξηση της δύναμης εκβιασμού των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων πάνω στην ελληνική και τις άλλες κυβερνήσεις, η χώρα δεν έγινε ξαφνικά εξαρτημένη. Η φύση του ελληνικού καπιταλισμού εξαρτάται βασικά από τις ιστορικές συνθήκες της διαμόρφωσής του και της ένταξής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, στη διαχείριση της κρίσης της οποίας μάλιστα μοιάζει να έχει πρωτοποριακή θέση. Παραμένει, επομένως, μια δύναμη με ιμπεριαλιστικές βλέψεις και ρόλο: η σχετικά ασθενική εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της οικονομικής της δομής (εισαγωγικό εμπόριο, τουρισμός, κατασκευές, βιομηχανίες τροφίμων, τυχερά παίγνια κλπ) συνδυάζονται με ένα υψηλό κοσμοπολίτικο και ευρωπαϊκό της τμήμα με διεθνή βάση συσσώρευσης. Η θέση της στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ είναι ίσως δεύτερης γραμμής, αλλά οργανική και όχι υποτελής.

9. Δεν ξεκινάμε από την “υπεράσπιση των παραγωγικών δυνάμεων”, αλλά από τις παραγωγικές σχέσεις και την κατανομή του πλούτου. Το ποιος έχει τον έλεγχο της παραγωγής, και όχι η ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, είναι που αφορά την τάξη μας. Εργατικός / κοινωνικός έλεγχος στα μέσα παραγωγής και στις επενδύσεις, αυτοδιαχείριση, μείωση των ωρών εργασίας με αύξηση μισθών για την αντιμετώπιση της ανεργίας, όχι “ανταγωνιστικότητα”, ανάπτυξη, προστασία των ελληνικών προϊόντων. Αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα υπεράσπισης των μεγάλων δημόσιων επιχειρήσεων, όπως ΔΕΗ, λιμάνια, αεροδρόμια, όχι μόνο καθώς η ιδιωτικοποίησή τους θα επιβαρύνει τους όρους ζωής και διαβίωσης της εργατικής τάξης και θα δημιουργήσει ακόμα χειρότερους ταξικούς συσχετισμούς στην πάλη για την εργατική εξουσία, αλλά και γιατί υπερασπιζόμαστε το δημόσιο αγαθό και τον δημόσιο χώρο ως τέτοια. Από τη σκοπιά, δηλαδή, των εργατικών συμφερόντων, και όχι της “παραγωγικής ανασυγκρότησης” του ελληνικού καπιταλισμού.

10. Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη “μετωπική πολιτική”, οφείλουμε να επιστρέψουμε στις αρχές της μπολσεβίκικης πολιτικής του ενιαίου εργατικού μετώπου, με συνολική απεύθυνση στις οργανώσεις (οικονομικές και πολιτικές) στις οποίες αναφέρονται οι εργαζόμενοι, από τη βάση ώς την κορυφή, και με στόχο την ενιαία κινητοποίηση της τάξης και την αυτο-οργάνωση της πάλης της, σε όλες τις πλευρές αυτής της πάλης (οικονομική, πολιτική, αντιφασιστική, κλπ.).

Αυτή η “μετωπική πολιτική”, στις σημερινές συνθήκες, δεν απαντάει αυτόματα στο ζήτημα της οικοδόμησης μιας αντικαπιταλιστικής αριστεράς και στα ζητήματα της αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης. Όχι μόνο γιατί το αντικαπιταλιστικό ή αγωνιστικό δυναμικό της ελληνικής κοινωνίας δεν έχει μια και έξω συγκεντρωθεί στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και γιατί -και κυρίως- η ίδια η εμπειρία της τάξης οδηγεί σε ρωγμές στις μεγάλες ρεφορμιστικές οργανώσεις (και εκτός τους) που πρέπει να τροφοδοτήσουν, με δική της ευθύνη, την οικοδόμηση οργανωμένης αντικαπιταλιστικής αριστεράς. [Αυτό έγινε και το καλοκαίρι στον ΣΥΡΙΖΑ]

Όπως το έδειξε και η ίδια η εμπειρία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (βλέπε την αποδοχή του “έξω από το ευρώ”...), το κύριο εδώ δεν είναι η εξασφάλιση ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή για συντονισμό (ή “μέτωπο”). Είναι η ίδια η επεξεργασία του προγράμματος με ανοιχτές και συζητήσιμες τις διαφωνίες και προϋπόθεση, από τη δική μας άποψη, την ανυποχώρητη προγραμματική μας διεκδίκηση.

11. Η συσπείρωση συντρόφων και συντροφισσών γύρω από το κείμενο Για μια ΑΝΤΑΡΣΥΑ αντικαπιταλιστική κι επαναστατική ήταν μια συσπείρωση με την οποία η ΟΚΔΕ έτεινε να συμφωνήσει στην προηγούμενη περίοδο (συζήτηση για τη συμπόρευση). Τα νέα δεδομένα τροποποιούν τουλάχιστον τον άξονα αυτής της υπό διαμόρφωση “πλατφόρμας” και θα πρέπει να ξανασυζητηθούν τα ζητήματα, ακόμα περισσότερο που φαίνεται μια διάθεση για “επί της αρχής” στήριξη του κειμένου της πλειοψηφίας.

Αυτό που, όμως, πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι η οργάνωση δεν φιλοδοξεί να χτίσει μια δική της “τάση” ή πλατφόρμα (ή και περιφέρεια κατά τα πρότυπα του ΝΑΡ ή του ΣΕΚ). Ακριβώς αντίστροφα, ο στόχος μας είναι να λειτουργήσει η ίδια η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοια με οργανικά διαμορφωνόμενες τάσεις που να ξεπερνούν τις στενά ορισμένες περιφέρειες των οργανώσεων (τουλάχιστον σε όλα τα ζητήματα τακτικής -και αυτό είναι εφικτό άμεσα).

12. [φεύγει]

13. Υποστηρίζουμε ανεπιφύλακτα τη δημοκρατική συγκρότηση και την ενίσχυση της λειτουργίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: ελευθερία συγκρότησης πλατφορμών με αναλογική εκπροσώπηση στα όργανα, ισοτιμία όλων των τάσεων στη δημόσια εκπροσώπηση, συχνές διαδικασίες βάσης, κοινό έντυπο/γραφεία/κάμπινγκ, συγκροτημένη παρέμβαση σε γειτονιές και εργασιακούς χώρους.

14. Υποστηρίζουμε ή προτείνουμε ζητήματα σχετικά με το φεμινισμό, το ΛΟΑΤ κίνημα, τα ανοιχτά σύνορα, τα καθήκοντα του αντιφασιστικού κινήματος. Η νέα ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να συγκροτήσει επιτροπές δράσης, όπως αποφασίστηκε την προηγούμενη συνδιάσκεψη.

15. Εκλέγουμε όσους αντιπροσώπους μπορούμε, συμμετέχουμε ενεργά στην καμπάνια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για εγγραφή και επιβεβαίωση μελών.

16. Στη συνδιάσκεψη, όπως και αλλού στο εσωτερικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, προσπαθούμε να προωθήσουμε όλες αυτές τις βασικές απόψεις της οργάνωσης. Και, για αυτό, μπορούμε να λειτουργούμε ως οργανωμένη φράξια (στη συνδιάσκεψη, π.χ., το ΠΓ είναι υπεύθυνο να χειριστεί τυχόν απρόβλεπτα τακτικά θέματα) και για όσο ακόμα τουλάχιστον η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εξακολουθεί να λειτουργεί κατά πολύ ως απλό μέτωπο οργανώσεων.

Ωστόσο, καθώς θέλουμε να προωθήσουμε ακριβώς την οργανωτική αυτοτέλεια και δημοκρατία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν πρέπει να εφαρμόζουμε συγκεντρωτισμό στις συζητήσεις της (και στις εσωτερικές της ψηφοφορίες!), ιδιαίτερα όταν οι συζητήσεις αυτές διαπερνούν και τη δική μας οργάνωση. Τα μέλη μας είναι σωστό να μιλούν ανοιχτά με τις απόψεις τους στις διεργασίες συζήτησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ακόμα και να συμμετέχουν σε τάσεις της, ακόμα και αν πλειοψηφικά η γραμμή της οργάνωσης είναι διαφορετική σε τακτικά ζητήματα. 

Τάσος Αναστασιάδης

17/12/2015