Μερικές σύντομες σκέψεις με αφορμή μια συνέντευξη

Στην ιστοσελίδα του InternationalViewpoint, στις 2 Νοεμβρίου και στην μόνιμη στήλη Debates αναρτήθηκε μια συνέντευξη του Α. Νταβανέλου με τίτλο Greece's radical left after Syriza. Την συνέντευξη είχε δώσει αρχικά ο A. Ντ. στον (ή στην;) Liz Walsh, από την αυστραλιανή ιστοσελίδα Red Flag όπου είχε εκεί αναρτηθεί ήδη από την 1η Φεβρουαρίου 1917.

Το αξιοπερίεργο γεγονός ότι η συνέντευξη αυτή ανασύρεται εννέα ολόκληρους μήνες μετά από την αρχική δημοσίευσή τηςκαι εμφανίζεται στο IV, ασφαλώς δεν μπορεί να είναι τυχαίο.  Θα πρέπει μάλλον να θεωρηθεί σαν μια προσπάθεια να απαντηθούν οι πρόσφατες, εν όψει παγκοσμίου συνεδρίου της ΤΔ, εξ αριστερών κριτικές, για την ανεπιφύλακτη υποστήριξηπου παρείχε το IV στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, τα προηγούμενα χρόνια. Όμως από την άλλη πλευρά η μη έγκαιρη δημοσίευσή της, θα πρέπει πάλι να οφείλεται στο γεγονός ότι ο Α. Ντ.στη συνέντευξη αυτή, προσπαθεί να διασώσει την τιμή των όπλων της ΔΕΑ κρατώνταςκάποιες αποστάσεις από την τακτική των «πλατιών κομμάτων». Ατυχώς για τους αγγλόφωνους αναγνώστες του IV η συνέντευξη του Α.Ντ., περιέχει επίσης σημαντικά κενά, αυθαίρετες εκτιμήσεις, παραπληροφόρηση, αντιφάσεις και ανακρίβειες.

Η δημιουργία και η φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ 

Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται από τον Α. Ντ., σαν ένα δημιούργημα που αναδύθηκε μέσα από την «κοσμογονία» του Κοινωνικού Φόρουμ της περιόδου 2001-2004. Εγχείρημαστο οποίο αφήνει να εννοηθεί ότι συμμετείχαν, με κάποιο ισότιμο τρόπο: «δυνάμεις με διαφορετικές ιδεολογικές παραδόσεις και υπόβαθρο (όπως θα λέγαμε ρεφορμιστές, κεντριστές, και επαναστάτες μαρξιστές)». Το γεγονός ότι από τη πρώτη στιγμή της δημιουργίας του, το 2004, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονταν σταθερά κάτω από την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία και τον απόλυτο έλεγχο της εκάστοτε γραφειοκρατικής, ρεφορμιστικής ηγεσίας του ΣΥΝ(Αλαβάνος και στη συνέχεια Τσίπρας) και ότι αυτή η ηγεσία ήταν που καθόριζε αποκλειστικά την πολιτική και την φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναφέρεται καθόλου από τον Α. Ντ.. Οι περίφημες «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ (περίπου 10 τον αριθμό μεταξύ των οποίων και η ΔΕΑ),  αποτελούσαν στην πραγματικότητα μικρούς, αυτοτελείς δορυφορικούς πολιτικούς σχηματισμούς, με μια δραστηριότητα (κάποιων από αυτές) στα κοινωνικά κινήματα αντίστασης, αλλά χωρίς καμιά δυνατότητα διαφοροποιημένης πολιτικής απεύθυνσης και πολύ περισσότερο χωρίς καμιά δυνατότητα απήχησης σε εθνική κλίμακα, και επίσης απολύτως καμιά δυνατότητα παρέμβασης στην κεντρική πολιτική σκηνή, πράγμα που μονοπωλούνταν αυστηρά από την εκάστοτε γραφειοκρατική, ρεφορμιστική ηγεσία του ΣΥΝ. Η αναμφισβήτητη αυτή πραγματικότητα σχετικά με την ίδρυση και το εσωτερικό καθεστώς του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, είναι κάτι που ο Α.Ντ.αποφεύγει εντελώς να αναφέρει στην συνέντευξή του.

«Πλατιά κόμματα» και η διαφοροποίηση της ΔΕΑ

Η ΔΕΑ,όπως μας αποκαλύπτει ο Α.Ντ. στη συνέντευξη, είχε μια διαφορετική άποψη για τα «πλατιά κόμματα» από αυτήν που «για παράδειγμα εκφράζονταν από ορισμένα τμήματα της Τετάρτης Διεθνούς».

Θα πρέπει λοιπόν να παρατηρήσουμε ότι σύμφωνα μετον Α. Ντ. η τακτική των «πλατιών κομμάτων», δεν είναι η πολιτική τακτική που προκρίνει και προωθεί σταθερά η ηγεσία της ΤΔ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, αλλά απλώς μια «άποψη ορισμένων τμημάτων της». Ίσως για το λόγο αυτό δεν θεώρησε σκόπιμο να αντιπαρατεθεί έγκαιρα και ανοιχτά, ως όφειλε σαν επαναστάτης μαρξιστής, με την πολιτική της ηγεσίας της ΤΔ τα προηγούμενα κρίσιμα χρόνια και να προσπαθήσει να την διορθώσει! Αντίθετα θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι φρόντιζε να αποκρύπτει την διαφορετική άποψη της ΔΕΑ, ώστε ο οργάνωσή του να χαίρει της εμπιστοσύνης της απληροφόρητης ηγεσίας της ΤΔ και να εξασφαλίζει έτσι και την σχετική προνομιακή στήριξη και προβολή.

Η διαφοροποίηση της πολιτικής της ΔΕΑ συνίσταται κατά τον Α. Ντ. σε τρία πράγματα που τα παραθέτουμε μεταφρασμένα κατά λέξη στη συνέχεια:

«Α) Δεν θεωρεί (η ΔΕΑ) τα «πλατιά κόμματα» σαν την «τελική απάντηση» στο ζήτημα του κόμματος αλλά σαν μια μεταβατική διαδικασία σε πολύ ειδικές συνθήκες, στο πλαίσιο μιας κρίσης του κινήματος αντίστασης και της αριστεράς.

Β) Για το λόγο αυτό ποτέ δεν αποδέχθηκαν την διάλυση της οργάνωσής τους και ποτέ δεν υπόστειλαν τα ανεξάρτητα «εργαλεία» οικοδόμησης και διατήρησαν τις πολιτικές τους σχέσεις με τις λαϊκές τάξεις (εφημερίδα, περιοδικό, συναντήσεις, πολιτικές εκδηλώσεις).

Γ) Από την αρχή επιχειρηματολογούσαν δημόσια για την ανάγκη ενός οργανωμένου αριστερού ρεύματος μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΔΕΑ παρά το γεγονός ότι έχαιρε της εκτίμησης ενός μεγάλου τμήματος των μελών του ΣΥΡΙΖΑ, ποτέ δεν ενώθηκε με την ηγετική πλειοψηφία – ούτε ακόμη στη διάρκεια της πιο «ριζοσπαστικής» φάσης του Τσίπρα.»

Όσον αφορά το πρώτο, τη θεώρηση δηλαδή των πλατιών κομμάτων σαν μια «μεταβατική διαδικασία», για να απαντήσουμε θα χρειάζονταν πρώτα-πρώτα μια ξεκάθαρη και συγκεκριμένη τοποθέτηση από μέρους του Α. Ντ.. Που ακριβώς και με ποιον τρόπο αποβλέπει να καταλήξει αυτή η «μεταβατική διαδικασία» ώστε να συζητήσουμε στο φως της ήδη αποκτημένης εμπειρίας, σχετικά με την αποτελεσματικότητα ή όχι της επιλογής της ΔΕΑ.

Σχετικά με το δεύτερο, την απόφαση της διατήρησης της οργανωτικής αυτοτέλειας της ΔΕΑ στη διάρκεια του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ, κατ’ αρχήν δεν μπορούμε να έχουμε αντιρρήσεις, με τη διαφορά ότι μια τέτοια τακτική, που ο Α. Ντ. την θεωρεί σωτήριαγια τη ΔΕΑ (και μάλιστα παρακάτω την αντιπαραβάλλει με την αυτοκαταστροφική τακτική των τμημάτων της ΤΔ στην Βραζιλία και στην Ιταλία), θα έπρεπε με εντιμότητα και θάρρος να την είχε υπερασπιστεί και να την προτείνει έγκαιρα στα τμήματα της ΤΔ που συμμετείχαν και εξακολουθούν σήμερα να συμμετέχουνσε αντίστοιχα εγχειρήματα (π.χ. στο PODEMOS στην Ισπανία, στο Μπλόκο στη Πορτογαλία, στην Κοκκινοπράσινη Συμμαχία στη Δανία). Οπωσδήποτε θα πρέπει να προσθέσουμε ότι έτσι κι αλλιώς διευκόλυνε τη τακτική της ΔΕΑ προς αυτή τη κατεύθυνση, το γεγονός ότιο γραφειοκρατικός μηχανισμός του ΣΥΝ φρόντιζε το χρονικό διάστημα της συνύπαρξης των οργανώσεων στο σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, να διατηρεί αυστηρά τα οργανωτικά διαχωριστικά στεγανά με τις δορυφορικές «ακροαριστερές συνιστώσες», (τουλάχιστον μέχρι την απόφαση του Τσίπρα να διαλύσει τυπικά τις «συνιστώσες» και να δημιουργήσει τον «ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ» το 2012, όταν δεν είχανπλέον να του προσκομίσουν κάτι αξιόλογο εκλογικά και δυνητικά αποτελούσαν εμπόδιο για την μελλοντική του, ολοκληρωτική ενσωμάτωση στους αστικούς θεσμούς με την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας που άρχισε να διαφαίνεται στον ορίζοντα).

Σχετικά με το Γ,ο Α. Ντ. δεν μας διαφωτίζει τι εννοεί με τον όρο «οργανωμένο αριστερό ρεύμα». Εννοεί κάτι διαφορετικό από τη «Αριστερή Πλατφόρμα»που κυριαρχούνταν από την σταλινική-ρεφορμιστική φράξια του Λαφαζάνη; ή εννοεί μια πιο «σφιχτή» συσπείρωση των επαναστατικών μαρξιστικών οργανώσεων που συμμετείχαν στο ΣΥΡΙΖΑ; ή εννοεί απλώς ότι η επιχειρηματολογία της ΔΕΑ τελεσφόρησε με την διάσπαση της «Αριστερής Πλατφόρμας» από τον «ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ» και τη δημιουργία στη συνέχεια της ΛΑΕ το καλοκαίρι του 2015;

Θα πρέπει επίσης να παρατηρήσουμε ότι απ’ όσο τουλάχιστον θυμόμαστε, η ΔΕΑ συμμετείχε στο συντονιστικό όργανο μιας μάλλον τυπικής (και διακοσμητικής θα λέγαμε)«ηγεσίας» του ΣΥΡΙΖΑ (Γραμματεία) αλλά κυρίως επωφελούνταν οικονομικά από την εσωτερική διανομή της κρατικής επιχορήγησης προς τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Μια οικονομική ενίσχυση οπωσδήποτε σημαντικήγια τη συντήρηση των «επαγγελματιών» του στελεχιακού δυναμικού της και των εκδόσεών της. Όμως, όπως εμμέσως πλην σαφώς, αφήνει τώρα να εννοηθεί ο Α. Ντ. αντιφάσκοντας με την αρχική του εικονογράφηση του ΣΥΡΙΖΑ, η πραγματική εξουσία για τη χάραξη της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκονταν πάντοτε σταθερά στα χέρια της ηγετικής ομάδας της «πλειοψηφίας», δηλαδή με άλλα λόγια στην γραφειοκρατική ρεφορμιστική ηγεσία του ΣΥΝ. Η υπενθύμιση από τον Α. Ντ. της μη προσχώρησης της ΔΕΑ σε αυτήν την ηγετική ομάδα,«ακόμη και κατά τη περίοδο της«ριζοσπαστικής» φάσης του Αλέξη Τσίπρα», θα πρέπει μάλλον να είναι ένας υπαινιγμός που αφορά τα μέλη κάποιων άλλων «συνιστωσών», που έχαιραν (και χαίρουν;) της προτίμησης επίσης της ηγεσίας της ΤΔ.

Μια διαστρέβλωση της πραγματικότητας

Στη συνέχεια όμως η αυθαιρεσία των εκτιμήσεων και η παραπληροφόρηση του Α. Ντ. κυριολεκτικά απογειώνονται :

«Στη διάρκεια αυτών των 11 χρόνων, η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε στη δημιουργία ενός πλατιού στρώματος πολιτικών ακτιβιστών στην Ελλάδα. Αυτό το στρώμα είναι ποσοτικά μεγαλύτερο από πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι επίσης καλύτερης πολιτικής ποιότητας… κλπ.»

Όλοι εμείς οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στα κοινωνικά κινήματα αντίστασης ήταν από μηδενική έως ασήμαντη και στην πραγματικότητα εμπλέκονταν σε κάποιο βαθμό μόνο ορισμένες από τις «συνιστώσες» του και οπωσδήποτε όχι ο κύριος κορμός του, ο ΣΥΝ. Αντίθετα μάλιστα η τακτική της ηγεσίας του ΣΥΝ ήταν στη καλύτερη περίπτωση να κρατά αποστάσεις ασφαλείας από τα κινήματα ή ακόμη χειρότερα να δρα πυροσβεστικά στις κορυφαίες κινητοποιήσεις των εργαζομένων, έχοντας πάντοτε σαν αποκλειστικό στόχοτη μεσοπρόθεσμη εκλογική άνοδο και την μελλοντική του ολοκληρωτική ενσωμάτωση στους αστικούς θεσμούς.

Στη πραγματικότητα, το σημαντικότερο στρώμα των ακτιβιστών που ωρίμασε πολιτικά αυτά τα χρόνια βγάζοντας συμπεράσματα από την αρνητική εμπειρίατης πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, αναπτύχθηκε σαφώς έξω από τις γραμμές της επίσημης αριστεράς (του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ) με σημαντικό παράγοντα που συνέβαλλε στη διαδικασία αυτή, την έγκαιρη ίδρυση και την διαρκή παρουσία σε εθνική κλίμακα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.Είναι προφανές ότι στη περίπτωση που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα είχε κατορθώσει να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις των μαρξιστών επαναστατών στη Ελλάδα και να εξασφαλίσει την ανεπιφύλακτη υποστήριξή της από την ριζοσπαστική αριστερά στο εξωτερικό, τα αποτελέσματα αυτά θα ήταν πολύ περισσότερο εντυπωσιακά.

Από την άλλη πλευρά ένα σημαντικό τμήμα μιας μαχητικής αλλά πρωτόγονα πολιτικοποιημένης νεολαίας, αηδιασμένο από την πολιτική της επίσημης αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ), στράφηκε μαζικά προς τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Αντίθετα, στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ η απογοήτευση και η σύγχυση που επικράτησαν, έφεραν όπως είναι φυσικό και την μερική πολιτική αποστράτευση πολλώνκαλοπροαίρετων αγωνιστών, που ωστόσο δεν αποτελούσαν ποτέ κάποια πολύ αξιόλογηαγωνιστική συμβολή στον εργατικό συνδικαλισμό ή στα κινήματα της κοινωνικής αντίστασης.

Θα αντιπαρέλθουμε προς το παρόν την επίκληση, του Α. Ντ. στα κείμενα του 4ου συνεδρίου της Κομιντέρν, σε σχέση με τον δυνητικά μεταβατικό ρόλο μιας «κυβέρνησης της αριστεράς» σε συνθήκες κρίσης. Η σχετική συζήτηση νομίζουμε ότι έχει προ πολλού εξαντληθεί και ότι έχουν δοθεί ήδη επαρκείς και αναλυτικές απαντήσεις, όπως αυτή του SteveBloom.

Η «αυτοκριτική»

Ωστόσο μετά από την κυβερνητική εμπειρία του 2015, ο Α. Ντ. είναι αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να προχωρήσει και σε μερικές αντικειμενικότερες εκτιμήσεις για τη φύση του εγχειρήματος, που μας τις παρουσιάζει κάπως ντροπαλά σαν «αυτοκριτική».

Αποδείχθηκε, μας λέει (μεταφράζοντας κατά λέξη) ο Α. Ντ., ότι:

«α) προϋπόθεση για να ασκηθεί μια μεταβατική πολιτική που θα περιλαμβάνει μια κυβέρνηση της αριστεράς αποτελεί ένα υψηλότερο επίπεδο άμεσης πολιτικής παρέμβασης των μαζών από αυτήν που είχαμε στην Ελλάδα το 2015.

β) ο (δυσμενής) συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ ρεφορμιστών και επαναστατών τόσο στο κόμμα όσο και στο κοινωνικό κίνημα.»

Ακόμη διαπίστωσε,μας λέει παρακάτω,ότι κατά τη στιγμή του «κρίσιμου τεστ» ήρθε στην επιφάνεια το «ευρωκομουνιστικό υπόβαθρο» της «ηγετικής πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ».

Τα πραγματικά ερωτήματα όμως στα οποία θα έπρεπε κατά τη γνώμη μας, να προσπαθήσει απαντήσει μια «αυτοκριτική» είναι:

α) Ποιος υπήρξε ο πραγματικός ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ για την «άνοδο του επιπέδου της άμεσης πολιτικής παρέμβασης των μαζών το 2015» αλλά και κατά τα προηγούμενα κρίσιμα χρόνια; Μήπως δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ ο κύριος υπεύθυνος που καλλιέργησε τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που έφεραν την υποχώρηση των μαζικών κινητοποιήσεων μετά την περίοδο της ανόδου 2010-11; Μήπως δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που το 2015 εναπόθεσε όλες τις ελπίδες των λαϊκών στρωμάτων αποκλειστικά στο τραπέζι της «σκληρής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές»;

β) Ποιος ήταν ο ακριβής συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των ρεφορμιστών και των επαναστατών στο «κόμμα» του ΣΥΡΙΖΑ; (Ας αφήσουμε κατά μέρος το πολύ συζητήσιμο και δύσκολα μετρήσιμο συσχετισμό δυνάμεων στο «κίνημα»). Ασφαλώς ένας «εσωκομματικός» συσχετισμός δυνάμεων είναι πάντοτε εύκολα μετρήσιμος και με μεγάλη μάλιστα ακρίβεια. Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο να μας εκθέσει ο Α. Ντ. την άποψή του για το πότε αυτός ο δυσμενής συσχετισμός διαμορφώθηκε, αλλά και το πως εξελίχθηκε στη πορεία των 11 χρόνων του εγχειρήματος.

Είναι όμως απορίας άξιο πως είναι δυνατόν, όταν τα παραπάνω ήταν απολύτως προβλέψιμα, οφθαλμοφανή και διατυπωμένα σε μεγάλο βαθμό με σαφήνεια, πολύ πριν από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβερνητική εξουσία, από έναν σημαντικό αριθμό διαφορετικών οργανώσεων και αγωνιστών της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς, ο Α. Ντ. και η ΔΕΑ δεν μπορούν να τα αντιληφθούν ακόμη και μετά από αυτή την καταστροφική εμπειρία του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ.

Η καταστροφή και το πάθημα που δεν έγινε μάθημα

Σε ορισμένες σύντομες αναφορές του, κατά την περιγραφή της νέας πολιτικής συγκυρίας και της κατάστασης του κινήματος, ο Α. Ντ., από τη νέα του πλέον οπτική γωνία εκτός ΣΥΡΙΖΑ, (δηλαδή από τη ΛΑΕ), γίνεται σαφέστερος ως προς τις επιπτώσεις της «κυβέρνησης της αριστεράς»:

«Η ταχύτητα της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ (η απότομη στροφή από το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα στο ΝΑΙ λίγες ημέρες αργότερα) και ο κυνισμός της κυβερνητικής πολιτικής μετά από αυτό προκάλεσε την απογοήτευση σε μεγάλο τμήμα του λαού. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης στο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ταχύτατη, αλλά προς το παρόν είναι σιωπηλή. Δεν εκφράζεται με μια άνοδο της ενεργητικής συμμετοχής στις κινητοποιήσεις, αλλά με μια στροφή στον ατομικό αγώνα για επιβίωση στο περιβάλλον της κρίσης. Ακόμη και για να πραγματοποιηθούν οι παραμικρότερες κινητοποιήσεις απαιτείται μια πολύ μεγαλύτερη οργανωτική προσπάθεια από τις πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς.

Αλλά η μαζική απογοήτευση από το ΣΥΡΙΖΑ δημιουργεί νέες ευκαιρίες για τη Χρυσή Αυγή…»

Είναι βέβαιο ότι ούτε η «ταχύτητα της συνθηκολόγησης», ούτε ο «κυνισμός της κυβερνητικής πολιτικής» μας προέκυψαν αιφνιδίως σαν μια ουρανοκατέβατη φυσική καταστροφή, αλλά είναι η λογική κατάληξη όλης της προηγούμενης ρεφορμιστικής πολιτικής πορείας του ΣΥΡΙΖΑ. Στη δημιουργία αυτής της κοινωνικής καταστροφής δυστυχώς συμβάλλανε σε κάποιο βαθμό που τους αναλογεί και όλοι όσοι τον στήριξαν πολιτικά και οργανωτικά, στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας, ανάμεσά τους και η ΔΕΑ. Όμως αυτή τη σκληρή αλήθεια είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να την αποδεχτεί ο Α. Ντ., καθώς εξακολουθεί να αρνείται να βάλλει το δάχτυλο επί τον τύπο των ήλων. Να αναγνωρίσει δηλαδή ότι η συνθηκολόγηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ είναι η λογική κατάληξη της πορείας του, που προδιαγράφεται από την ίδια τη ρεφορμιστική φύση του. Αν ο Α. Ντ. προχωρούσε σε μια τέτοια παραδοχή θα έπρεπε να επανεξετάσει μέσα από αυτό το πρίσμα και την ένταξή του στη ΛΑΕ, που δεν αποτελεί παρά μια θλιβερή προσπάθεια επανεκκίνησης του ίδιου εγχειρήματος ενώ ταυτόχρονα κουβαλάει όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ. 

Μερικές προσωπικές παρατηρήσεις σχετικά με το ύφος και τη μορφή της διακήρυξης της ΤΠΤ

Το κείμενο της «Ιδρυτικής Διακήρυξης» της «Τεταρτοδιεθνιστικής Προγραμματικής Τάσης (ΤΠΤ)» μου προκάλεσε κατ’ αρχήν μια δυσάρεστη έκπληξη καθώς ενόψει του παγκοσμίου συνεδρίου, περίμενα ότι σαν έμπειρα και υπερώριμα πλέον τεταρτοδιεθνιστικά στελέχη, οι πρωτεργάτες της ΤΠΤ, θα επικεντρωθούν σε κάποιου είδους εποικοδομητικές κριτικές αποτιμήσεις (θετικές ή αρνητικές) των πεπραγμένων και της πολιτικής της Τετάρτης Διεθνούς όλο το χρονικό διάστημα από το προηγούμενο παγκόσμιο συνέδριο μέχρι σήμερα. Περίμενα να ασχοληθούν τουλάχιστον με μια αποτίμηση των αποτελεσμάτων της συμμετοχής των τμημάτων μας στους σχηματισμούς των πλατιών ή «ωφέλιμων» κομμάτων στις διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Δανία, Ιταλία κλπ.). Ή έστω να αποτιμήσουν τα οφέλη και το κύρος που αποκόμισε η Τ.Δ. και το ελληνικό τμήμα ειδικότερα από τη πολιτική της ηγεσίας της Τ.Δ. απέναντι στην «ελληνική κρίση». Δηλαδή από την διαρκή ανεπιφύλακτη στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ, από τη συχνή παρουσία των ηγετικών στελεχών της Τ.Δ. στις εκδηλώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, από την καμαρωτή εμφάνισή τους δίπλα στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και στις επιτροπές «διερεύνησης του χρέους» κλπ. κλπ.

Αντί γι’ αυτό η διακήρυξη της ΤΠΤ επικεντρώνεται αποκλειστικά σε μια ολομέτωπη επίθεση ενάντια στα πεπραγμένα και στην πολιτική του ελληνικού τμήματος και στον στολισμό με κοσμητικά επίθετα της πλειοψηφίας της οργάνωσης. Ανεξάρτητα όμως από το περιεχόμενο, την ένταση και τη ποιότητα αυτής της συγκεκριμένης επίθεσης, μια τέτοιου είδους συζήτηση για το εσωτερικό καθεστώς της οργάνωσης, στα πεπραγμένα και στην πολιτική του ελληνικού τμήματος και ακόμη περισσότερο στην τακτική της οικοδόμησής του, νομίζω ότι θα περίμενε κανένας καλόπιστα να αναπτυχθεί στα πλαίσια της εθνικής συνδιάσκεψης της οργάνωσης (που αν δεν κάνω λάθος προγραμματίζεται για το αμέσως επόμενο διάστημα) και όχι στη παρούσα συνδιάσκεψη που αφορά αποκλειστικά το επόμενο παγκόσμιο συνέδριο της ΤΔ.

Ποιος λοιπόν μπορεί να είναι ο λόγος για αυτή τη προσπάθεια μετάθεσης της συζήτησης από το σημερινό διακύβευμα του παγκόσμιου συνεδρίου σε μια άκαιρη εσωτερική αντιπαράθεση; Δυστυχώς δεν μπορεί να είναι άλλος από έναν μίζερο και κοντόφθαλμο τακτικισμό προκειμένου να ξυπνήσουν τα ανακλαστικά και να συσπειρωθούν για τη συνδιάσκεψη κάποιοι σύντροφοι που εδώ και αρκετό καιρό είτε σνομπάρουν αφ’ υψηλού είτε απλώς αρνούνται να συμμετάσχουν στη ζωή της οργάνωσης. Με τον τρόπο αυτό οι πρωτεργάτες της ΤΠΤ πιστεύουν ότι θα αποσπάσουν κάποιο πρόσκαιρο «λάφυρο» στη συνδιάσκεψη για να το προσφέρουν σαν ένδειξη υποταγής στην διεθνή ηγεσία μας. Όμως άραγε δεν αντιλαμβάνονται πόσο αναντίστοιχος της μακριάς αγωνιστικής διαδρομής τους είναι ένας τέτοιος μίζερος τακτικισμός; Θα κλωτσήσουν για μια ακόμη φορά τη καρδάρα με το γάλα υψώνοντας υστερικές φωνές σε μια ανούσια αντιπαράθεση;

Σχετικά με το ύφος

Καθώς λόγω της μόνιμης διαμονής μου τα τελευταία χρόνια εκτός Αθηνών, δεν μου είναι δυνατόν να παρακολουθώ «δια ζώσης» και σε καθημερινή βάση την εσωτερική ζωή της οργάνωσης, το πολεμικό ύφος, οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί και οι απόλυτες εκφράσεις του κειμένου της ΤΠΤ αποτέλεσαν για μένα μια δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη. Δεν σας κρύβω ότι η επανειλημμένη χρήση από τους συντάκτες του παλαιο-σταλινικού όρου «φραξιονισμός χωρίς αρχές» μου προκάλεσε κάποια ανατριχίλα καθώς παραπέμπει κατ’ ευθείαν στην σκοτεινή δεκαετία του τριάντα. Τότε οι πρωταγωνιστές της «φραξιονιστικής πάλης χωρίς αρχές» αποστέλλονταν στη Σοβιετική Ένωση για να οδηγηθούν με συνοπτικές διαδικασίες στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σήμερα οι συντάκτες της διακήρυξης της ΤΠΤ ίσως επιθυμούν απλώς να μας εγκλείσουν σε «πολιτικά αναμορφωτήρια» προκειμένου να επανέλθουμε στον σωστό δρόμο της πεφωτισμένης και αλάθητης διεθνούς ηγεσίας μας. Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι είναι κι’ αυτό, όπως και να το κάνεις, μια κάποια παρηγοριά.

Δυστυχώς το γεγονός ότι σ. Τ.Α., τις παραμονές της προηγούμενης εθνικής μας συνδιάσκεψης, μου δήλωσε ευθαρσώς ότι θα πρέπει να υποβληθώ σε κάποιου είδους «πολιτική αναμόρφωση» προκειμένου να επανέλθω στον ορθόδοξο τρόπο πολιτικής σκέψης [διατυπώνοντας τη κατηγορία ότι διακινώ εντός της οργάνωσης ύποπτο «λαμπερτιστικό υλικό»] δεν με είχε προ-ιδεάσει για το σημείο που μπορεί να φθάσει η τύφλωση ορισμένων συντρόφων από τον οργανωτικό τους φανατισμό. Το γεγονός αυτό το είχα καλοπροαίρετα αποδώσει τότε σε κάποιες προσωρινές παρωπίδες που δημιουργεί ένας τέλος πάντων ανεκτός οργανωτικός σωβινισμός (συνηθισμένος δηλαδή για τα μέλη ακροαριστερών οργανώσεων αλλά όχι αναμενόμενος από ένα παλιό έμπειρο τεταρτοδιεθνιστικό στέλεχος, με διακηρυγμένες άπειρες φορές τις δημοκρατικές του ευαισθησίες).

Πρέπει ακόμη να δηλώσω ότι η εμμονική αξιοποίηση από τη μεριά της ΤΠΤ του φοβερού σκανδάλου της αναγραφής του ονόματος της οργάνωσης αντί για το «πλειοψηφία της οργάνωσης», παρόλες τις διορθώσεις και τις εξηγήσεις που δόθηκαν αμέσως, πιστεύω ότι δεν τιμά τους συντρόφους της ΤΠΤ. 

Οι ιδεολογικές μετατοπίσεις της πλειοψηφίας και οι ιδεοληπτικές αγκυλώσεις της μειοψηφίας

Η ιδεολογική μετατόπιση της οργάνωσης προς «ένα μετασταλινικό αριστερό mainstream» (sic) εντοπίζεται κατά τους συντάκτες της διακήρυξης ΤΠΤ στις θέσεις της για τρία ζητήματα:

α) στην (δήθεν άκριτη) υποστήριξη που παρείχε στους σεπαρατιστές της Ανατολικής Ουκρανίας και κατ’ επέκταση στους ρωσόφιλους ολιγάρχες, σαν ουρά της φιλορωσικής ελληνικής αριστεράς. Η μάχη κατά του αναδυόμενου φασισμού στην Ουκρανία πρέπει να δοθεί, σύμφωνα τους συντάκτες της διακήρυξης της ΤΠΤ, σε μια «τελείως διαφορετική βάση» δηλαδή όταν πλέον οι διεθνιστικές και γνήσια ταξικές δυνάμεις (λέγε με Μπουντραΐσκις) αναλάβουν επιτέλους εκεί την ηγεσία του αντιφασιστικού κινήματος, με τον σχηματισμό διεθνών ταξιαρχιών [προφανώς κάτω από τη καθοδήγηση ενός σύγχρονου πεφωτισμένου Αντόνωφ-Οβσένκο]. Μέχρι τότε οι φασιστικές συμμορίες ας αλωνίζουν ανεμπόδιστες πάνω στα σώματα των ανεπίδεκτων μαθήσεως Ουκρανών εργαζομένων.

β) στην εκτίμησή της για το Brexit στη Βρετανία που οφείλεται, κατά τη διακήρυξη της ΤΠΤ, στον «αφελή φαταλισμό» της ηγεσίας της οργάνωσης [που προφανώς δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει τις γνήσια ταξικές και οπτιμιστικά βολονταριστικές τοποθετήσεις της διεθνούς ηγεσίας όπως για παράδειγμα αυτές σ. Thornet, αυτού του ογκόλιθου της μαρξιστικής σκέψης].

γ) στην έμμεση και με μισόλογα υπεράσπιση μιας «αντιιμπεριαλιστικής γραμμής» που εκφράζεται με τη θέση της στον συριακό εμφύλιο υπέρ του αιμοσταγούς καθεστώτος Άσαντ! Για του λόγου το αληθές, οι συντάκτες της διακήρυξης με αξιοθαύμαστη ταχυδακτυλουργικήμαεστρία, επικαλούνται μια κριτική που εγώ ο ουτιδανός τόλμησα κατά τη γνώμη τους να διατυπώσω(ή έστω να υπαινιχθώ με κάποια φράση) για μια τοποθέτηση του σ. Πουτού (μάλιστα «χωρίς να τον κατονομάζω») σχετικά με το βομβαρδισμό της πόλης Χαν Σεϊχσούν, μέσα στο άρθρο της συγκυρίας που έγραψα για το «Σπάρτακο» του Μαΐου του 2017! Για του λόγου το αληθές παραθέτω στο τέλος του κειμένου ολόκληρη την επίμαχη παράγραφο του άρθρου.

Τέλος πάντων για να σοβαρευτούμε, επειδή τα ζητήματα που θίγονται είναι σοβαρά, πιστεύω ότι οι σύντροφοι της ΤΠΤ όφειλαν τουλάχιστον να έχουν θέσει και αναπτύξει τα όποια επιχειρήματά τους για αυτά τα ζητήματα, από καιρό μέσα στην οργάνωση με τον πιο επίμονο και εξαντλητικό τρόπο. Δυστυχώς όμως η συντριπτική πλειοψηφία των συντρόφων που υπογράφουν σήμερα την διακήρυξη της ΤΠΤ, ουσιαστικά απέχουν από όλες τις διαδικασίες της οργάνωσης εδώ και αρκετό καιρό, μην αντέχοντας προφανώς να συγχρωτίζονται με τους ρωσόφιλους, φαταλιστές και κρυπτο-αντιιμπεριαλιστές της πλειοψηφίας.

Όσο για το άρθρο της συγκυρίας του Μαΐου του 2017, θα ήθελα απλώς να θυμίσω, (χωρίς να μπω εδώ στην ουσία του ζητήματος), ότι όπως έκανα πάντοτε, πριν από την δημοσίευσή του, το κοινοποίησα σε όλα τα μέλη της ΣΕ και στους συμμετέχοντες γενικά στη συγγραφή και στην έκδοση του περιοδικού, με την παράκληση να διατυπώσουν έγκαιρα τις πιθανές παρατηρήσεις τους, διορθώσεις κλπ. Ο σ. Τ.Α. φαίνεται ότι φύλαξε ζηλόφθονα τις αντιρρήσεις του για την υποτιθέμενα επίμαχη φράση, προκειμένου να τις ανασύρει και να τις χρησιμοποιήσει την κατάλληλη στιγμή για να κατακεραυνώσει τον υποφαινόμενο και την ξεστρατισμένη πλειοψηφία της οργάνωσης. Ίσως πάλι να είχε από τότε θεωρήσει περιττή κάθε διαλογική συζήτηση με τα οριστικά απολωλότα πρόβατα του «αριστερού μετασταλινικού mainstream», όπως του λόγου μου.

Για τη τακτική οικοδόμησης

Η ΤΠΤ αποδίδει εντελώς αυθαίρετα και αναπόδεικτα κατά τη γνώμη μου στη πλειοψηφία της οργάνωσης την πρόθεση ότι επιδιώκει με «γραμμική ανάπτυξη» να αυτό-οικοδομηθεί σε επαναστατικό κόμμα εγκαταλείποντας κάθε προοπτική ανασύνθεσης. Καθώς οι περισσότεροι και οι περισσότερες δεν παρακολουθούν πλέον τη καθημερινή δραστηριότητα της οργάνωσης ούτε συμμετέχουν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκτοξεύουν ανενδοίαστα και αφ’ υψηλού κατηγορίες σαν αυτόκλητοι θεματοφύλακες των καλύτερων επαναστατικών παραδόσεων του ρεύματός μας.  Πάνω στο μοτίβο αυτό χτίζουν μια ολόκληρη λογική με τερατώδεις βερμπαλισμούς και κατηγορίες. Δυστυχώς οι σύντροφοι αυτοί αφού έχουν αποδειχθεί στο παρελθόν ότι είναι οργανικά ανεπαρκείς (ιδεολογική σύγχυση, ημιμάθεια,μποεμισμός)  να συγκροτήσουν με συνέπεια μια στοιχειώδη οργανωτική δομή, αντιμετωπίζουν την εμφάνιση μιας νέας ηγεσίας που διαθέτει πολιτικές και οργανωτικές ικανότητες και επαρκείς γνώσεις, με το φθόνο και τη καχυποψία κάποιου που πιστεύει ότι είναιαδίκως παραγκωνισμένος. Δυστυχώς το να παραδεχτείς τις ικανότητες του συντρόφου σου, χρειάζεται να ξεπεράσεις εκτός των άλλων και τα προσωπικά σου συμπλέγματα.

Όμως αναπτύσσοντας το κατ’ εξοχήν θέμα μιας εθνικής συνδιάσκεψης, δηλαδή τη τακτική οικοδόμησης, η ΤΠΤ μας αποκαλύπτει άθελά της, τη βαθύτερη και διαρκή ταύτισή της με την αντίληψη των «πλατιών κομμάτων», επαναφέροντας έτσι με έμμεσο τρόπο τη συζήτηση στο κυρίως θέμα του παγκόσμιου συνεδρίου. Ανατρέχοντας στις προσπάθειες αντικαπιταλιστικών ανασυνθέσεων του παρελθόντος, μας λέει για τις εμπειρίες της οργάνωσης:

Πρώτα με το εγχείρημα της ΕΑΣ στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, έπειτα με την Πρωτοβουλία για την Ενότητα της Αντικαπιταλιστικής και Ριζοσπαστικής Αριστεράς, αργότερα με το μεταβατικό σχήμα της ΕNANTIA και τέλος με το πιο “επιτυχημένο” σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η πραγματικότητα δεν επιβεβαίωσε κανένα από τα προκατασκευασμένα σχήματά μας.

Όταν λοιπόν η πραγματικότητα δεν συμφωνεί με τα προκατασκευασμένα σχήματά μας τόσο το χειρότερο για τη πραγματικότητα. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ δηλαδή δεν συμμετέχουμε γι’ αυτό που είναι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά γι’ αυτό που νομίζουμε ή γι’ αυτό που θα επιθυμούσαμε να είναι. Όταν η πραγματικότητα διαψεύδει τις επιθυμίες μας τότε κλαψουρίζουμε και σιωπηλά της γυρίζουμε τη πλάτη, χωρίς να κάνουμε απολογισμό, χωρίς να βγάζουμε κάποια συμπεράσματα. Ακριβώς όπως η ηγεσία της ΤΔ στήριξε το ΣΥΡΙΖΑ (τη Ριφοντατσιόνε, το ΠΟΔΕΜΟΣ κλπ.) ξεκινώντας όχι από αυτό που είναι στη πραγματικότητα αλλά από το προκατασκευασμένο σχήμα του «χρήσιμου» ή «πλατιού» κόμματος που είχε στο μυαλό της. Όμως η ανικανότητα να αναγνωρίζεις και να αναλύεις τη συγκεκριμένη κατάσταση για να οργανώσεις κατάλληλα τη παρέμβασή σου και στη θέση της πραγματικότητας να βάζεις απλώς τις μύχιες επιθυμίες σου, μοιραία θα σε οδηγήσει σε ήττες και καταστροφές.

Αφού λοιπόν οι σύντροφοι της ΤΠΤ με περισσή αυτοπεποίθηση αποκλείσουν και γυρίσουν την πλάτη σε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις και απόπειρες αντικαπιταλιστικής ανασύνθεσης, αφού ξεμπερδέψουν με μια φράση με την «ΑΝΤΑΡΣΥΑ που σήμερα έχει περιοριστεί σε εκλογικό συνασπισμό»,αφού με περισσή αυταρέσκεια μας χαρακτηρίσουν σαν έναν αποκρουστικό (ή έστω γραφικό) «βάτραχο που φουσκώνει»,μας αφήνουν δειλά και ντροπαλά να εννοήσουμε τη μοναδική ελπιδοφόρα κατεύθυνση προς την οποία θα πρέπει να κινηθούμε και που την ανακάλυψαν αίφνης «μετά το δημοψήφισμα του ’15», δηλαδή ακριβώς τη στιγμή της κατάρρευσης των αυταπατών της διεθνούς ηγεσίας για τον ΣΥΡΙΖΑ :

«Η αντιπολίτευση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, αν και διατύπωσε μια ρεαλιστική περιγραφή της υποχώρησης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα μετά το δημοψήφισμα του ‘15, βλέπει δυνατότητες ευρύτερης ανασυγκρότησης στο κενό που αφήνει η μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί οι αντικαπιταλιστές και αντικαπιταλίστριες να κινηθούν ώστε το αύριο της ελληνικής αριστεράς να μην κυριαρχηθεί από μια “αριστερά της δραχμής”»

Ας κινηθούμε λοιπόν προς το «κενό» της ΛΑΕ ή του Δικτύου για να διασώσουμε για μια ακόμη φορά το αύριο της ελληνικής αριστεράς, μιας και το σήμερα διαπιστώνουμε ότι είναι καταδικασμένο από τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς εμείς να έχουμε φταίξει σε τίποτε.

Για την οργανωτική συρρίκνωση

Τα τελευταία χρόνια η οργάνωση εκτός από την οργανωτική της ανασυγκρότηση, γνώρισε και την αποχώρηση μιας σειράς συντρόφων. Εξ’ όσων γνωρίζω κανένας από τους αποχωρήσαντες ή τουλάχιστον κανένας από τους πιο αξιόλογους από τους συντρόφους αυτούς, δεν έφυγε κατηγορώντας την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος για αντιδημοκρατικό καθεστώς ή αντισυντροφικές συμπεριφορές εκ μέρους της ηγεσίας ή της πλειοψηφίας. Ωστόσο οι σύντροφοι της ΤΠΤ φτάνουν στο σημείο να καταγγέλλουν ακόμη και στέρηση των στοιχειωδών δικαιωμάτων τους και συμπεριφορές όχλου εκ μέρους της πλειοψηφίας! Εγώ σαν μέλος της ΕΕ δεν έχω τουλάχιστον μέχρι σήμερα ενημερωθεί για τέτοιο περιστατικό. Οι σοβαρές αλλά αόριστες αυτές καταγγελίες θα πρέπει οπωσδήποτε να γίνουν συγκεκριμένες και να διερευνηθούν εξονυχιστικά τα σχετικά περιστατικά μέχρι την επόμενη εθνική συνδιάσκεψη. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αιωρούνται αόριστες κατηγορίες και να δηλητηριάζουν το κλίμα μέσα στην οργάνωση.

Από την άλλη πλευρά εγώ έχω σχηματίσει την πεποίθηση ότι οι αποχωρήσεις από την οργάνωση είναι δύο διαφορετικών τύπων. Ο πρώτος τύπος αφορά κάποιους συντρόφους που είχαν καλόπιστα και με ειλικρινή ενθουσιασμό προσκολληθεί για πολλά χρόνια στην διεθνή ηγεσία και αποχώρησαν μετά από την σταδιακή απογοήτευση που τους προκάλεσε η πολιτική της.Καθώς δεν είχαν πλέον το κουράγιο ή και την απαιτούμενη πολιτική συγκρότηση για να της αντιπαρατεθούν συνολικά, επηρεάστηκαν από τον ανερχόμενο αντιεξουσιαστικό «χώρο». Ο δεύτερος τύπος αφορά ορισμένους συντρόφους με αξιόλογες μεν πολιτικές ικανότητες αλλά και με εξόφθαλμα έντονες προσωπικές αρχηγικές φιλοδοξίες που δεν άντεχαν να παραμένουν αυτό-εγκλωβισμένοι σε μια μειοψηφία εντός της οργάνωσης (ένα είδος δυστυχώς πολύ διαδεδομένο στο χώρο της ελληνικής άκρας αριστεράς που ευτυχώς δεν έχει ευδοκιμήσει ιδιαιτέρως στην οργάνωσή μας). Οδηγήθηκαν έτσι στην ανεξάρτητη πολιτική ύπαρξη και στην αναζήτηση «συνεργατών» με βολιδοσκοπήσεις προς κάθε κατεύθυνση.

Συντροφικά

Ν.Τ.

ΥΓ: Σας παραθέτω στη συνέχεια το επίδικο απόσπασμα από το άρθρο της συγκυρίας του περασμένου Μαΐου, ώστε ο κάθε καλόπιστος σύντροφος που δεν το διάβασε (ή όπως είναι φυσικό δεν το θυμάται), να μπορέσει να βγάλει τα συμπεράσματά του:

«Ωστόσο, παρατηρούμε ότι ένα σημαντικό τμήμα της σημερινής ηγεσίας της ΕΑΑ έχει εγκλωβιστεί σε μια αδιέξοδη λογική του ονομαζόμενου «καμπισμού» ή διαφορετικά του «μικρότερου κακού». Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται κυρίως για την ίδια μερίδα της ΕΑΑ που γοητεύεται από τα πολιτικά σχέδια του ρεφορμισμού και αποδεικνύεται επίσης ανίκανη να βγάλει συμπεράσματα από την τραγική, για τους λαούς, κατάληξη των διαδοχικών στρατιωτικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ολόκληρης της περιόδου που άνοιξε μετά από τον «πόλεμο του Κόλπου». Στρατιωτικών επεμβάσεων των οποίων τις πραγματικές σκοπιμότητες η μεθοδική προπαγάνδα των ΜΜΕ προσπαθεί να δικαιολογήσει και να συγκαλύψει κάτω από «ευγενή» κίνητρα καταπολέμησης των «κακών»: κατά του Σαντάμ και των «χημικών οπλοστασίων του» στο Ιράκ, κατά της Αλ Κάιντα και της «τρομοκρατίας των Ταλιμπάν » στο Αφγανιστάν, κατά της δικτατορίας του Καντάφι στη Λιβύη, κατά του «ισλαμικού κράτους» ή του δικτάτορα Άσαντ στη Συρία κλπ.).

Πρέπει να επισημάνουμε ότι από την άλλη πλευρά, ένα άλλο τμήμα της αριστεράς, αντιδρώντας ίσως στην ανεκτικότητα της υπόλοιπης αριστεράς απέναντι στους «ανθρωπιστικούς» βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, εξωραΐζει τον Άσαντ, τον Πούτιν, το Ιράν κλπ., αντιστρέφοντας την επιλογή του «μικρότερου κακού», αλλά διατηρώντας κι αυτοί με τη σειρά τους την ίδια τελικά μεθοδολογία.

 

Το καθήκον των επαναστατών μαρξιστών παραμένει ένα και μοναδικό: να δυναμώσουν με κάθε τρόπο το αντιπολεμικό κίνημα στο εσωτερικό της ίδιας τους της χώρας, κατά της ιμπεριαλιστικής της εμπλοκής. Αυτή παραμένει και η μοναδική ουσιαστική αλληλεγγύη που μπορούν να προσφέρουν στους λαούς που σφαγιάζονται από τις στρατιωτικές επεμβάσεις και στα κινήματα αντίστασης.»

Η νέα εποχή και τα καθήκοντα των επαναστατών

Αυτή η απόφαση υποβλήθηκε από τον Jakob, μέλος της Δ. Ε. και της ηγεσίας της ISO –το γερμανικό τμήμα-, και του Yvan, μέλος της Δ.Ε., της ηγεσίας του NPA και του γαλλικού τμήματος.

Μια στροφή στην νεοφιλελεύθερη και ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση

1) Το έτος 2016, με την ψήφο για το Brexit, την εκλογή του Donald Trump και την πτώση του Χαλεπιού που ανακτήθηκε από τα στρατεύματα του αιμοσταγούς δικτάτορα Assad με την υποστήριξη της Ρωσίας και την συνενοχή των μεγάλων δυνάμεων του συνασπισμού, σημαδεύει την αρχή μιας στροφής στην νεοφιλελεύθερη και ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση.

Η προσπάθεια της αστικής τάξης να κατασκευάσει τον μύθο της “ευτυχισμένης παγκοσμιοποίησης”, στην οποία η αγορά θα έφερνε τη δημοκρατία, την ειρήνη και την ευζωία, έναν μύθο που ο πρόεδρος Obama προσπάθησε να ενσαρκώσει, έχει κουρελιαστεί.

Μέχρι την αρχή του 21ου αιώνα, η τεχνολογική πρόοδος σε συνδυασμό με την μαζική προλεταριοποίηση της κατεστραμμένης αγροτιάς στις λεγόμενες αναδυόμενες χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία μείωσε τα κόστη παραγωγής και τροφοδότησε τον μηχανισμό κέρδους, το χρηματιστικό καζίνο. Αλλά αυτό έγινε με το κόστος ενός γενικευμένου χρέους και μίας “υπερβολικής” χρηματιστικής φούσκας. Η προσδοκία κερδών προκάλεσε αχαλίνωτη κερδοσκοπία.

Το ατύχημα ήταν αναπόφευκτο και η κρίση των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου στις ΗΠΑ ήταν απλώς ο καταλύτης του.

Το πραγματικό σοκ που προώθησε τον Trump και όλα τα αντιδραστικά ακρο-δεξιά και λαϊκιστικά ρεύματα στο προσκήνιο ήταν η κρίση του 2007-2008.

Ο συσχετισμός δύναμης έχει αλλάξει, ο συνδυασμός του οικονομικού φιλελευθερισμού και του ιμπεριαλιστικού μιλιταρισμού έχει αποσταθεροποιήσει ολόκληρο τον πλανήτη. Η πρώτη παγκόσμια δύναμη δεν έχει πλέον την υπεροχή που διέθετε: μια νέα αντίπαλος, η Κίνα, αναδύεται σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η αστάθεια των διεθνών σχέσεων δεν μπορεί πλέον να αναχαιτισθεί από μία και μόνη δύναμη, η οποία, ως επακόλουθο, νιώθει ότι απειλείται.

Πίσω από το σύνθημα “Κάντε την Αμερική σπουδαία πάλι”, ο Trump έχει, με τον τρόπο του, προσδιορίσει μια προοπτική που ανταποκρίνεται στις ιμπεριαλιστικές ανάγκες των ΗΠΑ και η οποία υιοθετείται από μια μεγάλη μερίδα του κατεστημένου στο οποίο ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ήταν αντίθετος. Πίσω από αυτό το σύνθημα βρίσκεται η υπεράσπιση των συμφερόντων του αμερικανικού κεφαλαίου αντιμέτωπου με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εναντίον των λαών και εναντίον της δικής του εργατικής τάξης. Μια ρητορική εθνικισμού και προστατευτισμού στοχεύει να προσδέσει τους λαούς στην πολιτική των αστικών τάξεων που είναι αντιμέτωπες με επιδεινούμενο ανταγωνισμό για να δημιουργήσει την αυταπάτη ότι η πολιτική των αρχουσών τάξεων μπορεί να απαντήσει στις αγωνίες και να ικανοποιήσει τα αιτήματα των λαϊκών τάξεων.

Το εργατικό κίνημα είναι αντιμέτωπο με αυτή τη νέα προσπάθεια να στραφεί η δυσαρέσκεια και η εξέγερση των λαϊκών τάξεων εναντίον του εαυτού τους για να τους καθυποτάξει και να τους επιβάλει την πολιτική και την υπεράσπιση των συμφερόντων των αρχουσών τάξεων με το να τους διαιρεί και να τους κάνει εξιλαστήρια θύματα στο όνομα του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.

Ο δικός μας προσανατολισμός, ως απάντηση, οργανώνεται γύρω από την ταξική ανεξαρτησία και τον συνακόλουθο διεθνισμό για την προοπτική του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού.

2) Η δεύτερη μεγάλη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση –έναν αιώνα μετά από την πρώτη που οδήγησε στην ανάπτυξη του ιμπεριαλισμού και σε δύο παγκόσμιους πολέμους– έχει μετασχηματίσει βαθειά τον καπιταλισμό, τον πλανήτη και τις ίδιες τις συνθήκες του ταξικού αγώνα παγκόσμια. Παρακολουθούμε μια νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Οι ανατροπές που προκλήθηκαν από αυτό που ονομάστηκε μεγάλη μετατροπή του κόσμου έχουν επιταχυνθεί, επιτεινόμενες από την κρίση που άρχισε το 2007-2008, και φαίνεται ότι μετατρέπονται σε χρόνια κρίση, μια μακρά διαδικασία στασιμότητας και αποσύνθεσης του καπιταλισμού.

Η επιδείνωση του διεθνούς ανταγωνισμού πού προκάλεσε η κρίση οδηγεί στο δυνάμωμα του ρόλου των Κρατών, αυτών των εργαλείων πολιτικών ασφάλειας και στρατιωτικοποίησης, σε μια αυξανόμενη αστάθεια, σε γεωπολιτικό χάος, σε πολλαπλασιασμό των στρατιωτικών διενέξεων. 

Αυτή η δεύτερη μεγάλη παγκοσμιοποίηση έλαβε χώρα μετά από μια μακρά περίοδο ηττών και εξασθένησης του εργατικού κινήματος. Μετά από την προδοσία της σοσιαλδημοκρατίας, το εργατικό κίνημα πνίγηκε, συνετρίβη, η ηγεσία του εξοντώθηκε από την σταλινική γραφειοκρατία σε συνεργασία με την καπιταλιστική αντίδραση. Αυτό άφησε την εξέγερση των καταπιεσμένων λαών αιχμάλωτη του εθνικισμού στην περίοδο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το προλεταριάτο αδυνατούσε να δώσει μια διεθνιστική προοπτική. Αυτό το επαναστατικό κύμα, ωστόσο, συντάραξε τον κόσμο δίνοντας τη δυνατότητα σε εκατομμύρια καταπιεσμένων ανθρώπων να σπάσουν τον ζυγό της αποικιακής και ιμπεριαλιστικής καταπίεσης. Αλλά μακράν από το να κινηθούν προς τον σοσιαλισμό, τα νέα καθεστώτα προσπάθησαν να ενσωματωθούν στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και να βρουν μια θέση σε αυτήν. Η Κούβα ήταν το τελευταίο κράτος γεννημένο από αυτό το επαναστατικό κύμα που αντιστάθηκε στην κυρίαρχη δύναμη του κόσμου, μια πρόκληση που μαρτυρά την δύναμη των λαών όταν τολμούν να αντιμετωπίσουν τις κυριαρχούσες τάξεις και κράτη.

Ο καπιταλισμός έχει θριαμβεύσει παγκόσμια. Με το να διαλύει τα παλαιά πλαίσια κυριαρχίας των μεγάλων δυνάμεων και των καπιταλιστικών τάξεων, φέρνει μόνο κρίσεις, κοινωνική και δημοκρατική οπισθοδρόμηση, πολέμους, οικολογικές καταστροφές και ανοίγει μια περίοδο, πολέμων, αστάθειας και επαναστάσεων.

3) Αυτό το νέο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης συνδυάζει τις παλαιές ιμπεριαλιστικές σχέσεις με το νέο συσχετισμό δύναμης του παγκόσμιου νεοφιλελευθερισμού. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ιμπεριαλιστική και νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη.

Στον Ιμπεριαλισμό, το Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, ο Λένιν δείχνει ότι η ιμπεριαλιστική ανάπτυξη συνδέεται με την ίδια τη φύση του καπιταλισμού. “Ο ιμπεριαλισμός αναδύθηκε ως την ανάπτυξη και ευθεία συνέχεια των βασικών χαρακτηριστικών του καπιταλισμού εν γένει. Αλλά ο καπιταλισμός έγινε καπιταλιστικός ιμπεριαλισμός μόνο σε συγκεκριμένο και πολύ υψηλό στάδιο της ανάπτυξής του, όταν ορισμένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά άρχισαν να μεταλλάσσονται στο αντίθετό τους, όταν τα χαρακτηριστικά της εποχής της μετάβασης από τον καπιταλισμό σε ένα ανώτερο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα είχαν σχηματιστεί και αποκαλυφθεί σε όλες τις σφαίρες.” Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λογική για να εξηγήσουμε τη νέα φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης που αντιμετωπίζουμε τώρα.

“Το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού” έχει προκαλέσει, δια μέσου της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, το στάδιο των πολυεθνικών και διεθνικών εταιριών και της παγκόσμιας χρηματιστηριοποίησης της οικονομίας. Αυτό το νέο στάδιο είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης των ιδιοτήτων και των αντιφάσεων του καπιταλισμού, τα οποία οξύνει και φέρνει σε ένα ανώτερο επίπεδο, μια “εποχή μετάβασης από τον καπιταλισμό σε ένα ανώτερο κοινωνικό και οικονομικό σύστημα”, οι αντικειμενικές συνθήκες της οποίας έχουν ωριμάσει και ενδυναμωθεί παγκόσμια.

4) Η ιμπεριαλιστική ανάπτυξη και ο αγώνας ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις για να μοιράσουν τον κόσμο προκάλεσαν έναν πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και ένα επαναστατικό κύμα που ηττήθηκε και συνετρίβη από την φασιστική και σταλινική αντίδραση και δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη δεύτερη βάρβαρη στιγμή στη διαμάχη για την μοιρασιά του κόσμου –τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, δια μέσου της οποίας η αμερικάνική ιμπεριαλιστική δύναμη εγκαθιδρύθηκε ως η μόνη δύναμη ικανή να διευθύνει την καπιταλιστική παγκόσμια τάξη. Επακολούθησαν είκοσι χρόνια πολέμων και επαναστάσεων, οι εξεγέρσεις των λαών στις αποικίες.

Μια νέα φάση ξεκινά προς το τέλος της δεκαετίας του 70 με τη νεοφιλελεύθερη επίθεση υπό την ηγεσία της πρώτης παγκόσμιας δύναμης, των ΗΠΑ και τον σύμμαχό της τη Βρετανία. Τότε αρχίζει η δεύτερη παγκοσμιοποίηση ως απάντηση στην μείωση του ποσοστού κέρδους, με τον καπιταλισμό να εγκαθιδρύεται ως παγκόσμιος τρόπος παραγωγής που φτάνει στα όρια του πλανήτη.

Αυτή η νεοφιλελεύθερη επίθεση στο τέλος της μεταπολεμικής έκρηξης οδήγησε στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ, την κατάρρευση της γραφειοκρατίας, που είχαν ταυτόχρονα και συμβάλει στους απελευθερωτικούς αγώνες αλλά και διατηρώντας την παγκόσμια ισορροπία στο όνομα της ειρηνικής συνύπαρξης, δηλαδή της υπεράσπισης των συμφερόντων της γραφειοκρατίας.

Το τέλος της ΕΣΣΔ σημαδεύει μια περαιτέρω επίθεση των καπιταλιστικών τάξεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Η νεοφιλελεύθερη και ιμπεριαλιστική ευφορία κυριαρχεί κατά τη διάρκεια της εποχής Bush, ο καπιταλισμός θριαμβεύει σε παγκόσμιο κλίμακα αλλά ο μύθος του “τέλους της ιστορίας” δεν θα αντέξει στην δοκιμασία του χρόνου. Ο πρώτος πόλεμος του Ιράκ ανοίγει μια μακρά περίοδο επιθέσεων κατά των λαών για την επιβολή του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού, μια στρατηγική χάους που οδηγεί σε μια νέα αποσταθεροποιημένη παγκόσμια τάξη και σε νέους πολέμους.

Στο τέλος της εποχής Bush, ο Obama υποσχέθηκε να γυρίσει σελίδα. Αλλά μη μπορώντας να προσφέρει πολιτική λύση στην κατάσταση που δημιουργήθηκε από τη “στρατηγική του χάους”, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προσαρμοστεί σε αυτήν.

5) Από την οικονομική κρίση του 2008, αυτή η περίοδος του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού τείνει να αντικατασταθεί από μια φάση αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων, ενώ η παγκόσμια οικονομία είναι αχαλίνωτη καθώς καμία δύναμη δεν έχει τα μέσα να επιβάλει οποιαδήποτε ρύθμιση. Η αντίφαση ανάμεσα στην αστάθεια που προκλήθηκε από τον παγκοσμιοποιημένο ανταγωνισμό και στην ανάγκη για ένα κοινό πλαίσιο για να εξασφαλιστεί η παραγωγή και το εμπόριο αυξάνεται.

Μέσα σε 30 χρόνια, ο συσχετισμός των δυνάμεων έχει μετατοπιστεί, οι BRICS [=Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική -σ.τ.μ.] και κυρίως η Κίνα, όλοι οι λαοί προσπαθούν, παρά την κρίση, να συμμετέχουν στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη. Ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν σε όλα τα πεδία η πρώτη παγκόσμια δύναμη, αναγκάζονται να συμβιβάζονται και να βρίσκουν συμμάχους. Το μισό της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής πλέον παράγεται από τις αναδυόμενες χώρες.

Η αντίφαση ανάμεσα στα έθνη κράτη και την διεθνοποίηση της παραγωγής και του εμπορίου είναι ισχυρότερη από ποτέ ενώ καμία κυρίαρχη δύναμη δεν μπορεί σήμερα να ρυθμίσει τις διεθνείς σχέσεις. Και οι δύο παράγοντες συνδυάζονται και αποσταθεροποιούν τις διεθνείς σχέσεις. 

Τα καρτέλ και οι διεθνείς μονοπωλιακοί συνασπισμοί συμπράττουν μέσα από τον ελεύθερο παγκόσμιο ανταγωνισμό. Τα μονοπώλια έχουν μετατραπεί σε υπερεθνικές εταιρίες με διαφοροποιημένη βιομηχανική, εμπορική και οικονομική δραστηριότητα σε τέτοιο σημείο που 147 πολυεθνικές εταιρίες κατέχουν το 40% της οικονομικής αξίας όλων των πολυεθνικών εταιριών παγκόσμια. Αν κρατούν εθνική βάση, εμπλέκονται σε αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις παγκοσμίως.

Η παρασιτική ανάπτυξη του χρηματιστικού κεφαλαίου έχει οδηγήσει σε ένα υπολογίσιμο ποσοστό κερδοσκοπικού κεφαλαίου και σε μια πτώση των παραγωγικών επενδύσεων.

Η οικονομία του χρέους και το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι καθαροί εισαγωγείς κεφαλαίου (μαζί με άλλες παλαιές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε ποικίλο βαθμό) εκφράζουν την παρασιτική φύση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η εισαγωγή κεφαλαίου είναι ένας τρόπος να παροχετεύεται ο πλούτος που παράγεται από την εργατική τάξη των αναπτυσσόμενων χώρων στις παλαιές ιμπεριαλιστικές χώρες.

Γινόμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς συγκέντρωσης πλούτου. Μέσω του δημόσιου χρέους, ένα τραπεζικό ολιγοπώλιο που ελέγχει τα χρηματοπιστωτικά μέσα έχει βάλει τα κράτη κάτω από τον έλεγχό του.

Ένα νέος καταμερισμός εργασίας εκτυλίσσεται μέσω της οικονομικής ανάπτυξης των πρώην αποικιακών ή υποτελών χωρών, ιδιαίτερα των αναδυόμενων –μια παγκοσμιοποίηση και όχι απλώς μια διεθνοποίηση της παραγωγής, “μια ολοκληρωμένη παγκόσμια οικονομία” με τα λόγια του Michel Husson.

Το γεωγραφικό μοίρασμα του κόσμου που αμφισβητήθηκε από τους δύο παγκόσμιους πολέμους και το κύμα των εθνικών απελευθερωτικών κινημάτων αντικαταστάθηκε από τον ελεύθερο διεθνή ανταγωνισμό που διαμορφώθηκε από τις πολυεθνικές εταιρίες. Η μοιρασιά του κόσμου έχει αντικατασταθεί από έναν αγώνα για τον έλεγχο των διαδρομών του εμπορίου, των τόπων παραγωγής, των αποθεμάτων ενέργειας... Με τα λόγια του Harvey, η καπιταλιστική λογική και ο εδαφικός έλεγχος συνδυάζονται με νέους τρόπους.

Η αυξανόμενη αστάθεια του κόσμου που είναι αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης οδηγεί στην άνοδο του μιλιταρισμού, σε αυξανόμενες εντάσεις που έχουν υποχρεώσει τις ΗΠΑ να ανακατανείμουν τις δυνάμεις τους, ενώ αναζητούν την υποστήριξη και την εμπλοκή των παλαιών δυνάμεων, της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και των αναδυόμενων χώρων, για να διατηρήσουν την παγκόσμια τάξη. Αυτή η πολιτική είναι μια αποτυχία που έχει οδηγήσει σε αυξανόμενη αστάθεια και στην ανάπτυξη του θρησκευτικού και τρομοκρατικού φονταμενταλισμού, ένας παράγοντας μόνιμης αστάθειας.

6) Την ίδια ώρα που ο παγκόσμιος καπιταλισμός φτάνει στα όρια του πλανήτη, προκαλεί μια πρωτοφανή παγκόσμια οικολογική κρίση, που θέτει το ερώτημα του μέλλοντος της ανθρωπότητας. Η λογική του κέρδους οδηγεί σε μια παγκόσμια οργάνωση παραγωγής που παραβλέπει εντελώς τους ανθρώπους και την οικολογική ισορροπία.

Ο συνδυασμός της οικολογικής και της κλιματικής κρίσης με την οικονομική και την κοινωνική κρίση αντιπροσωπεύει πρωτοφανείς προκλήσεις για την ανθρωπότητα. Δεν ξεπερνιέται χωρίς το τέλος του καπιταλισμού, ούτε στην κλίμακα μιας χώρας, χωρίς δημοκρατικό σχεδιασμό που να βασίζεται στην παγκόσμια συνεργασία σύμφωνα με τις κοινωνικές και οικολογικές ανάγκες.

Αυτή η κρίση ενθαρρύνει την διεθνιστική συνείδηση, όχι μόνο με την έννοια ότι “η πατρίδα μας είναι η ανθρωπότητα” αλλά επίσης με την έννοια ότι, τοπικά και παγκόσμια, ο αγώνας εναντίον των απειλών που θέτουν τον πλανήτη σε κίνδυνο είναι ένας αγώνας που υπερβαίνει τα σύνορα. Ένας αγώνας που είναι μέρος της πάλης για τον σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τον κοινωνικό και πολιτικό ταξικό αγώνα.

Το οικολογικό ζήτημα και το κοινωνικό ζήτημα συνδέονται, δεν υπάρχει απάντηση στο πρώτο χωρίς να απαντηθεί το δεύτερο.

7) Η τραγωδία των μεταναστών δείχνει με συγκλονιστικό τρόπο τα αποτελέσματα της διαδικασίας της κοινωνικής αποσύνθεσης που προκαλείται από τους πολέμους, τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, τον έλεγχο των πολυεθνικών εταιριών, την απώλεια της γης και την καταστροφή μεγάλων τμημάτων αγροτιάς, την άνοδο των φονταμενταλιστικών αντιδραστικών δυνάμεων μαζί με την οικολογική και την κλιματική κρίση.

Αυτές οι διαδικασίες φτάνουν σε ακραίο και μη αναστρέψιμο βαθμό, τέτοιον που δεν έχουμε ξαναδεί από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τρέφονται από την αστάθεια που δημιουργεί η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, από την μόνιμη κατάσταση πολέμου ως μέσου απάντησης στην συνεχιζόμενη αστάθεια στην οποία έχει βυθιστεί η Μέση Ανατολή και ένα μεγάλο κομμάτι της Αφρικής. Επίσης τρέφονται από τον ακραίο ανταγωνισμό μεταξύ των παλαιών μεγάλων δυνάμεων και των νέων, μεταξύ τοπικών δυνάμεων, όπως στην Μέση Ανατολή, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία. Όπως επίσης από τον κοινωνικό πόλεμο που διεξάγουν μεγάλες οικονομικές ομάδες και τα κράτη τους εναντίον των εργατών και των λαών. Το επίκεντρο της κρίσης στην Ευρώπη φανερώνει την αποτυχία της οικοδόμησης μιας καπιταλιστικής Ευρώπης.

Αντιμετωπίζουμε μια σοβαρή ανθρωπιστική κρίση. Η απάντησή μας πρέπει να λαμβάνει υπ'όψιν τα κινήματα αλληλεγγύης που υπάρχουν ιδίως στην Ευρώπη. Αν και η πολιτική μας δεν μπορεί να περιοριστεί στην ανθρωπιστική βοήθεια, αυτή είναι εντούτοις μέρος των δράσεών μας ιδιαίτερα στα εργατικά σωματεία ή στις εργατικές οργανώσεις.

Οι μετανάστες είναι τμήμα του προλεταριάτου της Ευρώπης, των ΗΠΑ και αλλού.

Αυτή η κρίση δημιουργεί όλο και περισσότερο φόβο και ξενοφοβική απόρριψη και έχει αντίκτυπο σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Μπορεί όμως να είναι και στοιχείο επαναστατικής ζύμωσης με την έννοια ότι η διεθνής αλληλεγγύη είναι η μόνη απάντηση σε αυτούς που προωθούν τον πόλεμο και την αστυνομική καταστολή για να αναχαιτίσουν την δραματική αστάθεια που προκαλούν οι πολιτικές τους.

8) Η διευρυμένη χρηματιστηριακή οικονομική συσσώρευση, βασισμένη στην ραγδαία ανάπτυξη της πίστωσης και του χρέους, έχει φτάσει σε τέτοια όρια που οδηγεί, με τα λόγια του Harvey, στην ανάπτυξη της “συσσώρευσης μέσω αποστέρησης”. Ανίκανος να αναπτύξει την οικονομία για να αυξήσει τη μάζα της υπεραξίας που χρειάζεται για να ταΐσει τις ορέξεις του κεφαλαίου, ο καπιταλισμός βρίσκει διέξοδο από τις δυσκολίες συσσώρευσης με μια διπλή επίθεση εναντίον των εργατών και των λαών για να επιβάλει μια αυξανόμενα άνιση κατανομή πλούτου.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα έναν σκληρό αγώνα για τον έλεγχο των εδαφών, των πηγών ενέργειας, των πρώτων υλών και των εμπορικών διαδρομών. Ο ελεύθερος παγκόσμιος ανταγωνισμός μετατρέπεται σε έναν αγώνα για τον έλεγχο του πλούτου, τον ανασχηματισμό του κόσμου, αλλά με συσχετισμούς δύναμης που είναι ριζικά διαφορετικοί από εκείνους του τέλους του δεκάτου ένατου και της αρχής του εικοστού αιώνα.

Η ανάπτυξη της κρίσης από το 2007-2008 έχει επιδεινώσει τις εντάσεις.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν την ηγεμονία τους σε άλλες δυνάμεις και έθνη. Οι ΗΠΑ είναι υποχρεωμένες να προσαρμοστούν σε νέους συσχετισμούς δύναμης για να διατηρήσουν τόσο την δική τους ηγεμονία όσο και την παγκόσμια τάξη. Τα δύο συνδέονται. Η ηγεμονία των ΗΠΑ εξαρτάται από την ικανότητά τους να διατηρήσουν την παγκόσμια τάξη, την “παγκόσμια διακυβέρνηση”, για να έχει αξιοπιστία ο ισχυρισμός τους ότι ενεργούν για το γενικό καλό.

Σήμερα, όμως, δεν είναι πλέον σε θέση να το κάνουν αυτό. Καμία δύναμη δεν μπορεί. Εξ ου η άνοδος των εντάσεων και ο μιλιταρισμός. Η ανάδυση νέων δυνάμεων με ιμπεριαλιστικές βλέψεις ή τοπικών δυνάμεων που υπερασπίζονται τα δικά τους συμφέροντα όλο και περισσότερο υπονομεύει την ικανότητα ηγεσίας της Αμερικής και κάνει την διεθνή κατάσταση πιο χαοτική. Η απάντηση των ΗΠΑ είναι η πολιτική του Trump “Κάντε την Αμερική σπουδαία πάλι”, για να επιβεβαιώσουν την οικονομική και στρατιωτική υπεροχή τους μέσω του εμπορικού πολέμου, τον προστατευτισμό και τον μιλιταρισμό.

Πόσο μακριά μπορούν να πάνε οι εντάσεις και οι ανισορροπίες; Μακροπρόθεσμα, τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί. Χρειάζεται να κατανοήσουμε την πιθανή εξέλιξη της παγκόσμιας κατάστασης για να σχηματίσουμε μια εικόνα της λύσης στην κρίση στην οποία μας τραβάνε οι άρχουσες τάξεις. Δεν υπάρχει λόγος να αποκλείσουμε το χειρότερο σενάριο, μια παγκοσμιοποίηση τοπικών συγκρούσεων ή μια γενική σύρραξη, ένα νέο παγκόσμιο, ή μάλλον παγκοσμιοποιημένο, πόλεμο.

Η εξέλιξη του πολέμου στη Συρία είναι άλλο ένα παράδειγμα αυτού, όπως ήταν και ο πόλεμος στην Ουκρανία.

Το κύριο ζήτημα είναι η φύση και οι πιθανές εξελίξεις των σχέσεων Κίνα – ΗΠΑ. Μια πιο επιθετική ιμπεριαλιστική πολιτική της Κίνας θα μπορούσε να προκύψει από τις διεθνείς της αντιφάσεις, από την ανικανότητα των κινεζικών αρχουσών τάξεων να χειριστούν κοινωνικά ζητήματα, και να διατηρήσουν την κοινωνική τάξη πραγμάτων χωρίς να παρέχουν διέξοδο για την κοινωνική δυσαρέσκεια. Δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο ακόμα, αλλά τίποτα δεν μας επιτρέπει να αποκλείσουμε την πιθανότητα η έκβαση να είναι ένας πόλεμος για την παγκόσμια ηγεμονία.

Η απάντηση εξαρτάται από την ικανότητα του προλεταριάτου και των λαών να παρέμβουν άμεσα για να αποτρέψουν να συμβούν τα χειρότερα. Το ζήτημα δεν είναι η πρόβλεψη, αλλά να βασίσουμε τη δική μας στρατηγική στην κατανόηση της ανάπτυξης των ταξικών και διεθνών σχέσεων.

Οι άρχουσες τάξεις και χώρες αντιμετωπίζουν μια κρίση ηγεμονίας που ανοίγει μια  περίοδο επαναστατικού μετασχηματισμούς. Δημιουργεί τις συνθήκες για τη γέννηση ενός άλλου κόσμου.

Η άνοδος μιας ισχυρής διεθνούς εργατικής τάξης

9) Η παγκόσμια εργατική τάξη γνωρίζει μια σημαντική ανάπτυξη μέσω μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς εργασίας, όπου οι μισθωτοί ανταγωνίζονται μεταξύ τους πλανητικά, υποσκάπτοντας τα κεκτημένα της “εργατικής αριστοκρατίας” στις παλαιές ιμπεριαλιστικές χώρες και υπονομεύοντας την υλική βάση του ρεφορμισμού του τελευταίου αιώνα.

Η εργατική τάξη είναι περισσότερο πολυπληθής από ποτέ: στη Νότια Κορέα μόνο, υπάρχουν περισσότεροι μισθωτοί από ό,τι ήταν σε όλον τον κόσμο την εποχή του Μαρξ. Η εργατική τάξη αποτελεί ανάμεσα στο 80 και 90% του πληθυσμού στις πιο βιομηχανοποιημένες χώρες και σχεδόν το μισό του πληθυσμού του κόσμου. Γενικά, ο αριθμός των βιομηχανικών εργατών αυξήθηκε από 490 εκατομμύρια το 1991 σε 715 εκατομμύρια το 2012 (τα στοιχεία είναι από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας). Ο ρυθμός ανάπτυξης της βιομηχανίας ήταν ακόμα υψηλότερος από αυτόν των υπηρεσιών ανάμεσα στο 2004 και το 2012! Δεν είναι ο βιομηχανικός τομέας που έχει μειωθεί, αλλά ο αγροτικός τομέας του οποίου η συνολική εργατική δύναμη έχει πέσει από το 44% στο 32%. Αν η βιομηχανική εργατική τάξη έχει συρρικνωθεί στις παλαιές καπιταλιστικές χώρες, ο ρόλος της στον ταξικό αγώνα παραμένει πρωταρχικός. Η προλεταριοποίηση των υπηρεσιών έχει δημιουργήσει νέους τομείς μισθωτών στις παλαιές καπιταλιστικές χώρες, που βρήκαν το δρόμο του αγώνα, όπως οι εργάτες στην καθαριότητα ή στο λιανικό εμπόριο, και στις εταιρίες ταχυφαγίας, με το κίνημα “Fight for 15” στις Ηνωμένες Πολιτείες.

10) Δεν αληθεύει ότι η ανάπτυξη της επισφάλειας καθιστά την εργατική τάξη ανίκανη να διεξάγει σημαντικούς αγώνες και να παίξει τον επαναστατικό της ρόλο. Στο παρελθόν, σε μια εποχή που οι συνθήκες των εργατών ήταν πολύ λιγότερο ασφαλείς, και με την απουσία μεγάλων βιομηχανιών, οι εργάτες του Παρισιού μπόρεσαν να κάνουν “έφοδο στον ουρανό” κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας... και σήμερα, οι εργάτες βρίσκουν τρόπο να αντεπιτεθούν παρά τα εμπόδια που δημιουργούνται από την καπιταλιστική επίθεση. Η μεγαλύτερη απεργία στη Γαλλία σε μερικές δεκαετίες, με όρους αριθμών και διάρκειας, ήταν η απεργία του 2009-2010 των εργατών χωρίς χαρτιά. Η απεργία εκείνη κινητοποίησε 6.000 απεργούς, συμπεριλαμβανομένων και 1.500 ενοικιαζόμενων εργατών, που οργανώθηκαν σε μια απεργιακή επιτροπή, για μια περίοδο δέκα μηνών. Με την αναδιοργάνωση της βιομηχανίας παγκόσμια, η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση έχει δημιουργήσει νέες εργατικές τάξεις στις χώρες του νότου, η δύναμη των οποίων φάνηκε πρόσφατα με το κύμα απεργιών στην Κίνα από το 2010, τις μαζικές απεργίες στην Προύσσα της Τουρκίας το 2015, τον σχηματισμό σημαντικών εργατικών σωματείων στην Ινδονησία, τον ρόλο του κινήματος των εργατικών σωματείων και τις μαζικές απεργίες για παραίτηση του Πρωθυπουργού της Νότιας Κορέας στο τέλος του 2016.

Ποτέ δεν είχε η εργατική τάξη του κόσμου τέτοια ισχύ, τέτοια που να την καθιστά την τάξη που είναι σε θέση να συσπειρώσει όλους τους καταπιεσμένους, για να επιβάλει το τέλος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Είναι απαραίτητο να συνεισφέρουμε στην πολιτική της οργάνωση στη βάση της ταξικής ανεξαρτησίας και να αναπτύξουμε μια συστηματική πολιτική παρέμβαση σε σχέση με αυτό. Πρέπει να κάνουμε βασική μας προτεραιότητα το καθήκον της επανοικοδόμησης ή της οικοδόμησης μιας ταξικής συνείδησης.

11)“Το προλεταριάτο περνά από διάφορα στάδια ανάπτυξης. Η πάλη του κατά της αστικής τάξης αρχίζει από την ίδια του την ύπαρξη” έγραφε ο Marx στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο περιγράφοντας την ακατάπαυστη μάχη του προλεταριάτου για να οργανωθεί “σε τάξη, και, συνεπώς σε πολιτικό κόμμα”. Σήμερα αυτή η μάχη εκτυλίσσεται σε διεθνή κλίμακα και η δράση του προλεταριάτου είναι αισθητή σε ολόκληρη την κοινωνία ακόμα και αν τα παλαιά του κόμματα έχουν καταρρεύσει ή ενσωματωθεί στην αστική τάξη και ακόμα και αν τα εργατικά σωματεία είναι κολλημένα στην ταξική συνεργασία. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών σε παγκόσμια κλίμακα υπονομεύει τα κοινωνικά αγαθά που απολαμβάνουν οι εργάτες στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, στα οποία βασίζονται η αστική τάξη και τα κράτη για να φτάσουν σε μια συναίνεση στη βάση της πολιτικής τους και να διατηρήσουν την ταξική συνεργασία. Αυτή η εποχή έχει τελειώσει.

Σήμερα, η αστική τάξη και τα κράτη επιδιώκουν να εμπλέξουν το προλεταριάτο στον οικονομικό και εμπορικό πόλεμό τους στο όνομα του προστατευτισμού και του εθνικισμού, του εθνικού φιλελευθερισμού.

Το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε άμυνα άλλα διεξάγει μια μακρόχρονη και βαθειά διαδικασία αναδιοργάνωσης . Εμείς θέλουμε να βοηθήσουμε και να συνεισφέρουμε στην οργάνωσή του ως τάξη, “δηλαδή ως κόμμα¨.

Καθορίζοντας μια επαναστατική στρατηγική

12) Τα στρατηγικά ζητήματα πρέπει να θεωρηθούν υπό ένα νέο φως σε μια εποχή όπου το προλεταριάτο είναι στόχος μιας παγκόσμιας και αντιδραστικής επίθεσης, ενώ τα πολιτικά κόμματα που γεννήθηκαν από το εργατικό κίνημα και τα εθνικιστικά ρεύματα που ηγήθηκαν των αντιαποικιοκρατικών επαναστάσεων έχουν καταρρεύσει.

Η εξέλιξη του καπιταλισμού έχει διάφορες επιπτώσεις σε όρους επαναστατικής στρατηγικής. Θα προσπαθήσουμε να συνοψίσουμε τις κύριες τάσεις αυτής της εξέλιξης.

Τείνει να υπονομεύει την υλική βάση του ρεφορμισμού επειδή περιορίζει τα ιμπεριαλιστικά υπερκέρδη, τα οποία ήταν κάποτε η συγκολλητική ουσία της ταξικής συνεργασίας σε μια εποχή που είμαστε μάρτυρες μιας σημαντικής συγκέντρωσης πλούτου, αυξανόμενων ανισοτήτων και εξαθλίωσης. Η δικτατορία του κεφαλαίου δεν αφήνει κανένα περιθώριο στα κράτη ή στους πολιτικούς που την υπηρετούν ή που θα ήθελαν να την αμφισβητήσουν παραμένοντας εντός του συστήματος. Η τραγωδία της Ελλάδας και η συνθηκολόγηση του Τσίπρα καταδεικνύουν αυτό το γεγονός.

Δίνει στο διεθνισμό μια συγκεκριμένη έκφραση ριζωμένη στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων προλεταρίων. Κοινωνικά και διεθνή ζητήματα γίνονται αντιληπτά ως πολύ περισσότερο αλληλεξαρτώμενα απ’ό,τι στο παρελθόν. Η αυξανόμενη αστάθεια των διεθνών σχέσεων είναι αποτέλεσμα τόσο εσωτερικών εντάσεων όσο και του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων ή μεταξύ μεγάλων και περιφερειακών. Μια αστάθεια που ανοίγει νέες δυνατότητες για την παρέμβαση των μαζών που υφίστανται την εκμετάλλευση.

Η νεοφιλελεύθερη και ιμπεριαλιστική επίθεση έχει εντελώς αλλάξει τις παλιές πολιτικές σχέσεις ακόμη και στις παλαιότερες και πλέον σταθερές χώρες της καπιταλιστικής Ευρώπης. Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές το έχουν καταδείξει περαιτέρω. Τα κόμματα όπως και οι θεσμοί είναι πλήρως κάτω από τον έλεγχο του κεφαλαίου, χωρίς καμία ανεξαρτησία ή χώρο για οποιουσδήποτε ελιγμούς. Ο παλιός κοινοβουλευτικός διαχωρισμός αριστεράς-δεξιάς είναι κενός από κάθε περιεχόμενο.

Ο μόνος επίκαιρος διαχωρισμός είναι ταξικός, η ασυμφιλίωτη αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη, μεταξύ των τάξεων που υφίστανται εκμετάλλευση και της τάξης των καπιταλιστών.

Η πάλη κατά της ανόδου αντιδραστικών, εθνικιστικών, νεοφασιστικών ή θρησκευτικών φονταμενταλιστικών δυνάμεων που γεννιούνται από την κοινωνική αποσύνθεση που παρήγαγαν οι πολιτικές των καπιταλιστικών τάξεων είναι πλέον το κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Η λύση βρίσκεται σε μια ταξική πολιτική για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

13) Η τρομοκρατία και ο τζιχαντισμός, οι πιο ριζοσπαστικές μορφές θρησκευτικού φονταμενταλισμού, πηγάζουν μεν από τις πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων, αλλά είναι υπό την πιο ευρεία έννοια τέκνο των φιλελεύθερων πολιτικών που γεννούν φτώχεια και οξύνουν την ανισότητα όσο ποτέ άλλοτε.

Στις πλούσιες χώρες, θα ήταν λάθος να ιεραρχήσουμε σε προτεραιότητα τις απειλές. Η απειλή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού τρέφει την απειλή του νεοφασισμού στις δυτικές κοινωνίες. Και οι δύο είναι εχθροί της δημοκρατίας και της ελευθερίας, εχθροί των εργατών και λαών στους οποίους θα ήθελαν να κυριαρχήσουν.

Η πάλη κατά της ανόδου των αντιδραστικών, δεξιών, φασιστικών και θρησκευτικών φονταμενταλιστικών δυνάμεων απαιτεί μια παγκόσμια πάλη κατά της κοινωνικής και πολιτικής αποσύνθεσης που γεννά η πολιτική της καπιταλιστικής τάξης.

Μια τέτοια κατάσταση, όπου εθνικά και διεθνή προβλήματα, κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα είναι αλληλένδετα μ’ ένα σύνθετο τρόπο, καθιστά μανιχεϊστικές, καμπιστικές ή ηθικολογικές στάσεις ανεπαρκείς, αν όχι επικίνδυνες. Παλεύουμε ενάντια σ’ οτιδήποτε μπορεί ή θα μπορούσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, να μας παγιδέψει σε μια σύγκρουση πολιτισμών, σε ένα κοινοτισμό. Καθορίζουμε και αναπτύσσουμε την πολιτική μας έχοντας υπόψη τα συμφέροντα της διεθνούς εργατικής τάξης, μια πολιτική συνεργασίας της τάξης ικανής να δώσει ουσία στις δημοκρατικές προσδοκίες, την αλληλεγγύη των λαϊκών τάξεων απέναντι σε κάθε μορφή ρατσισμού.

Η προσέγγισή μας στοχεύει στην αποκάλυψη των σκοπών που επιδιώκουν οι μεγάλες δυνάμεις, της σχέσης μεταξύ του ταξικού πολέμου και του πολέμου κατά των λαών που διεξάγουν οι διάφορες αστικές τάξης, μεταξύ του παγκόσμιου ανταγωνισμού και των διενέξεων μεταξύ δυνάμεων σε διεθνές έδαφος.

Αποκηρύσσουμε το λεγόμενο πόλεμο των δυτικών δυνάμεων κατά της τρομοκρατίας και του ριζοσπαστικού Ισλάμ, ο οποίος οδηγεί στον πόλεμο και ενθαρρύνει το θρησκευτικό φανατισμό που επιζητεί να υποτάξει τους πληθυσμούς.

Καταδικάζουμε αυτές τις δυνάμεις χωρίς περιστροφές και παλεύουμε εναντίον τους, είμαστε σε αλληλεγγύη προς τα προοδευτικά κινήματα που αντιτίθενται ή αντιστέκονται σ’ αυτές και ταυτόχρονα αποκηρύσσουν την προπαγάνδα των μεγάλων δυνάμεων που επικαλούνται μια νέα εκδοχή της “σύγκρουσης των πολιτισμών” για να δικαιώσουν την πολιτική τους. Αυτή η αλληλεγγύη δεν μπορεί να συγχέεται κατά κανένα τρόπο με την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων.

Η πάλη μας για ειρήνη, δημοκρατία, τα δικαιώματα των λαών είναι αδιαχώριστη από την πάλη για το σοσιαλισμό.

14) Σ’ αυτό το πλαίσιο ανόδου αντιδραστικών δυνάμεων ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, η γυναικεία πάλη για ισότητα των φύλων και για τα δικαιώματα των γυναικών είναι ιδιαίτερης σημασίας. Αντιπροσωπεύει ένα μείζονα επαναστατικό παράγοντα. Συμμετέχουμε πλήρως σ’ όλες τις πτυχές αυτής της πάλης είτε στο χώρο εργασίας είτε στον οικιακό χώρο είτε στην εκπαίδευση. Διατυπώνουμε τα δικά μας δημοκρατικά αιτήματα κατά της ανδρικής κυριαρχίας και της πατριαρχικής οικογένειας, συνεπακόλουθου της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία είναι μια μορφή καταπίεσης και κυριαρχίας επί των γυναικών και της νεολαίας όλο και περισσότερο σ’ αντίθεση με το μοντέρνο κόσμο και την κοινωνική πρόοδο.

Οι γυναίκες είναι τα πρώτα θύματα της εκμετάλλευσης καθώς και τα θύματα των ολέθριων συνεπειών της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Την ίδια ώρα, ολοένα και περισσότερες γυναίκες γίνονται μισθωτές εργαζόμενες. Η πάλη τους είναι ίδια με εκείνη όλων των καταπιεσμένων και υφιστάμενων την εκμετάλλευση ανθρώπων. Μακριά από το να διαιρούμε τους καταπιεσμένους, μακριά από το να αντιπαραθέτουμε την πάλη των γυναικών με την πάλη των ανδρών, κάνουμε καμπάνια ώστε το σύνολο του εργατικού κινήματος να κάνει τους γυναικείους αγώνες δικούς του, για την πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση των γυναικών. Οι δύο αγώνες είναι ένα και το ίδιο. Αν η γυναίκα είναι η προλετάρια του άνδρα στο σπίτι, τότε ο άνδρας δεν μπορεί να πάψει να είναι εκμεταλλευόμενος παρά μόνο όταν αντιμετωπίσει τη γυναίκα ως ίση.

Η πάλη για την ισότητα των φύλων είναι αδιαχώριστη από την πάλη κατά του φονταμενταλισμού και της προκατάληψης που προωθείται από τις θρησκείες και η οποία δικαιολογεί και υποστηρίζει την καθυπόταξη των γυναικών.

15) Η αλληλεγγύη μας προς τους λαούς δεν μπορεί να απευθύνεται στη λεγόμενη “διεθνή κοινότητα” ή στον ΟΗΕ, του οποίου ο ρόλος είναι να παρέχει μια δημοκρατική βιτρίνα στις πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων, ένας ρόλος που ολοένα και περισσότερο υποτιμάται. Δική μας θέση είναι η υπογράμμιση ξανά και ξανά της απαραίτητης αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών και των λαών. Είναι ο μόνος τρόπος να τερματίσουμε τις επιθετικές και μιλιταριστικές πολιτικές των μεγάλων δυνάμεων που χειραγωγούν τους λαούς και στρέφουν τον ένα ενάντια στον άλλο.

Το να είσαι διεθνιστής/τρια σημαίνει να παλεύεις για μια ανεξάρτητη πολιτική για την εργατική τάξη συνδυασμένη με την πάλη εναντίον της δικής σου αστικής τάξης.

16) Οι εμπειρίες και τα αποτελέσματα από τη στρατηγική της οικοδόμησης “πλατιών κομμάτων” χωρίς καθαρές προγραμματικές και στρατηγικές διαχωριστικές γραμμές μας οδηγούν στο να την αμφισβητήσουμε. Μια τέτοια στρατηγική βασίστηκε στην προοπτική μιας διαδικασίας ανασύνθεσης που θα μπορούσε να ενισχυθεί από την κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ και των ΚΚ. Ανεξάρτητα από την εκτίμηση που μπορούμε να έχουμε γι’ αυτή, δεν λαμβάνει πλέον υπόψη της τις νέες τάσεις της περιόδου.

Αυτή η εξέλιξη υπογραμμίζει την ιδέα ότι, για να απαλλαχθεί από την απεχθή κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, η εργατική τάξη χρειάζεται απολύτως να οργανωθεί και να αγωνιστεί κατά του καπιταλισμού και να στρατευτεί στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η εμπειρία τουλάχιστον ενάμιση αιώνα εργατικού κινήματος μάς διδάσκει ότι αυτή η πάλη απαιτεί ένα κόμμα ριζοσπαστικό και καλά οργανωμένο, που να προάγει τις αντιλήψεις του μαρξισμού, με λίγα λόγια ένα σοσιαλιστικό, επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα. Δεν υπάρχει κάποιος τρίτος δρόμος. Είτε οι εργάτες/τριες και η οργανωμένη νεολαία συνειδητοποιούν όχι μόνο τις απειλές που θέτει για την ανθρωπότητα η συνέχιση του καπιταλισμού αλλά και την αναγκαιότητα και δυνατότητα της εργατικής τάξης να κατακτήσει το δικαίωμα να αποφασίζει και να ελέγχει την πορεία της κοινωνίας, με μια λέξη, την εξουσία, είτε αλλιώς η κοινωνία θα πιαστεί στην παγίδα των διαφόρων αδιεξόδων του ρεφορμισμού που επανειλημμένα έχει ανοίξει το δρόμο στις αντιδραστικές δυνάμεις, στην άκρα δεξιά.

Ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί να ανακηρυχθεί. Διαμορφώνεται στους αγώνες και μπορεί να παίξει αποφασιστικό ρόλο μόνο όταν γίνει μαζικό κόμμα και διαθέτει τα πολιτικά και οργανωτικά μέσα να προωθήσει ένα συνεπή επαναστατικό προσανατολισμό, να οργανώσει μαζικούς αγώνες και να καθοδηγήσει ευρείς τομείς της εργατικής τάξης. Αν οι αγώνες και κινητοποιήσεις είναι οι αναγκαίες συνθήκες για την ανάπτυξη των επαναστατικών δυνάμεων, αυτή η εξέλιξη προϋποθέτει ένα οργανωμένο πυρήνα, ενωμένο σε μια κοινή συνείδηση βασισμένη στο μελλοντικό όραμα της ανθρώπινης κοινωνίας, σε μια μεταβατική προσέγγιση και πρόγραμμα.

Έχοντας επίγνωση ότι αυτό το μαζικό κόμμα δεν μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της γραμμικής ανάπτυξης οποιασδήποτε μικρής οργάνωσης, επιζητούμε να φέρουμε κοντά και να ενώσουμε επαναστατικές δυνάμεις, οργανώσεις και αγωνιστές/τριες που αγωνίζονται κατά του κεφαλαίου και της αστικής τάξης πραγμάτων, με σκοπό την κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος και το σοσιαλισμό. Γνωρίζουμε το αντίτιμο που πλήρωσαν οι τάξεις που υφίστανται την εκμετάλλευση εξαιτίας των ρεφορμιστικών ψευδαισθήσεων, τους κίνδυνους που αντιπροσωπεύουν οι διάφοροι μεταρρυθμιστικοί δρόμοι, συμπεριλαμβανομένης της σύγχρονης μορφής του αριστερού λαϊκισμού. Ξέρουμε ότι το προλεταριάτο έχει πάντα πληρώσει ακριβά τις εμπειρίες και τα αδιέξοδα του ρεφορμισμού. Συνεπώς, οι προσπάθειές μας για πολιτική και οργανωτική ανασύνθεση κατά κανένα τρόπο δεν μπορούν να επιτρέψουν κάποια παρανόηση: μια συνένωση επαναστατικών και ρεφορμιστικών δυνάμεων μπορούν σε τελευταία ανάλυση μόνο να εξασθενίσουν το πρόγραμμα και την παρέμβασή μας. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κεντρίστικες οργανώσεις, οι οποίες είναι επίσης ανίκανες να οικοδομήσουν ένα επαναστατικό κόμμα έτοιμο να καταλάβει την εξουσία. Αποτυγχάνοντας να αποκτήσουμε τη δύναμη και τη θέληση να προωθήσουμε μια επαναστατική προοπτική, προσαρμοζόμαστε σε εκλογικές πολιτικές διακινδυνεύοντας την επ’ αόριστον αναβολή του στόχου μας ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Πειράματα με τα λεγόμενα πλατιά κόμματα (δηλαδή που να συσπειρώνουν μαζί επαναστάτες και ρεφορμιστές) δεν έχουν πουθενά οδηγήσει στη δημιουργία ενός επαναστατικού κόμματος, ένα προαπαιτούμενο για την αποφασιστική πάλη της εργατικής τάξης. Το να είμαστε σαφείς σχετικά μ’ αυτό που θέλουμε είναι εκ των ων ουκ άνευ για την ανασυγκρότηση επαναστατικών δυνάμεων, την εκπαίδευση στελεχών, το να πείσουμε πρόσφατα πολιτικοποιημένες δυνάμεις και για τη σύγκλιση ευρύτερων δυνάμεων σε κοινά μέτωπα, σε νέες οργανώσεις και -τελικώς– σε ένα μαζικό επαναστατικό κόμμα.

Κινούμενοι/ες σε αυτή την κατεύθυνση σημαίνει ότι θα έπρεπε να ορίσουμε κεντρικά στοιχεία ενός μεταβατικού προγράμματος για τον 21ο αιώνα και την εξειδίκευσή του ανάλογα με τις διαφορετικές περιοχές του κόσμου, ιδιαίτερα στο επίπεδο της Ευρώπης, και μ’ αυτή την αφετηρία να ορίσουμε τις βάσεις και το πλαίσιο με τα οποία συνδυάζουμε πολιτικές οικοδόμησης και πρωτοβουλίες για ανασύνθεση αντικαπιταλιστών/τριών και επαναστατών/τριων.

Είναι μια πολιτική και προγραμματική εργασία που μπορεί να γίνει μόνο συλλογικά και απαιτεί χρόνο και ενέργεια αλλά είναι ένα αναντικατάστατο και αναπόφευκτο καθήκον.

17) Η μεγάλη παγκόσμια μετατόπιση δεν είναι μια απλή ρητορική φόρμουλα. Έχει προκύψει με αίμα και δάκρυα και μας αναγκάζει να ξανασκεφτούμε τα πάντα. Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στην ανάδυση ενός επαναστατικού κινήματος σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο; Το ερώτημα τίθεται ξανά με νέους όρους.

Πρέπει να προωθήσουμε μια στρατηγική ανασυγκρότησης των αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων στη βάση ενός προγράμματος επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, ριζωμένου στις βασικές διεκδικήσεις εκείνων που υφίστανται την εκμετάλλευση, την εγγύηση αξιοπρεπών μισθών και συντάξεων, τον τερματισμό της ανεργίας με το μοίρασμα του χρόνου εργασίας μεταξύ όλων, την υπεράσπιση των δημοσίων υπηρεσιών, που θέτει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας για να ακυρωθεί το χρέος, της δημιουργίας ενός δημόσιου τραπεζικού μονοπωλίου και την κοινωνικοποίηση των μεγάλων βιομηχανικών και εμπορικών ομίλων.

Αυτή η στρατηγική και αυτό το πρόγραμμα πρέπει να προσαρμοστούν σε κάθε κατάσταση και χώρα, να οργανωθούν γύρω από μια μεταβατική προσέγγιση που θέτει το ζήτημα της εργατικής και λαϊκής εξουσίας, της εξουσίας του 99% του πληθυσμού, της κατάργησης του χρέους και της εξασφάλισης ότι τράπεζες και πολυεθνικές δεν θα μπορούν πλέον να κάνουν άλλο κακό.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε στις ήττες και τις υποχωρήσεις του παρελθόντος καθώς και στις σημερινές αντατροπές, τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να συμβάλλουν στον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, να βοηθήσουν την ανεξάρτητη οργάνωση της εργατικής τάξης, να επιτρέψουν την έκφραση των κοινωνικών, δημοκρατικών και οικολογικών διεκδικήσεων των άλλων κοινωνικών τάξεων, ολόκληρης της κοινωνίας.

Απαντώντας στους ολέθρους της παγκοσμιοποίησης, αντιδραστικές δυνάμεις εκμεταλλεύονται την απόγνωση και το φόβο των εργατικών τάξεων για να αναπτύξουν την ξενοφοβική και εθνικιστική προπαγάνδα τους. Αντιθέτως, εμείς πρέπει να ενοποιήσουμε την εργατική τάξη ενάντια στον καπιταλισμό και τους θεσμούς του.

Εργαζόμαστε για την ενότητα των τάξεων που υφίστανται εκμετάλλευση, των οργανώσεών τους, στη βάση της ταξικής ανεξαρτησίας.

Έχουμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουμε. Η κατάρρευση των παλαιών κομμάτων που γεννήθηκαν από τους αγώνες του εργατικού κινήματος σπέρνει απογοήτευση, αποπροσανατολισμό και αποδιοργάνωση την ώρα που οι αστοί και οι αντιδραστικές δυνάμεις βρίσκονται στην επίθεση. Πιστεύουμε όμως ότι σε αυτό το πλαίσιο κατακερματισμού των αντικαπιταλιστικών και επαναστατικών δυνάμεων η 4η Διεθνής έχει ένα σημαντικό ρόλο να παίξει.

Οικοδομώντας μια νέα Διεθνή, συσπειρώνοντας αντικαπιταλιστές/τριες και επαναστάτες/τριες

18) Η Τέταρτη Διεθνής, όπως όλες οι άλλες διεθνείς ομαδοποιήσεις δεν μπορεί να διεκδικήσει να εκπροσωπήσει από μόνη της το μέλλον του επαναστατικού κινήματος. Πρέπει να πασχίσει να οικοδομήσει άλλες ανασυνθέσεις προκειμένου να ανοίξει το δρόμο για μια νέα επαναστατική Διεθνή.

Το μέλλον εξαρτάται από εκείνους/ες που θέλουν να συγκεντρώσουν επαναστατικές δυνάμεις στο ίδιο κίνημα σε ρήξη με τις σεκταριστικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές του παρελθόντος που έχουν διαιρέσει το επαναστατικό κίνημα.

Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, η μεγάλη αστάθεια στον κόσμο ανοίγει δυνατότητες που το αντικαπιταλιστικό και επαναστατικό κίνημα πρέπει να αδράξει.

Δεν μπορούμε μόνοι εμείς να ενσαρκώσουμε τον επαναστατικό διεθνισμό. Πρέπει να φέρουμε κοντά επαναστάτες και επαναστάτριες από διαφορετικές παραδόσεις, στη βάση μιας κοινής κατανόησης της κατάστασης και των καθηκόντων.

Για να βοηθήσουμε στη συγκέντρωση των δυνάμεων που ισχυρίζονται ότι είναι επαναστατικές μαρξιστικές, χρειαζόμαστε να δουλέψουμε για την ανάπτυξη των στρατηγικών και προγραμματικών απαντήσεων για το κίνημα ως σύνολο, να βάλουμε στην ατζέντα τη συζήτηση για ένα σοσιαλιστικό, ένα επαναστατικό κομμουνιστικό πρόγραμμα.

Πέρα από την ποικιλία των τακτικών που υιοθετούν οι επαναστάτες και οι επαναστάτριες στην οικοδόμηση του κόμματός τους ανάλογα με τη χώρα και τις συνθήκες, η οικοδόμηση επαναστατικών κομμάτων, κομμάτων για την κατάκτηση της εξουσίας, το σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, παραμένει ο στρατηγικός μας στόχος.

Yvan - Jakob

13/04/2017

 

Η γραμμή για την Ελλάδα χωρίς πρίσμα και χωρίς παραλήψεις

του Leon C., μέλους της Διεθνούς Επιτροπής, Γαλλία

 

Το κείμενο του Μάνου (“Ελλάδα, μια ιστορία χωρίς το παραμορφωτικό πρίσμα του ΣΥΡΙΖΑ”) ακολουθεί μια σαφή θέση:

Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ θα απεικόνιζε το αδιέξοδο των “πλατιών κομμάτων”, των “κυβερνήσεων κατά της λιτότητας” και την αποτυχία των κινημάτων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που κατηγορούνται ότι υποστήριξαν τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως θα το είχε κάνει και η ηγεσία της 4ης Διεθνούς.

Το πλεονέκτημα του κειμένου του είναι ότι ασχολείται άμεσα με τη συζήτηση που υπήρξε μέσα στην επαναστατική αριστερά για την Ελλάδα και ότι υποστηρίζει τις κατευθύνσεις της ΟΚΔΕ Σπάρτακος επιτιθέμενος στην ηγεσία της 4ης χωρίς να πέφτει στις γελοιογραφίες συζήτησης που έχουμε δει αλλού. Αυτό επιτρέπει, έτσι, μια συγκεκριμένη συζήτηση, χωρίς να χρειάζεται να επιτεθεί κανείς ενάντια σε μια ολόκληρη σειρά από λαθεμένες πληροφορίες και συκοφαντίες. Αλλά ταυτόχρονα ο Μάνος ανακατεύει μαζί ατομικές και συλλογικές θέσεις καθώς και θέσεις διάφορων ρευμάτων με τις θέσεις της 4ης.

Από τη μεριά μας, θα συζητήσουμε μόνο για αυτό που μας αφορά, δηλαδή για τους προσανατολισμούς που επεξεργαστήκαμε μέσα στα όργανα της 4ης και για τα κείμενα και τις αποφάσεις των οργάνων που δημοσιεύτηκαν, ιδιαίτερα από την Άνοιξη του 2012 και, κυρίως από το Γενάρη ώς το Σεπτέμβρη του 2015, δηλαδή από την εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ ώς την επαύριο της αποδοχής του 3ου μνημονίου από τον Τσίπρα.

Εμείς ακολουθήσαμε μια πολιτική γραμμή, όχι ελπίδες, φόβους ή απογοητεύσεις, μια γραμμή που συμμερίζονταν η μεγάλη πλειονότητα των τμημάτων της 4ης. Είχαμε πολλές διαφωνίες με τους συντρόφους της ΟΚΔΕ από την αρχή της εμπειρίας αυτής, συμμεριζόμενοι παρόλα αυτά και πολλές κοινές αναλύσεις:

Θα προσπαθήσουμε να πάρουμε με τη σειρά τα διάφορα ζητήματα, ξαναπιάνοντας τα ίδια ερωτήματα που θέτει ο Μάνος:

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα το 2012, έκφραση της ανόδου του μαζικού κινήματος;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το προϊόν της συσπείρωσης του Συνασπισμού (ευρωκομμουνιστική οργάνωση, που προήλθε από διαδοχικές διασπάσεις του κομμουνιστικού κινήματος) και ομάδων της άκρας αριστεράς. Ακόμα και αν η μεγάλη πλειοψηφία του συνδικαλιστικού κινήματος οργανωνόταν, το 2012, από το ΠΑΣΟΚ, τη δεξιά και το ΚΚΕ, με το ΠΑΜΕ, ο Μάνος αφήνει να εννοηθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν το 2012 παρά μόνο ένα εκλογικό κέλυφος, χωρίς καμία σύνδεση με το μαζικό κίνημα. Ο καθένας ξέρει ότι στη δεκαετία του 2000, ο ΣΥΡΙΖΑ διέθετε κάποιο ρίζωμα στο συνδικαλιστικό κίνημα (ιδιαίτερα στους καθηγητές) και με συνδικαλιστικά στελέχη που προήλθαν από το ΚΚΕ, ρίζωμα πιο μικρό από της σοσιαλδημοκρατίας, των σταλινικών και της δεξιάς, αλλά συγκρίσιμο με της άκρας αριστεράς. Και, κυρίως, ο ΣΥΡΙΖΑ αναπτύχθηκε στη νεολαία, όπως όλη η ριζοσπαστική αριστερά, με την άνοδο του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε, το 2013, 30.000 μέλη και, ακόμα και αν τα κριτήρια αυτών είναι διαφορετικά από της άκρας αριστεράς, κατά μέσον όρο, δεν μπορούμε να πούμε, όπως το λέει ο Μάνος, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ “ποτέ δεν είχε οργανική σχέση με το κίνημα”, γιατί από την άποψη των αγωνιστικών δυνάμεων στους χώρους, η παρουσία του ήταν τουλάχιστον ισοβαρής με των 3.000 αγωνιστών που διεκδικεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμείς ποτέ δεν είπαμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν “η οργάνωση του μαζικού κινήματος”. Αντίστροφα, όμως, ναι, από το 2012 ώς το 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η εκλογική έκφραση του μαζικού κινήματος των λαϊκών τάξεων, ενός κινήματος εναντίωσης στο μνημόνιο, εκλογική δύναμη που βασιζόταν γερά στις λαϊκές συνοικίες και περιοχές. Εάν αυτό επιτεύχθη το 2012, οφείλεται και στο ότι τα προηγούμενα χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτιζόταν από μαζική σκοπιά με τους αγώνες, τις συγκεντρώσεις, το κίνημα των αγανακτισμένων. Το εκλογικό του αποτέλεσμα του 2012, όταν πέρασε από το 4,6% στο 16,8%, μέσα σε 3 χρόνια, δεν έπεσε επομένως από τον ουρανό. Αντίστροφα, μοιάζει εντυπωσιακό να διαβάζει κανείς, αν ακολουθήσουμε αυτό που λέει ο Μάνος, ότι μηχανικά, η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η έκφραση της κούρασης, της επιβράδυνσης του κινήματος, ή και χειρότερα ότι η υποχώρηση του μαζικού κινήματος πριν την Άνοιξη του 2012 οφείλεται στον ΣΥΡΙΖΑ και στις πολιτικές του προτάσεις.

Τα κύματα γενικών απεργιών και κινημάτων ήταν αρκετά ισχυρά το 2011 και στις αρχές του 2012 για να υποχρεώσουν τα παραδοσιακά κόμματα να συνασπιστούν απέναντι στη λαϊκή εξέγερση και να αποφασίσουν πρόωρες εκλογές, για να αποκαταστήσουν τη νομιμοποίησή τους. Οι εκλογές του 2012 δεν ήταν ηθελημένες και η ελληνική αστική τάξη όπως και οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις ευχαρίστως θα τις είχαν αποφύγει.

Το διακύβευμα των εκλογών αυτών ήταν, επομένως, και ελληνικό και ευρωπαϊκό. Με αυτή την έννοια βγάλαμε μια ανακοίνωση, ανάμεσα στις δύο εκλογές, (“Το μέλλον των εργαζομένων στην Ευρώπη αποφασίζεται στην Ελλάδα”), την ώρα που η ευρωπαϊκή δεξιά και η σοσιαλδημοκρατία είχαν ξεσαλώσει υποστηρίζοντας τον Σαμαρά.

Λέγαμε εκεί:

“Η ελληνική ριζοσπαστική αριστερά, ιδιαίτερα ο ΣΥΡΙΖΑ, που κατέχει σήμερα μια κεντρική θέση, υποστηρίζει ένα επείγον πρόγραμμα σε 5 σημεία:

1. Κατάργηση των “μνημονίων” και όλων των μέτρων λιτότητας και αντιμεταρρυθμίσεων στην εργασία που καταστρέφουν τη χώρα.

2. Εθνικοποίηση των τραπεζών, που κατά πολύ πληρώθηκαν από τις δημόσιες ενισχύσεις.

3. Παύση πληρωμής του χρέους και έλεγχός του που θα επιτρέψει να καταγγελθεί και να καταργηθεί το αθέμιτο χρέος.

4. Κατάργηση της ασυλίας των υπουργών.

5. Αλλαγή του εκλογικού νόμου που επέτρεψε στο ΠΑΣΟΚ και στη Νέα Δημοκρατία να κυβερνούν σε βάρος του ελληνικού λαού και να οδηγήσουν τη χώρα στην κρίση.

Η 4η Διεθνής καλεί το σύνολο του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, όλους τους αγανακτισμένους, όλους όσους αναφέρονται στα ιδεώδη της αριστεράς, να υποστηρίξουν ένα τέτοιο επείγον πρόγραμμα”(1).

Ήμασταν πεπεισμένοι για τη σημασία που θα μπορούσε να έχει ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας στις επόμενες εκλογές για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη. Η άνοδος μιας τέτοιας κυβέρνησης θα μπορούσε να αυξήσει την αυτοπεποίθηση και να συμβάλει, με ορισμένες προϋποθέσεις, σε μια νέα άνοδο των αγώνων.

Τα 5 σημεία που προβάλλαμε ήταν η σύνθεση των σημείων που πρότεινε, την άνοιξη του 2012, όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και συνδέαμε τα σημεία αυτά με την απαίτηση για μια κυβέρνησης κατά της λιτότητας, μια κυβέρνησης των αριστερών κομμάτων, ιδιαίτερα των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ/ΚΚΕ, σε σύνδεση με πρακτικές προτάσεις ενιαίου μετώπου στη δράση απέναντι στις ίδιες δυνάμεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ταχθεί υπέρ μιας τέτοιας κυβέρνησης. Δυστυχώς, το ΚΚΕ, προφανώς, αλλά και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αρνούνταν μια προοπτική ενιαίου μετώπου.

Ο Μάνος, μαζί και με άλλους συντρόφους της 4ης, αναγνωρίζουν οι ίδιοι, σε μια συμβολή τους του 2012, τη σημασία του να προσφέρει κανείς μια πολιτική απάντηση στην ελληνική κρίση. Όμως, ταυτόχρονα, έγραφαν ότι η απάντηση αυτή δεν μπορούσε να είναι παρά προπαγανδιστική: “Στην κατάσταση που γνωρίζει η Ελλάδα, το σύνθημα για κυβέρνηση των εργαζομένων γίνεται επίκαιρο. Προφανώς, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως: είναι μάλιστα δύσκολο να προβλέψουμε από τώρα την ενδεχόμενη σύνθεσή της. Μια τέτοια κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι σε θέση να προωθήσει ένα επείγον πρόγραμμα πάλης κατά της κρίσης, να είναι έτοιμη να εφαρμόσει κρίσιμα μεταβατικά μέτρα, για παράδειγμα την απαλλοτρίωση των τραπεζών και άλλων τομέων της οικονομίας”.(2) Βρισκόμασταν την Άνοιξη του 2012, τη στιγμή που η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ κατέρρεαν και που ο ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ξεπερνούσαν το 30% των ψήφων, με ένα πρόγραμμα άρνησης των μνημονίων, ένα πρόγραμμα κατά της λιτότητας... Σε μια τέτοια κατάσταση πολιτικής κρίσης, μας φαινόταν αναγκαίο να προωθήσουμε μια πολιτική απάντηση, μιας κυβέρνησης των αριστερών κομμάτων, μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΚΚΕ/ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που θα ήταν μια συγκεκριμενοποίηση του συνθήματος για κυβέρνηση των εργαζομένων, πάνω σε ένα πρόγραμμα μεταβατικών διεκδικήσεων, που τις υποστήριζε συγκεκριμένα η ελληνική αριστερά. Παραδόξως, αρνούμενοι ένα συγκεκριμένο σύνθημα τέτοιου τύπου, οι σύντροφοι έγραφαν στο ίδιο κείμενο: “Εάν μια κυβέρνηση με επικεφαλής το ΣΥΡΙΖΑ έπαιρνε μέτρα που να ευνοούν τους εργαζόμενους, όπως την αμφισβήτηση των μνημονίων, είναι προφανές ότι οι επαναστάτες θα τα υποστήριζαν”(2), αλλά λέγοντας ταυτόχρονα ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο από έναν κοινοβουλευτικό συνασπισμό, και χωρίς να προτείνουν καμία εναλλακτική. Εμείς προσπαθούσαμε να προτείνουμε μια συνολική πολιτική απάντηση που να ξεπερνάει την προπαγάνδα, σε μια κατάσταση όπου ακριβώς το κίνημα έθετε το ζήτημα μιας πολιτικής απάντησης και όπου οι θέσεις μας ανταποκρίνονταν προφανώς σε υπαρκτές θέσεις της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς. Συγκεκριμένα, ο Μάνος και η ηγεσία της ΟΚΔΕ θεωρούσαν άχρηστο να παρουσιάσουν τέτοια συνολική πολιτική απάντηση, πράγμα που επίσης το θεωρούσε και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που αρνιόταν ακόμα και να απαντήσει σε προτάσεις “κυβέρνησης της αριστεράς” από τον ΣΥΡΙΖΑ, καλώντας τότε απλώς στην ανάπτυξη των αγώνων χωρίς να θέτει το ζήτημα της κυβέρνησης.

Ο Μάνος θέτει το ζήτημα της εναλλακτικής στρατηγικής στην πρόταση για μια κυβέρνηση των αριστερών κομμάτων που πρότεινε η ΟΚΔΕ:

Και εδώ η απάντηση είναι σαφής. Απέναντι σε μια μεγάλη κοινωνική και πολιτική κρίση, που απαιτεί εφαρμογή μεταβατικών πολιτικών συνθημάτων, ο Μάνος επιμένει να λέει ότι η μόνη απάντηση δεν μπορούσε να είναι παρά το κάλεσμα για γενικευμένη αυτο-οργάνωση. Ακόμα και αν πραγματικές εμπειρίες αυτο-οργάνωσης υπήρχαν στην Ελλάδα το 2012, ήταν ωστόσο πολύ περιορισμένες και περιθωριακές. Το κάλεσμα για γενίκευσή τους και, κυρίως, για να τους αποδοθεί ένας κεντρικός πολιτικός ρόλος, εναλλακτικός στο κοινοβουλευτικό σύστημα, δεν μπορούσε να αποτελεί την απάντηση της στιγμής. Εάν ένα σύνθημα για κυβέρνηση των εργαζομένων δεν μπορούσε, κατά τους συντρόφους, να είναι παρά προπαγανδιστικό, τί να πούμε για ένα ανάλογο σύνθημα όπως “όλη η εξουσία στα σοβιέτ”;

Η αντιμετώπισή μας, λοιπόν, του ΣΥΡΙΖΑ και του κυβερνητικού ερωτήματος το 2012 δεν είχε σχέση με αυταπάτες ή ελπίδες, αλλά με την ανάλυση της σημασίας που είχε το διακύβευμα και η ανάγκη συγκεκριμένων πολιτικών απαντήσεων. Είναι μια μέθοδος πολύ κλασική για μαρξιστές επαναστάτες. Ακόμα περισσότερο που μια εφαρμογή ορισμένων από τα κρίσιμα σημεία που είχε αποδεχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του Μάη, και μια ενότητα των αριστερών δυνάμεων κατά της λιτότητας αντιστοιχούσαν στη συγκεκριμένη κατάσταση εκείνη, και σε αντίθεση με τις προτάσεις που υπήρχαν στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για κυβέρνηση εθνικής ενότητας ή σωτηρίας μαζί με καπιταλιστές εκπρόσωπους. Επιπλέον, αυτή η γραμμή ενιαίου μετώπου που υποστηρίξαμε αφορούσε προφανώς επαναστατικές δυνάμεις που ήταν παρούσες στον ΣΥΡΙΖΑ όπως και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Έτσι, η ουσιαστική διαφωνία που εκφράζαμε δεν αφορούσε την επιλογή οικοδόμησης της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, να μην ενταχθεί στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά τον προσανατολισμό που ακολουθήθηκε. Θα ήταν εξάλλου σημαντικό οι σύντροφοι να βγάλουν τον απολογισμό του προσανατολισμού τους τόσο ως ΑΝΤΑΡΣΥΑ όσο και ως ΟΚΔΕ-Σπάρτακος σε αυτή την περίοδο 2011/2013.

Ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ διαφορετικός από ένα ρεφορμιστικό κόμμα;

Δεν χρειαζόταν να βάψουμε κόκκινο τον ΣΥΡΙΖΑ για να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο. Πάντα λέγαμε, και γράφαμε, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ καθοδηγείται από ένα ρεφορμιστικό ρεύμα, που προέρχεται από το Συνασπισμό και από την σταδιακή ευρωκομμουνιστική παράδοση. Και ακριβώς, μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ διεξαγόταν μια συνεχής και συγκεκριμένη μάχη ανάμεσα σε αυτά τα ρεφορμιστικά ρεύματα και την αντιπολίτευση στην οποία βάραιναν και ρεύματα της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς. Εμείς επιμέναμε, άλλωστε, ότι, ανεξάρτητα από τις γραφειοκρατικές μεθόδους της ηγεσίας Τσίπρα (στις οποίες προσέκρουσαν επανειλημμένως οι σύντροφοι της ΔΕΑ), δεν υπήρχε ακόμα, στο ΣΥΡΙΖΑ, μια τόσο ισχυρή κρυστάλλωση των ρεφορμιστικών γραφειοκρατικών μηχανισμών σε σύνδεση με τοπικές θεσμικές δομές ή και με τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, όπως συμβαίνει με το γαλλικό PCF, το ισπανικό PCE ή το ελληνικό ή το πορτογαλικό ΚΚ. Αντίθετα, οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ, από τη μεριά τους, θέλουν να κάνουν το ΣΥΡΙΖΑ του 2012 με 2015, μια οργάνωση ανάλογη με τα σοσιαλδημοκρατικά ή τα σταλινικά κόμματα. Αλλά, και εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, αφού το μέλλον της λογικής των συντρόφων επιβεβαιώνει το παρελθόν: απόδειξη ότι ήταν ενσωματωμένοι στον κρατικό μηχανισμό είναι ότι τελικά εύκολα τη χώθηκαν σε αυτόν ήδη από το Γενάρη του 2015. Εμείς λέγαμε, ταυτόχρονα, ότι το πλαίσιο -στο οποίο δε χρειάζεται να επανέλθουμε- συνέβαλε στο να αποδώσει στο ΣΥΡΙΖΑ ένα ριζοσπαστικό ρόλο αρκετά διαφορετικό από το ρόλο που παίζουν τα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα, χωρίς να μιλήσουμε προφανώς για σοσιαλδημοκρατία.

Ο Μάνος προσάπτει στους διεθνείς υποστηριχτές του ΣΥΡΙΖΑ (και μας συμπεριλαμβάνει και εμάς) ότι είχαν τυφλωθεί απέναντι στις συνεχείς προγραμματικές υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ.

“Υποστήριζαν ένα “επείγον πρόγραμμα” χωρίς να βλέπουν ότι ούτε καν αυτό δεν ήταν πραγματοποιήσιμο, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ είχε δεσμευτεί στους αστικούς και ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς όπως και για την ιδιωτική ιδιοκτησία και την καπιταλιστική οικονομία” διαβάζουμε στο κείμενό του.

Προφανώς απείχαμε πολύ από την ηλιθιότητα που περιγράφει ο Μάνος. Μια πολιτική ενιαίου μετώπου δεν σημαίνει ούτε απλοϊκότητα ούτε τύφλωση, ούτε και να παίρνει κανείς τα κουρέλια για μεταξωτές κορδέλες ούτε και τις υποσχέσεις για πράξεις. Η γραμματεία του Γραφείου επεσήμαινε την παραμονή της 25ης Ιανουαρίου του 2015:

“Πολλά πράγματα παίζονται σήμερα μέσα σε έναν ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται σε διασταύρωση. Το προεδρικό γραφείο και ο Αλέξης Τσίπρας -η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ- πολλαπλασιάζουν τις αντιφατικές δηλώσεις: απόρριψη των “μνημονίων” της τρόικας, παύση πληρωμών των τόκων του χρέους ενός μεγάλου τμήματός του, την ίδια στιγμή όμως και αναζήτηση συμφωνίας με τους ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, για να συνεχίσουν τα δάνειά τους, απαιτούν την εφαρμογή δημοσιονομικών πολιτικών. Σε αυτό το στάδιο, αυτό που προτείνει η καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι δεσμεύσεις του προγράμματος της Θεσσαλονίκης: να επανέλθουν οι μισθοί και οι συντάξεις στο επίπεδό τους πριν από την κρίση, να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις πριν την κρίση, να επανέλθει το ελάχιστο φορολογούμενο εισόδημα στο 12.000 ευρώ, να καταργηθεί ο φόρος στο πετρέλαιο θέρμανσης. Τα μέτρα αυτά, εάν εφαρμόζονταν, θα είχαν σημασία για τον ελληνικό λαό και πιο πέρα στην Ευρώπη: η λιτότητα μπορεί να σταματήσει. Αυτός είναι και ο λόγος που τα διφορούμενα αυτά λόγια θα προσκρούσουν γρήγορα στην πολιτική των κυρίαρχων τάξεων, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: ή θα γίνουν δεκτές οι διαταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η προσπάθεια θα ηττηθεί, ή θα μείνουν πιστοί στην πορεία της πάλης κατά της λιτότητας, καλώντας σε κινητοποίηση και τότε υπάρχει η δυνατότητα νέου κοινωνικού άλματος. Θα είναι δύσκολο να αποφευχθεί αυτό το δίλημμα”.

(...)

Και για να ξαναπιάσουμε την επόμενη παράγραφο αυτής της ανακοίνωσης, που την αναφέρει ο Μάνος, αλλά την κόβει στη μέση...:

“Το διακύβευμα είναι σαφές, κρίσιμο: πρέπει να ηττηθεί η ελληνική δεξιά και ακροδεξιά και να γίνουν τα πάντα για να μπορέσει η ελληνική αριστερά, της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την κύρια συνιστώσα, να κερδίσει στις εκλογές, ούτως ώστε να δημιουργηθεί μια πολιτική και κοινωνική δυναμική για μια αριστερή κυβέρνηση που θα πρέπει να προσπαθήσει να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις που είναι έτοιμες να έρθουν σε ρήξη με την πολιτική της λιτότητας και να παλέψουν ενάντια στις παγίδες του σωβινίστικου εθνικισμού. Η κυβέρνηση αυτή πρέπει να είναι μια κυβέρνηση της αριστεράς και όχι μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας που θα ετοιμάσει το συμβιβασμό με τις κυρίαρχες τάξεις και την ΕΕ. Η απόρριψη των μνημονίων, των δημοσιονομικών διαταγών της ΕΕ, της μη αποπληρωμής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, των πρώτων μέτρων μια κυβέρνησης κατά της λιτότητας, είναι τα ζητήματα όπου θα παιχτεί η σύγκρουση με την ΕΕ, αλλά και δεν θα μπορέσουν να ισχυροποιηθούν χωρίς μια πολιτική που ήδη από την αρχή δεν θα ανατρέπει όλες τις αντικοινωνικές επιθέσεις που έχουν επιβληθεί στον ελληνικό λαό εδώ και τέσσερα χρόνια στο χώρο των μισθών, της υγείας, του δικαιώματος στην εργασία και στη στέγη, μια πολιτική που θα πρέπει να αρχίσει να παίρνει αντικαπιταλιστικά μέτρα, ανάμειξης στην καπιταλιστική ιδιοκτησία, εθνικοποίησης των τραπεζών και ορισμένων κρίσιμων τομέων της οικονομίας, αναδιοργάνωσης της οικονομίας για να ικανοποιηθούν οι στοιχειώδεις κοινωνικές ανάγκες. Για να επιβληθούν οι λύσεις αυτές, είναι απαραίτητη η κοινωνική κινητοποίηση, ο έλεγχος των εργαζομένων στις δικές τους υποθέσεις, η αυτο-οργάνωση και η κοινωνική αυτοδιαχείριση. Τέλος, η κατάκτηση της κυβέρνησης, σε ένα κοινοβουλευτικό πλαίσιο, σε εξαιρετικές περιστάσεις, μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα στο δρόμο μιας αντικαπιταλιστικής ρήξης, αλλά και εδώ αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί παρά μόνο εάν η κυβέρνηση κατά της λιτότητας δημιουργήσει τις συνθήκες ανάδυσης μιας νέας εξουσίας που να στηρίζεται στις λαϊκές συνελεύσεις, στις επιχειρήσεις, στις συνοικίες, στις πόλεις”(3).

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και άλλα. Όμως το ζήτημα που θέταμε επίμονα ήταν το ζήτημα της ενότητας της ριζοσπαστικής αριστεράς:

“Για να μπορέσει το σύνθημα “ούτε ένα βήμα πίσω” να συγκεκριμενοποιηθεί με μεγάλη δύναμη, θα πρέπει να στηριχτεί σε μια ενωτική πολιτική, του συνόλου της ελληνικής αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο εσωτερικό του ίδιου του ΚΚΕ οι αμφιβολίες για την υπερ-σεκταριστική γραμμή της ηγεσίας του πολλαπλασιάζονται. Όσο για την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτή είναι διαιρεμένη πάνω στην καταλληλότητα μιας συμμαχίας με ένα “εθνο-κομμουνιστικό” ρεύμα -το Σχέδιο Β του Αλαβάνου. Η ελληνική αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έχουν ιδιαίτερη ευθύνη για την οικοδόμηση ενός ενωτικού σχεδίου που να ξεπερνάει τις οργανώσεις αυτές, και που να μπορέσει να συσπειρώσει αγωνιστές από συνδικάτα, συλλόγους, οικολόγους”(3).

Το Φλεβάρη του 2015, κατά τη συνάντηση της Διεθνούς Επιτροπής, μετά τη συμφωνία Βαρουφάκη – Τσίπρα -τρόϊκας, δεν μπορούσαμε παρά να επιβεβαιώσουμε τον προσανατολισμό αυτόν:

“Οι απαιτήσεις που επέβαλε το eurogroup δείχνουν σαφώς ότι η ιδέα σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε κανείς να κόψει με τις πολιτικές λιτότητας αποφεύγοντας τη σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση ακυρώνεται από τα γεγονότα.

Πέρα από τις λέξεις, με τις πρώτες συμφωνίες ανάμεσα στο eurogroup και στην κυβέρνηση Τσίπρα, η κυβέρνηση δεσμεύεται να αποπληρώσει πλήρως και εγκαίρως τους δανειστές. Αυτό αποτελεί υποχώρηση των δεσμεύσεων που είχαν παρθεί έναντι του ελληνικού λαού”(3).

Πρέπει εξάλλου να επισημάνουμε ότι η απόφαση αυτή είχε ψηφιστεί με ομοφωνία (με 4 αποχές) από τα μέλη της Διεθνούς Επιτροπής. Ο ίδιος ο Μάνος δεν πρότεινε ούτε τροποποίηση ούτε και αντίθετη απόφαση, περιοριζόμενος σε αποχή (τρεις άλλοι σύντροφοι επίσης απείχαν, καθώς η ΔΕ δεν είχε δεχτεί τροποποιήσεις που μείωναν τις κριτικές απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ). 

Απέχουμε επομένως πολύ από μια υποτιθέμενη γραμμή της 4ης που θα υποστήριζε πολιτικά τον Τσίπρα, ή που θα ήταν ουρά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο Μάνος καταγγέλλει στο κείμενό του.

Η ίδια συζήτηση επεκτάθηκε και κατά την τελική κρίση της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα, τον Ιούνιο/Ιούλιο του 2015, γύρω από την υιοθέτηση ενός τρίτου μνημονίου. Και για μια ακόμα φορά, ο Μάνος παραμορφώνει τις θέσεις του Γραφείου, για να δικαιολογήσει τη θέση του της “στήριξης του Γραφείου της 4ης στον Τσίπρα”.

Ο Μάνος γράφει ότι “...[την επαύριο], η απόφαση του Γραφείου της 4ης στήριζε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και καλούσε το λαό να τον υποστηρίξει για ακόμα μια φορά”, αναφερόμενος στην απόφαση της 7 Ιουλίου, που γράφτηκε την επόμενη της συντριπτικής νίκης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα.

Ό,τι και να λέει ο Μάνος, ούτε τον Ιούνη, ούτε το Φλεβάρη, δεν είχαμε δείξει εμπιστοσύνη στον Τσίπρα. Είχαμε την ίδια θέση με αυτή που εκφράσαμε και το Φλεβάρη και τις παραμονές του δημοψηφίσματος. Εξηγούσαμε ότι ο Τσίπρας, από τον Φλεβάρη, ήταν έτοιμος για τις μέγιστες υποχωρήσεις και για την εφαρμογή νέων μέτρων λιτότητας που απαιτούσε η τρόϊκα, αλλά ότι το πρόβλημα ήταν πως οι ηγέτες της ΕΕ ήθελα μια πολιτική συνθηκολόγηση και με κανέναν τρόπο μια έξοδο που θα μπορούσε να ήταν έντιμη για τον Τσίπρα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Επίσης λέγαμε προφανώς αυτό που έλεγε και η ελληνική αριστερά, είτε οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είτε της αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ, ότι η συνέχεια του ΟΧΙ θα έπρεπε να είναι η πλήρης ρήξη με τις διαταγές, το σταμάτημα της αποπληρωμής του χρέους, η εθνικοποίηση και ο άμεσος έλεγχος όλου του τραπεζικού συστήματος. Η πραγματοποίηση αυτών των καθηκόντων δεν μπορούσε να γίνει παρά με λαϊκή κινητοποίηση. Και ξαναλέγαμε (δήλωση της 7 Ιουλίου 2015) ότι “το δίλημμα για την ελληνική κυβέρνηση θα είναι το ίδιο με τις προηγούμενες εβδομάδες: να δεχτεί μια συμφωνία που θα συνεχίζει και θα επιδεινώνει τις επιθέσεις κατά του πληθυσμού ή να πάρει έναν άλλο δρόμο, αυτόν της ρήξης”(4). Και είχαμε την ίδια μέθοδο με προηγουμένως, σε σχέση με την ελληνική κυβέρνηση: να τονίσουμε ότι “οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι της Ευρώπης, που πλήττονται από τις ίδιες πολιτικές, θα πρέπει να κινητοποιηθούν στο πλευρό του ελληνικού πολιτικού και κοινωνικού κινήματος που αντιτάσσεται στη λιτότητα, μαζί με την κυβέρνησή του, σε όλα τα μέτρα που θα οδηγηθεί να πάρει για να αντισταθεί στις διαταγές της τρόϊκας”(4) (όπως και πριν, ο Μάνος κάνει αποκομμένα τσιτάτα των αποφάσεών μας...). Δεν απαρνούμαστε ούτε λέξη από αυτή την απόφαση που, προφανώς, σε τίποτα δεν αποτελεί “στήριξη” της κυβέρνησης Τσίπρα.

Εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τη θέση που είχαμε και τότε: υποστήριξη στο κίνημα, στους(τις) έλληνες(-ίδες) εργαζόμενους(-νες), σε όλες τις οργανώσεις τους, μαζί και με τη βασική τους συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, απέναντι στις επιθέσεις της τρόϊκας και των ευρωπαίων καπιταλιστών ηγετών. Επίσης εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τη συμμετοχή και τη στήριξη στην καμπάνια για έλεγχο του χρέους στην Ελλάδα, ως μοχλό στήριξης για την απόρριψη των μνημονίων και τη μονομερή άρση πληρωμής του χρέους, καμπάνια που οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος κρίνουν ως συγκεχυμένη. Η 4η και τα τμήματά της στην Ευρώπη, ιδιαιτέρως, έριξαν τις δυνάμεις τους για να αναπτυχθεί ένα συγκεκριμένο δίκτυο αλληλεγγύης με το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, μέσα από πολιτικές πρωτοβουλίες, οικοδόμηση δικτύων, ... , πράγμα που καμία σχέση δεν έχει με αφέλεια απέναντι στην κυβέρνηση και είχε για στόχο, αντίστροφα, να στηρίξει αυτούς που στην Ελλάδα οικοδομούσαν την κοινωνική κινητοποίηση. Σε αυτό πρέπει, πάντως, να αναγνωρίσουμε την αδυναμία της κινητοποίησης στην Ευρώπη, παρά την αποφασιστική δράση πολλών αγωνιστών.

Αντίθετα, εμείς επίσης πήραμε θέση μετά την τελική συνθηκολόγηση του Τσίπρα, υπέρ μιας κοινής δράσης στην Ελλάδα όλων των δυνάμεων της αριστεράς που αντιτάχθηκαν σε αυτή τη συνθηκολόγηση, ενώ οι σύντροφοι της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος (όπως το επαναλαμβάνει ο Μάνος στο κείμενό του) έθεταν πρακτικά στην ίδια πλευρά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την αριστερή αντιπολίτευση που θα έφτιαχνε κατόπιν τη Λαϊκή Ενότητα.

Η συζήτηση αυτή είναι ουσιαστική. Είμαστε ή μπορούμε να βρεθούμε, στην Ευρώπη, μπροστά σε καταστάσεις που να μοιάζουν με την ελληνική εμπειρία, με την κρίση των θεσμικών κομμάτων. Πρέπει, επομένως, να αναπτύξουμε τη σκέψη μας για τις πρωτοβουλίες που πρέπει να πάρουμε για να οικοδομηθούν, να συγκροτηθούν αντικαπιταλιστικά μέτωπα που να συσπειρώνουν τις δυνάμεις που αντιτάσσονται στις πολιτικές λιτότητας. Να αναπτύξουμε επίσης τη σκέψη μας για την ανάγκη μιας πολιτικής στρατηγικής που να θέτει το ζήτημα των κυβερνήσεων κατά της λιτότητας οι οποίες θα δεσμεύονται να πάρουν επείγοντα μέτρα για να μπλοκάρουν τις καπιταλιστικές πολιτικές. Επίσης, η ελληνική εμπειρία, και η συνθηκολόγηση του Τσίπρα, μας ενισχύει στην άμεση αντίφαση μεταξύ μιας πολιτικής κατά της λιτότητας και του σεβασμού των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, επανειλημμένως, οι σύντροφοι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θεώρησαν ότι το άνυσμα “έξοδος από το ευρώ” θα μπορούσε να είναι ο κύριος άξονας μιας συσπείρωσης, με ανοίγματα προς την πλευρά Αλαβάνου, ιδιαίτερα απέναντι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός είναι αδιέξοδο.

Επίσης, πρέπει να κάνουμε το συγκριτικό απολογισμό των ετών 2011-2014 στην Ελλάδα και στο Ισπανικό Κράτος, ακόμα και αν οι συγκρίσεις έχουν πάντα κάτι το αυθαίρετο. Στο Ισπανικό Κράτος, μετά το κίνημα των αγανακτισμένων, οι Podemos υπήρξαν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συγκρότησης που στηρίχτηκε στην κατάληψη των πλατειών. Με ένα πιο ισχυρό κίνημα στην Ελλάδα, μια ευκαιρία ίσως χάθηκε για να ξεκινήσει μια ανάλογη διαδικασία ανοίγματος των αντικαπιταλιστικών ρευμάτων στις νέες δυνάμεις νεολαίας του κινήματος...

Σε κάθε περίπτωση, θεωρούμε ότι η ανεξάρτητη ύπαρξη οργανώσεων σε επαναστατικές βάσεις, με την πρόσθεση μιας προπαγάνδας για την αυτο-οργάνωση, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη στρατηγικής, ιδιαίτερα όταν η κοινωνική και πολιτική κρίση θέτει αντικειμενικά το ερώτημα των κυβερνήσεων κατά της λιτότητας.

Πρέπει όλοι μας να αισθανόμαστε τη σεμνότητα των αποτυχιών μας, αλλά και τη βεβαιότητα ότι οι πολιτικές απαντήσεις είναι αναγκαίες.

 

Leon C.

[μέλος της Διεθνούς Επιτροπής, Γαλλία]

 

 

Σημειώσεις:

1/ Inprecor Μάης 2012 n° 583-584 “L’avenir des travailleurs européens se joue en Grèce” [Το μέλλον των ευρωπαίων εργαζομένων παίζεται στην Ελλάδα]

http://www.inprecor.fr/article-EUROPE%20-%20GRECE-L%E2%80%99avenir%20des

%20travailleurs%20europ%C3%A9ens%20se%20joue%20en%20Gr%C3%A8ce?id=1304

2/ στο site του Inprecor : “Pour un programme de confrontation avec le capitalisme, pour un parti

anticapitaliste et révolutionnaire indépendant” [Για ένα πρόγραμμα σύγκρουσης με τον καπιταλισμό, για ένα ανεξάρτητο επαναστατικό και αντικαπιταλιστικό κόμμα]

http://www.inprecor.fr/article-EUROPE%20-%20GRECE-L%E2%80%99avenir%20des

%20travailleurs%20europ%C3%A9ens%20se%20joue%20en%20Gr%C3%A8ce?id=1314

3/ Inprecor Φλεβάρης-Μάρτης 2015 n° 612-613 “SOLIDARITÉ AVEC LE PEUPLE GREC” [Αλληλεγγύη με τον ελληνικό λαό”]

http://www.inprecor.fr/article-GR%C3%88CE-SOLIDARIT%C3%89%20AVEC%20LE

%20PEUPLE%20GREC?id=1718

4/ Inprecor Αύγουστος 2015 n°618 “La victoire du NON annonce les batailles décisives contre la troïka” [Η νίκη του ΟΧΙ αναγγέλλει κρίσιμες μάχες κατά της τρόϊκας]

http://www.inprecor.fr/article-GR%C3%88CE-La%20victoire%20du%C2%A0NON

%20annonce%20les%20batailles%20d%C3%A9cisives%20contre%20la%20tro

%C3%AFka?id=1775

 

Η καπιταλιστική καταστροφή του περιβάλλοντoς και η οικοσοσιαλιστική εναλλακτική (Ecology commission)

Στη μνήμη της Μπέρτα Κάσερες, ιθαγενούς ακτιβίστριας, οικολόγου και φεμινίστριας από την Ονδούρα, που δολοφονήθηκε στις 3 Μαρτίου 2016 από μπράβους των πολυεθνικών και στη μνήμη των μαρτύρων των αγώνων για περιβαλλοντική δικαιοσύνη.

 

1. Εισαγωγή 

1.1. Η πίεση που ασκεί η ανθρωπότητα στο σύστημα της Γης αυξάνεται όλο και ταχύτερα από τη δεκαετία του 50. Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχει φτάσει σε εξαιρετικά ανησυχητικό επίπεδα, και συνεχίζει να αυξάνεται σε όλους σχεδόν τους τομείς. Τα όρια έχουν ήδη ξεπεραστεί σε ορισμένους τομείς, ειδικά στη συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Αυτή η ποσοτικά αυξανόμενη πίεση, εμφανής παντού και στους περισσότερους τομείς, οδηγεί σε μια ποιοτική  που θα μπορούσε να είναι απότομη (σε λίγες δεκαετίες) και εν πολλοίς μη αναστρέψιμη. Το σύστημα της Γης θα έμπαινε τότε σε μια νέα κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, με πολύ διαφορετικές γεωφυσικές συνθήκες και μια ακόμα περισσότερο εκσεσημασμένη μείωση του βιολογικού της πλούτου. Το λιγότερο, επιπλέον των συνεπειών για τα άλλα έμβια όντα, η μετάβαση σε αυτή τη νέα κατάσταση θα έβαζε σε κίνδυνο τις ζωές εκατομμυρίων φτωχών ανθρώπων, κυρίως γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων. Το περισσότερο, δεν αποκλείεται να συμβάλει σε μια κατάρρευση του είδους μας. 

1.2. Ο κίνδυνος αυξάνεται μέρα με τη μέρα, αλλά η καταστροφή μπορεί να αποτραπεί, ή έστω να περιοριστεί και να συγκρατηθεί. Η καθοριστική αιτία της απειλής δεν είναι γενικώς η ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά ο τρόπος παραγωγής και κοινωνικής αναπαραγωγής αυτής της ύπαρξης, που περιλαμβάνει επίσης τον τρόπο διανομής και κατανάλωσης, και τις πολιτιστικές αξίες. Ο τρόπος που ισχύει εδώ και δύο περίπου αιώνες- ο καπιταλισμός- είναι μη βιώσιμος καθώς ο ανταγωνισμός για το κέρδος, που είναι η οδηγός δύναμή του, συνεπάγεται μια τυφλή τάση για απεριόριστη ποσοτική ανάπτυξη. Κατά τον 20ο αιώνα, οι χώρες του “υπαρκτού σοσιαλισμού” δεν μπόρεσαν να προσφέρουν εναλλακτική στην παραγωγίστικη καταστροφή του περιβάλλοντος στην οποία και αυτές συνέβαλαν σημαντικά. Στην αρχή του 21ου αιώνα, η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με την άνευ προηγουμένου υποχρέωση να ελέγξει την ανάπτυξή της σε όλους τους τομείς προκειμένου να την καταστήσει συμβατή με τα όρια και την καλή υγεία του περιβάλλοντος εντός του οποίου έχει αναπτυχθεί. Κανένα πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί πλέον να αγνοεί τα συμπεράσματα της επιστημονικής έρευνας πάνω στην “παγκόσμια αλλαγή”.  Αντίθετα, κάθε πολιτικό σχέδιο πρέπει να κρίνεται πρώτα απ'όλα λαμβάνοντας υπ'όψη τον κίνδυνο, τις συστημικές απαντήσεις που φέρνει, τη συμβατότητα αυτών των απαντήσεων με τις θεμελιώδεις απαιτήσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και την συνάρθρωσή του με το πρόγραμμά του σε άλλους τομείς, ιδιαίτερα στην κοινωνική και οικονομική σφαίρα. 

2. Ένα βαθύ χάσμα μεταξύ της αναγκαιότητας για μια ριζοσπαστική οικοσοσιαλιστική εναλλακτική από τη μία και τον συσχετισμό δυνάμεων και τα επίπεδα συνείδησης από την άλλη 

2.1 Μια εντελώς διαφορετική σχέση της ανθρωπότητας με το περιβάλλον είναι επείγουσα ανάγκη. Αυτή η νέα σχέση, βασισμένη σε ένα μοντέλο φροντίδας τόσο για τους ανθρώπους όσο και για το περιβάλλον, δεν θα είναι απλώς αποτέλεσμα ατομικών αλλαγών συμπεριφοράς. Περισσότερο χρειάζεται μια δομική αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων: η πλήρης και παγκόσμια εξάλειξη του καπιταλισμού ως τρόπου παραγωγής της κοινωνικής ύπαρξης. Αυτη η πλήρης εξάλειψη είναι πράγματι η αναγκαία συνθήκη για μια ορθολογική, οικονομική και συνετή διαχείριση της ανταλλαγής ύλης μεταξύ ανθρωπότητας και της υπόλοιπης φύσης. Οι επιστήμες και οι τεχνολογίες μπορούν να διευκολύνουν αυτή τη διαχείριση, αλλά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι η ανάπτυξή τους δεν υποτάσσεται στις επιταγές του καπιταλιστικού κέρδους. 

2.2 Ο πράσινος καπιταλισμός και η συμφωνία του Παρισιού δεν μας επιτρέπουν να απαλλαγούμε από την περιβαλλοντική καταστροφή εν γένει και από τους κινδύνους της κλιματικής άρνησης ειδικότερα. Η εναλλακτική μπορεί να έρθει μόνο από μια παγκόσμια πολιτική που ικανοποιεί τις πραγματικές ανθρώπινες ανάγκες. Αυτές δεν καθορίζονται από την αγορά αλλά από μια δημοκρατική συζήτηση που να επιτρέπει στους ανθρώπους να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, απαλλαγμένοι από την αλλοτρίωση της αγοράς. Αυτή θα σπάσει την απρόσωπη λογική της παραγωγίστικης συσσώρευσης, που είναι χαρακτηριστική του καπιταλισμού. 

2.3 Τα κομβικά αιτήματα αυτής της εναλλακτικής είναι:

1-Κοινωνικοποίηση του τομέα της ενέργειας: είναι ο μόνος τρόπος να σπάσουμε τα δεσμά της οικονομίας της ορυκτής ενέργειας, να σταματήσουμε την πυρηνική ενέργεια, να μειώσουμε δραστικά την παραγωγή/κατανάλωση ενέργειας και να πραγματοποιήσουμε το ταχύτερο δυνατόν τη μετάβαση προς ένα ανανεώσιμο, αποκεντρωμένο και αποτελεσματικο σύστημα ενέργειας σύμφωνα με τις οικολογικές και κοινωνικές επιταγές˙ 

2-Κοινωνικοποίηση του πιστωτικού τομέα: είναι απαραίτητη, δεδομένης της αλληλοδιαπλοκής του ενεργειακού με τον οικονομικό τομέα, με γενναίες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις προκειμένου να έχουμε τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για επενδύσεις μετάβασης˙ 

3-Κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στους φυσικούς πόρους (γη, νερό, δάση, άνεμος, ηλιακή ενέργεια, γεωθερμική ενέργεια, θαλάσσιοι πόροι,...) και την επιστημονική γνώση˙ 

4-Καταστροφή όλων των αποθεμάτων όπλων, κατάργηση των άχρηστων (όπλα κλπ) ή επιβλαβών προϊόντων (πετροχημικά, πυρηνική ενέργεια), δημοκρατικά αποφασισμένη παραγωγή χρηστικών αξιών  αντί για ανταλλακτικές αξίες˙ 

5-Κοινή και δημοκρατική διαχείριση των πόρων στην υπηρεσία των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών, με σεβασμό στην ομαλή λειτουργία και τις δυνατότητες ανανέωσης των οικοσυστημάτων˙ 

6-Κατάργηση όλων των μορφών ανισότητας και διακρίσεων βασισμένων σε φύλο, φυλή, εθνικότητα, θρησκεία, ή σεξουαλικές προτιμήσεις˙ χειραφέτηση όλων των καταπιεσμένων, ιδιαίτερα των γυναικών και των έγχρωμων˙ 

7-Κατάργηση των επιβεβλημένων ωρών εργασίας για την εμπορευματική παραγωγή ως αλλοτριωτική κατηγορία που καταστρέφει τον ελεύθερο χρόνο και αποθαρρύνει τις μη-εμπορευματικές ανθρώπινες δραστηριότητες˙ 

8-Μια μακροπρόθεσμη κοινωνικο-οικονομική πολιτική που να στοχεύει στην εξισορρόπηση αστικών και αγροτικών πληθυσμών και στην υπέρβαση της αντίθεσης μεταξύ πόλης και υπαίθρου˙ 

2.4 Υπάρχει ένα βαθύ χάσμα μεταξύ της αντικειμενικά αναγκαίας εναλλακτικής και του κοινωνικού συχετισμού δυνάμεων και των επιπέδων συνείδησης. Αυτό το χάσμα μπορεί να κλείσει μόνο με πραγματικούς αγώνες των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής τους και του περιβάλλοντος. Κερδίζοντας άμεσα αιτήματα, πλατύτερα στρώματα θα ριζοσπαστικοποιηθούν και οι αγώνες τους θα ενοποιηθούν. Θα αρθρώσουν μεταβατικά αιτήματα ασύμβατα με την καπιταλιστική λογική. 

Σ'αυτό το στρατηγικό πλαίσιο, κάποια κομβικά αιτήματα είναι: 

1-Αποεπενδύσεις στον τομέα των ορυκτών καυσίμων˙σταμάτημα των επιδοτήσεων σε σχέδια που βασίζονται στην ορυκτή ενέργεια και την καύση της˙αντίθεση στις συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή στον ενεργειακό τομέα παγκοσμίως˙ 

2-Κινητοποίηση ενάντια σε όλα τα εξορυκτικά σχέδια-ιδιαίτερα τα νέα κοιτάσματα πετρελαίου όπως το σχιστολιθικό αέριο και τις μεγάλης κλίμακας επενδύσεις στην υπηρεσία του εξορυκτικού τομέα (αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι κλπ)˙ 

3-Σταμάτημα της πυρηνικής ενέργειας, τέλος στην εκμετάλλευση του άνθρακα, της πισσούχας άμμου και του λιγνίτη˙ 

4-Στήριξη λαϊκών εκπαιδευτικών προγραμμάτων σχετικά με την οικολογική βιωσιμότητα˙ 

5-Άρνηση κάθε καπιταλιστικής ιδιοποίησης της γης, των ωκεανών και των πόρων τους˙ 

6-Υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών αρχίζοντας από τη μάχη ενάντια σε κάθε προσπάθεια ποινικοποίησης των αποφάσεων των γυναικών σχετικά με τα αναπαραγωγικά τους δικαιώματα. Δωρεάν έκτρωση και αντισύλληψη κατά παραγγελία, παρεχόμενη από το σύστημα ασφάλισης και υγείας. Απο-φεμινοποίηση και απο-ιδιωτικοποίηση της μέριμνας για τους νέους, τους άρρωστους, τους ηλικιωμένους. Αυτές είναι ευθύνες της κοινότητας˙ 

7- Αναγνώριση του δικαιώματος των ιθαγενών λαών στην αυτοδιάθεση. Αναγνώριση της γνώσης τους και της βιώσιμης διαχείρισης των οιοσυστημάτων˙ 

8- Απόδοση στάτους πρόσφυγα στα θύματα των οικολογικών/κλιματικών καταστροφών˙ πλήρης σεβασμός των δημοκρατικών δικαιωμάτων των προσφύγων συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας κίνησης και εγκατάστασης˙ 

9- Διασφάλιση ενός ικανού ασφαλιστικού συστήματος με εγγυήσεις για όλα τα άτομα, που να περιλαμβάνει επαρκείς συντάξεις˙ 

10- Κατάργηση των πολυμερών και διμερών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου˙αφαίρεση των οικολογικών τεχνολογιών από τις GATT (Γενικές Συμφωνίες Δασμών και Εμπορίου)˙ 

11-Σεβασμός των δεσμεύσεων του Πράσινου Ταμείου (100 δις δολάρια/έτος) και πραγματοποίηση με τη μορφή δωρεών και όχι δανείων. Δημόσια διαχείριση του Πράσινου Ταμείου, όχι από την Παγκόσμια Τράπεζα αλλά από αντιπροσώπους των χωρών του Νότου, υπό τον έλεγχο των κοινοτήτων και των κοινωνικών κινημάτων˙ 

12-Φορολόγηση των διεθνών εναέριων και θαλάσσιων μεταφορών˙το εισόδημα από αυτή τη φορολόγηση θα πρέπει να πηγαίνει απευθείας στις χώρες του Νότου ως (μερική) αποζημίωση του οικολογικού χρέους˙ 

13-Αναγνώριση του οικολογικού χρέους προς τις χώρες του Νότου. Κατάργηση (χωρίς αποζημίωση με εξαίρεση τους μικρούς κατόχους χρεογράφων) των δημοσίων χρεών που χρησιμοποιούνται από τον ιμπεριαλισμό για την επιβολή ενός άδικου και μη βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης˙ 

14-Φορολόγηση των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και οικοδόμηση μιας αναδιανεμητικής δημοσιονομικής μεταρρύθμισης ώστε οι κάτοχοι κεφαλαίου και οι κληρονόμοι τους να πληρώσουν για τη μετάβαση˙ 

15-Κατάργηση του συστήματος της πατέντας και ιδιαίτερα, να σταματήσουν όλες οι πατέντες που αφορούν τη ζωή και τις τεχνολογίες που αφορούν τη μετατροπή και αποθήκευση ενέργειας. Σταμάτημα της κλοπής της αρχαίας γνώσης των ιθαγενών λαών, κυρίως από τις φαρμακευτικές εταιρείες˙ 

16-Αναδιοργάνωση της δημόσιας έρευνας˙τέλος στο σύστημα που υποτάσσει την έρευνα στη βιομηχανία˙ 

17-Προώθηση της διατροφικής κυριαρχίας και της προστασίας της βιοποικιλότητας με αγροτικές μεταρρυθμίσεις˙ 

18-Εφαρμογή οικολογικής, τοπικής αγροτικής παραγωγής, χωρίς ΓΤΟ (γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί) και εντομοκτόνα και αναγνώρισή της ως δημόσιου αγαθού 

19-Κατάργηση της βιομηχανικής εκτροφής ζώων˙ισχυρή μείωση της παραγωγής/κατανάλωσης κρέατος. Σεβασμός στην ποιότητα ζωής των ζώων˙ 

20-Απαγόρευση της διαφήμιση και καθιέρωση ανακύκλωσης, επαναχρησιμοποίησης, μείωσης: τέλος στο καταναλωτικό, σπάταλο και ενεργοβόρο μοντέλο που επιβάλλει το κεφάλαιο˙ 

21-Καθιέρωση δωρεάν ενέργειας και νερού για τις βασικές ανάγκες και, πάνω από αυτό το όριο, επιβολή ισχυρά προοδευτικής φορολογίας συνδεδεμένης με τη χρήση προκειμένου να καταπολεμηθεί η σπατάλη ενώ εξασφαλίζεται η βασική πρόσβαση˙ ανάπτυξη μιας στρατηγικής για την επέκταση της διανομής δωρεάν αγαθών (βασικά διατροφικά αγαθά) και υπηρεσιών (δημόσιες μεταφορές, εκπαίδευση, υγεία κλπ)˙ 

22-Εγγύηση στους εργαζόμενους σε εταιρείες που θα κλείσουν στο πλαίσιο της μετάβασης του δικαιώματος να προτείνουν μια εναλλακτική παραγωγή που να είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση μιας βιώσιμης υποδομής, και αν αυτά τα σχέδια αποδειχτούν μη ρεαλιστικά, οι εργαζόμενοι διατηρούν τα κοινωνικά δικαιώματα για επανεκπαίδευση, νέα εργασία ή συνταξιοδότηση˙ 

23-Ανάπτυξη δημόσιων επιχειρήσεων με στόχο τη δημιουργία θέσεων εργασίας μέσα από την εφαρμογή της οικολογικής μετάβασης ανεξαρτήτως κέρδους, υπό τον έλεγχο των εργαζομένων και των πολιτών (ιδιαίτερα στους τομείς της παραγωγής ηλεκτρισμού, διαχείρισης υδάτων, κατασκευής-μόνωσης-ανακαίνισης κτιρίων, μετακινήσεων των ανθρώπων διαμέσου της εξόδου από το σύστημα “αυτοκίνητο παντού”, ανακύκλωσης των απορριμάτων και επιδιόρθωσης των οικοσυστημάτων)˙ 

24-Ελάττωση του χρόνου εργασίας χωρίς μισθολογικές απώλειες, με χαμηλότερους ρυθμούς εργασίας˙επιβολή αναλογικών προσλήψεων (ιδιαίτερα για νεολαία, γυναίκες, μειονότητες): μαζί με την ανάπτυξη του δημόσιου τομέα, αυτός είναι ο καλύτερος δρόμος για να συνδυάσουμε την μείωση της παραγωγής αγαθών και της κατανάλωσης ενέργειας, την πλήρη απασχόληση και τη δημοκρατική μετάβαση˙ 

25-Εγγύηση του εργατικού δικαιώματος στην οργάνωση και άσκηση ελέγχου στο χώρο εργασίας, ιδιαίτερα σε επαγγελματική περίθαλψη, βιωσιμότητα προϊόντων, αποτελεσματικότητα της παραγωγής κλπ. Προστασία όσων προβαίνουν σε καταγγελίες˙ 

26-Αναμόρφωση των αστικών περιοχών με στόχο το σπάσιμο της κερδοσκοπίας της γης, “αποτεχνητοποίηση” της πόλης (διαμέσου της υιοθέτησης κηπουρικής της κοινότητας και αστικής γεωργίας και της αποκατάστασης των ενσωματωμένων στο αστικό πλαίσιο βιότοπων) και απελευθέρωσή της από το αυτοκίνητο προς όφελος των δημόσιων μεταφορών και της ελαφράς κινητικότητας (ανάπτυξη περιοχών αποκλειστικά για πεζούς και ποδηλάτες)˙ 

2.5 Το πρόγραμμα αυτό δεν είναι ολοκληρωμένο˙εμπλουτίζεται και θα συνεχίζει να εμπλουτίζεται από τους συγκεκριμένους αγώνες. Σε μια οικοσοσιαλιστική προοπτική, αυτός ο εμπλουτισμός θα πρέπει να καθοδηγείται από τα κύρια κλειδιά μιας δίκαιης μετάβασης: περιβαλλοντική και κοινωνική δικαιοσύνη, κοινές αλλά διαφοροποιημένες υπευθυνότητες, αγώνας ενάντια στην ανισότητα και για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, τερματισμός της πράσινης αποικιοκρατίας και του περιβαλλοντικού ρατσισμού, προτεραιότητα στις συλλογικές λύσεις, διεθνισμός, η αρχή της πρόληψης. Πάνω απ'όλα, οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι πρέπει να αναπτύξουν την ενδυνάμωσής του διαμέσου της δημοκρατίας, της αποκέντρωσης, του ελέγχου, και της συλλογικής ιδιοποίησης ή επανιδιοποίησης των κοινών. Τι είναι κοινό ορίζεται από την κοινωνική διαδικασία της δημοκρατικής οικοδόμησής του, όχι από τη φύση που θα καθιστούσε κάποια πράγματα ως “κοινά”, ενώ άλλα θα ήταν καταδικασμένα στην ατομική ιδιοκτησία. 

Τα παραπάνω αιτήματα επομένως δε συνιστούν μια λύση πασπαρτού: δείχνουν τον γενικό δρόμο προς μια αντικαπιταλιστική, διεθνιστική, οικοσοσιαλιστική και οικοφεμινιστική προοπτική που θα αλλάξει όλες τις σφαίρες της δραστηριότητας (παραγωγή, αναπαραγωγή, διανομή, κατανάλωση) και θα συνοδεύεται από μια βαθιά αλλαγή στις πολιτιστικές αξίες. Είναι εφαρμόσιμα ξεχωριστά, αλλά ένα τέλος στην κρίση είναι δυνατό μόνο διαμέσου της συντονισμένης και σχεδιασμένης εφαρμογής τους. Τα μέτρα αυτά συγκροτούν ένα συνεκτικό σύνολο, ασύμβατο με την ομαλή λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να αντιμετωπίσουμε το επείγον της κατάστασης. 

3.Μισθός-εργασία, αλλοτρίωση και οικοσοσιαλισμός 

3.1 Μόνο οι εκμεταλλευόμενοι και οι καταπιεσμένοι μπορούν να οδηγήσουν τον περιβαλλοντικό αγώνα ως το τέλος καθώς η κατάργηση του καπιταλιστικού συστήματος ανταποκρίνεται στα ταξικά τους συμφέροντα. Παρ'όλα αυτά το κεφάλαιο ενσωματώνει τους-τις εργαζόμενους-ες με την αγορά της εργατικής τους δύναμης. Το αποτέλεσμα είναι η εμπορευματοποίηση και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Κάτω από τις “κανονικές” συνθήκες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η καθημερινή ύπαρξη των προλεταρίων εξαρτάται από τη λειτουργία του συστήματος που τους-τις ακρωτηριάζει άμεσα και έμμεσα, μέσω του ακρωτηριασμού του περιβάλλοντός τους. Αυτή η αντίφαση καθιστά τόσο δύσκολη όσο και αποφασιστικής σημασίας την κινητοποίηση του εργατικού κινήματος στον οικολογικό αγώνα. Στην παρούσα στιγμή, δεδομένης της αναδιαμόρφωσης της οικονομίας με τη μαζική ανεργία, την πτώση της ταξικής συνείδησης και τη χειροτέρευση του συσχετισμού δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου αυτή η δυσκολία έχει αυξηθεί.

3.2 Η πλειοψηφία της ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος είναι υπέρ της ταξικής συνεργασίας με το σχέδιο του λεγόμενου “πράσινου καπιταλισμού”. Έχουν την αυταπάτη ότι η “δίκαιη μετάβαση”, με τη σωστή διαπραγμάτευση, θα μειώσει σημαντικά την ανεργία και θα ευνοήσει την ανάπττυξη χάρη στην “πράσινη” παραγωγή. Αντιμέτωποι με αυτή την κυρίαρχη συνδικαλιστική τάση, κάποιοι τομείς ρέπουν προς τον προστατευτισμό, είτε ακόμα στην κλιματική άρνηση. Πράγματι, σε ορισμένες περιπτώσεις  η υπεράσπιση του κλίματος χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για καπιταλιστικές επιθέσεις, ή συνδικαλιστές έχουν την αυταπάτη ότι η αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποφυγή της καταστροφής των θέσεων εργασίας στους τομείς των ορυκτών καυσίμων. Η υιοθέτηση μιας προβληματικής για τις οικοσοσιαλιστικές εναλλακτικές και η συμβολή στην ανάπτυξη μιας αριστερής ρήξης με τον καπιταλισμό και την ταξική συνεργασία είναι επομένως καθήκον πρώτιστης στρατηγικής σημασίας. 

3.3 Οι αριστεροί τομείς παίρνουν μέρος σε περιβαλλοντικούς αγώνες- π.χ. “Συνδικάτα υπέρ της Ενεργειακής Δημοκρατίας”, “Εργατικό Δίκτυο για τη Βιωσιμότητα” και οι “Καμπάνιες για Πράσινες Θέσεις Εργασίας”. Αυτές οι πρωτοβουλίες εμπλέκουν συνδικάτα και τα μέλη τους ώστε να ξεπερνούν τους φόβους τους για μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας. Όλες αυτές οι σημαντικές συνδικαλιστικές πρωτοβουλίες αποδίδουν την ευθύνη για την έξοδο από την οικονομία των ορυκτών στις ρυπογόνες επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις που τις προστάτευσαν και τις επιδότησαν. Έτσι, αναπτύσσουν αντικαπιταλιστικά αιτήματα που μπορούν να διευρυνθούν και να συντονιστούν όταν οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με τη σοβαρότητα της οικολογικής κρίσης. Για παράδειγμα, τα “Συνδικάτα υπέρ της Ενεργειακής Δημοκρατίας” υπερασπίζονται την κοινωνικοποίηση της ενέργειας. Είναι σαφές ότι οι φιλο-καπιταλιστικές δυνάμεις θα προσπαθήσουν να περιορίσουν τον ριζοσπαστισμό αυτών των πρωτοβουλιών επιμένοντας αυτές να μείνουν σε ένα πλαίσιο “σεβασμού της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων” (ΙΤUC, Συνέδριο του Βανκούβερ, απόφαση για τη “δίκαιη μετάβαση”). Επιπλέον, οι καμπάνιες για πράσινες θέσεις εργασίας ορισμένες φορές βασίζονται σε πολύ αισιόδοξες προβλέψεις αναφορικά με την “ανάπτυξη” της απασχόλησης χάρη στη μετάβαση. Η βιωσιμότητα δημιουργεί την ανάγκη για μείωση της παραγωγής, και αυτό δεν λαμβάνεται πάντα υπ'όψη. Το κλείσιμο των επιβλαβών επιχειρήσεων- από την παραγωγή όπλων μέχρι τα εργοστάσια ηλεκτρισμού που καίνε άνθρακα-και η επαναμετατροπή της παραγωγής αυτοκινήτων σε παραγωγή και συντήρηση ενός συστήματος μαζικών δημόσιων μεταφορών είναι μέτρα προτεραιότητας της μετάβασης. Και πράγματι, η μετάβαση θα δημιουργήσει μια αύξηση της απασχόλησης σε άλλους τομείς. Για παράδειγμα, η διάλυση της αγροβιομηχανίας προς όφελος της οικολογικής γεωργίας και η ανάπτυξη ενός δημόσιου ή κοινοτικού τομέα, υπό δημοκρατικό έλεγχο, θα προσφέρει δυνατότητες για επαναμετατροπή. 

Πρέπει επίσης να λάβουμε υπ'όψη το γεγονός ότι η αναδιοργάνωση των δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις κοινωνικές ανάγκες, και η μείωση των ανισοτήτων, συνιστούν στόχους που δεν περιορίζονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Συνιστούν παγκόσμιους στόχους που συνεπάγονται νέες θέσεις εργασίας για τη διόρθωση των ζημιών που έχουν προκληθεί στις χώρες του Νότου. Παρ'όλα αυτά, μια παγκόσμια μείωση της υλικής παραγωγής είναι απαραίτητη. Το εργατικό κίνημα πρέπει να δώσει μια απάντηση σε αυτό απαιτώντας μείωση των ωρών εργασίας χωρίς μισθολογικές απώλειες. Μια ριζική μείωση στις ώρες εργασίας είναι το “κατ'εξοχήν” αντιπαραγωγίστικο αίτημα. Συνιστά τον καλύτερο δρόμο για τη “διαχείριση με ορθολογικό τρόπο της ανταλλαγής ύλης με τη φύση με σεβασμό ταυτόχρονα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια”, συμφιλιώνοντας την πλήρη απασχόληση με την κατάργηση της άχρηστης και σπάταλης παραγωγής και της σχεδιασμένης απαρχαίωσης. 

3.4 Η χειροτέρευση του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας κατέληξε στη χειροτέρευση των εργασιακών συνθηκών. Η υγεία των πιο επισφαλώς εργαζόμενων κινδυνεύει ιδιαίτερα. Επομένως η μάχη ενάντια στην αύξηση των επαγγελματιών ασθενειών συνιστά ένα μοχλό για την αύξηση της συνειδητοποίησης από τους εργαζόμενους του γεγονότος ότι το κεφαλαιο καταστρέφει τόσο τη Γη όσο και τον εργαζόμενο. Η καταστροφή περιλαμβάνει τους αυξανόμενους ψυχοκοινωνικούς κινδύνους, που προκαλούνται όχι μόνο από τις μορφές οργάνωσης και ελέγχου των εργαζομένων, αλλά και από την περιβαλλοντική ζημιά που πολλοί εργαζόμενοι υποχρεούνται να προκαλέσουν καθ'υπαγόρευσιν του κεφαλαίου. Η υπεράσπιση της υγείας των εργαζόμενων είναι επίσης ένας μοχλός για τη συχνά δύσκολη σύγκλιση των αιτημάτων των εργαζόμενων σε ρυπογόνες επιχειρήσεις και των γειτονικών πληθυσμών-που επίσης υποφέρουν από αυτή η ρύπανση-και κινημάτων για το περιβάλλον. 

4. Γυναικείοι αγώνες και οικοσοσιαλισμός 

4.1 Οι ιθαγενείς λαοί, οι αγρότες και η νεολαία είναι στην προμετωπίδα των περιβαλλοντικών αγώνων, και οι γυναίκες παίζουν ηγετικό ρόλο σε αυτούς τους τρεις τομείς. Αυτή η κατάσταση είναι το προϊόν της ιδιαίτερης καταπίεσής τους, όχι του βιολογικού τους φύλου. Η πατριαρχία επιβάλλει στις γυναίκες κοινωνικές λειτουργίες άμεσα συνδεδεμένες με την “φροντίδα” και τις τοποθετεί στην προμετωπίδα των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Καθώς παράγουν το 80% των τροφίμων στις χώρες του Νότου, οι γυναίκες έρχονται άμεσα αντιμέτωπες με τις καταστροφές της κλιματικής αλλαγής και της αγροβιομηχανίας. Καθώς αναλαμβάνουν τα περισσότερα καθήκοντα της ανατροφής των παιδιών και της συντήρησης του σπιτιού, οι γυναίκες έρχονται άμεσα αντιμέτωπες με τις επιπτώσεις της περιβαλλοντικής καταστροφής και δηλητηρίασης στην υγεία και εκπαίδευση των κοινοτήτων τους. 

4.2 Σε ιδεολογικό επίπεδο, τα γυναικεία κινήματα θυμούνται πώς χρησιμοποιήθηκαν τα γυναικεία σώματα στο όνομα της επιστήμης (εκστρατείες εξαναγκασμένης στείρωσης, κλπ). Αυτή η εργαλειακή θεώρηση υπήρξε άλλο ένα εργαλείο κυριαρχίας και χειραγώγησης. 

4.3 Οι γυναικείοι αγώνες έχουν επίσης μια ειδική, πολύτιμη και αναντικατάσταση συμβολή στην ανάπτυξη μιας παγκόσμιας αντικαπιταλιστικής συνείδησης που ευνοεί την συνολικοποίηση των αγώνων. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το πλήρες φάσμα των σύγχρονων μεθόδων οικογενειακού προγραμματισμού παραμένει ακόμα μη διαθέσιμο σε τουλάχιστον 350 εκατομμύρια ζευγάρια παγκοσμίως. Περισσότερες από 220 εκατομμύρια γυναίκες στερούνται βασικών αναπαραγωγικών υπηρεσιών-που μπορεί να είναι (και συχνά είναι) ζήτημα ζωής και θανάτου. 74000 γυναίκες πεθαίνουν κάθε χρόνο ως αποτέλεσμα αποτυχημένων παράνομων αμβλώσεων-με έναν δυσανάλογο αριθμό απ'αυτές στον Παγκόσμιο Νότο. Κάθε χρόνο, περίπου 228000 γυναίκες πεθαίνουν από αποτρέψιμα αίτια που σχετίζονται με την εγκυμοσύνη και τον τοκετό-και 99% αυτών των θανάτων συμβαίνουν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Με τον αγώνα ενάντια στην πατριαρχική ιδιοποίηση των σωμάτων τους και ενάντια στην εκμετάλλευση της δωρεάν οικιακής εργασίας τους, οι γυναίκες φτάνουν να συνειδητοποιήσουν ότι ο καπιταλισμός δεν βασίζεται μόνο στην ιδιοποίηση της φύσης και την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσω της μισθωτής εργασίας αλλά επίσης και στην πατριαρχική αορατοποίηση της εργασίας της φροντίδας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Στους τρεις αυτούς πυλώνες του καπιταλισμού προστίθεται κι ένας τέταρτος, η εκμετάλλευση με βάση τη φυλή. Όλοι έχουν έναν κοινό παρονομαστή που είναι η ιδιοποίηση των φυσικών πόρων, στους οποίους ανήκει και το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό. Οι γυναικείοι αγώνες (I) για το δικαίωμα να ελέγχουν τα σώματα, τη σεξουαλικότητα και τις αναπαραγωγικές δυνατότητές τους, χωρίς βία (ΙΙ) ενάντια στις σεξιστικές και ρατσιστικές διακρίσεις στην αγορά της μισθωτής εργασίας και στην παραγωγή εν γένει και (ΙΙΙ) για κοινωνική αναγνώριση και αναδιοργάνωση της οικιακής εργασίας είναι επομένως αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσοσιαλιστικού αγώνα. Οι αγώνες των γυναικών βαθαίνουν και διευρύνουν τον ορίζοντα της απελευθέρωσης. 

5. Το αγροτικό ζήτημα και ο οικοσοσιαλισμός 

5.1 Παντού στον κόσμο οι αγρότες, οι ακτήμονες χωρικοί και οι εργάτες γης είναι ο κοινωνικός τομέας που παγκοσμίως εμπλέκεται περισσότερο στην πάλη για το περιβάλλον εν γένει και για το κλίμα ειδικά. Αυτός ο ρόλος της πρωτοπορίας αποδίδεται στη βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου, που επιθυμεί να εξαφανίσει τους ανεξάρτητους αγρότες και να τους αντικαταστήσει με εργάτες γης, υποαπασχολούμενους εργάτες και ανέργους (προκειμένου να ασκήσει πίεση στους μισθούς). Το σύστημα της βιομηχανικής γεωργίας παράγει φτηνά αγαθά σε χαμηλό κόστος για την αγορά μάλλον παρά ποιοτικά αγαθά για τους τοπικούς πληθυσμούς. Τα συνδικάτα των χωρικών όπως η Via Campesina διεξάγουν οργανωτική και προπαγανδιστική δουλειά, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας σε ακτήμονες να καταλάβουν εγκαταλελειμμένες γαίες. 

5.2 Σε αντίθεση με τους μισθωτούς εργαζόμενους, οι μικροί αγρότες δεν είναι ενσωματωμένοι στο κεφάλαιο. Παρ'ότι η παραγωγή για την αγορά τείνει να τους επιβάλει παραγωγίστικους στόχους και μεθόδους, αυτοί διατηρούν τη νοοτροπία του τεχνίτη που έχει το άγχος να “κάνει καλή δουλειά”. Παρά τον ισχυρό καπιταλιστή εχθρό, κινητοποιούνται για να διατηρήσουν ή να ανακαταλάβουν την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής τους. Αλλά ο πολύ άνισος συσχετισμός δύναμης στο πρόσωπο της αγροβιομηχανίας και της μεγάλης κλίμακας διανομής τους αναγκάζει να αναζητήσουν συμμαχίες με άλλα κοινωνικά κινήματα, ιδιαίτερα με τους μισθωτούς και το περιβαλλοντικό κίνημα. Οι εργάτες γης, ειδικά οι εποχιακοί χωρίς χαρτιά εργαζόμενοι που είναι υπερ-εκμεταλλευόμενοι, έχουν λίγες δυνατότητες να φύγουν από το υπερβολικά ανασφαλές περιθώριο των μισθωτών. Παρά τους εκφοβισμούς των εργοδοτών ή ακόμα και την καταστολή, κάποιοι κατάφεραν να δημιουργήσουν συνδικαλιστικές ενώσεις και να πετύχουν αυξήσεις στους μισθούς τους και βελτιώσεις στις συνθήκες εργασίας. Ο αγώνας τους είναι αντικειμενικά αντικαπιταλιστικός. 

5.3 Η σημασία του αγροτικού ζητήματος δεν θα πρέπει να κρίνεται μόνο από την αριθμητική αναλογία των αγροτών στο εργατικό δυναμικό, αλλά με βάση πέντε αντικειμενικά στοιχεία: 

5.3.1 Οι βιομηχανικοί τρόποι της αγροτικής παραγωγής και της αλιείας βρίσκονται στο κέντρο των αποφασιστικών ανθρώπινων προβλημάτων υγείας (παχυσαρκία, καρδιακές νόσοι, αλλεργίες κλπ) και της προστασίας του περιβάλλοντος, που αποκαλύπτουν την καταστροφική δύναμη του κεφαλαίου. Οι αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών δεν θα οδηγήσει την οικολογική μετάβαση, αλλά οι επιλογές που γίνοντι στην κατανάλωση φαγητού μπορούν να στηρίξουν τον αναπροσανατολισμό της γεωργίας και να έχουν σημαντικο οικολογικό αντίκτυπο. Το αίτημα για “διατροφική κυριαρχία” καθιστά δυσκολότερο για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν την τροφή ως όπλο απέναντι στους λαϊκούς αγώνες. Καθιστά πιθανή την ενοποίηση καταναλωτών και παραγωγών γύρω από πρακτικές που γεννάνε αντικαπιταλιστική συνείδηση. 

5.3.2 Οι γυναίκες παίζουν σημαντικό ρόλο στην αγροτική παραγωγή, συνιστώντας το 43% του αγροτικού εργατικού δυναμικού στις λεγόμενες “αναπτυσσόμενες” χώρες. Οι πατριαρχικές διακρίσεις αντανακλούν στο μικρότερο μέγεθος των αγροκτημάτων και του ζωικού κεφαλαίου τους, στο χαμηλότερο επίπεδο αυτοματοποίησης, στο μεγαλύτερο εργασιακό βάρος για χαμηλότερη αμοιβή (εξαιτίας του βάρους των μη-παραγωγικών αγγαρειών-όπως η μεταφορά νερού και καυσόξυλων), στη λιγότερη πρόσβαση σε εκπαίδευση και πίστωση (αλλά έχουν μεγαλύτερο μερίδιο από τους άντρες στη μικροπίστωση). Η χειραφέτηση των γυναικών αγροτισσών ως γυναικών είναι αποφασιστική συνθήκη για την αντιμετώπιση τόσο της πρόκλησης της διατροφικής κυριαρχίας όσο και της οικολογικής γεωργίας. Είναι λοιπόν ένα οικοσοσιαλιστικό ζήτημα αφ'εαυτού του. 

5.3.3 Ο τομέας της γεωργίας-δασοκομίας ως σύνολο είναι υπεύθυνος για περισσότερο από το 40% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Η αγροβιομηχανία είναι επίσης παράγοντας κλειδί για τη χημική δηλητηρίαση της βιόσφαιρας, ενώ η βιομηχανική αλιεία και η ρύπανση των υδάτων από την αγροβιομηχανία είναι αποφασιστικής σημασίας για την απώλεια βιοποικιλότητας σε υδάτινα περιβάλλοντα. Την ίδια στιγμή, η υπερθέρμανση απειλεί την παραγωγικότητα της γης και η οξύνιση που προκαλούν τα αυξημένα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα απειλούν τα υδάτινα οικοσυστήματα. 

5.3.4. Η απώλεια βιοποικιλότητας δεν θα σταματήσει κυρίως με τη δημιουργία φυσικών δρυμών αλλά με την ανάπτυξη μιας οικολογικής γεωργίας. Επιπλέον, η μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου στο μηδέν δεν αρκεί πλέον για να συγκρατηθεί η κλιματική αλλαγή. Στις επόμενες δεκαετίες πρέπει να αφαιρεθεί άνθρακας από την ατμόσφαιρα. Με δεδομένη τη λογική της κερδοφορίας, το κεφάλαιο μπορεί να αντιδράσει μόνο με επικίνδυνες τεχνολογίες όπως η γεω-μηχανική και μια γενική ιδιοποίηση των “οικοσυστημικών υπηρεσιών”. Η μικρή αγροτική καλλιέργεια και η ορθολογική δασοκομία είναι τα μόνα μέσα για να πετύχουμε αποτελεσματικά αυτή την αφαίρεση, με ασφάλεια και με σεβασμό στην κοινωνική δικαιοσύνη. Επομένως η προστασία της βιοποικιλότητας και του κλίματος ενισχύουν την αναγκαιότητα της οικοσοσιαλιστικής εναλλακτικής. Ο αποφασιστικός ρόλος της αγρο-οικολογικής γεωργίας βασίζεται υλικά σε αυτή τη συνολική εναλλακτική. 

5.3.5. Η μετάβαση στη φιλική προς το περιβάλλον γεωργία (και αλιεία και δασοκομία) είναι μείζων συνθήκη για την οικοδόμηση μιας οικοσοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτή η πλευρά είναι εξίσου σημαντική με τη δημοκρατία των παραγωγών και τη χρήση 100% ανανεώσιμης ενέργειας. Παρ'όλα αυτά, η αγρο-οικολογία απαιτεί περισσότερο εντατική εργασία από τη βιομηχανική γεωργία. Η μετάβαση στη βιώσιμη δασοκομία και η αποκατάσταση/προστασία των οικοσυστημάτων συνεπάγεται αύξηση του μέρους του πληθυσμού που επενδύεται σε αυτές τις δραστηριότητες. Η απάντηση σε αυτή την πρόκληση απαιτεί μια μακροπρόθεσμη πολιτική αναβάθμισης των αγροτικών τεχνικών, εκπαίδευσης των εργαζομένων, εξοπλισμού των αγροτικών περιοχών με υποδομή και προσωπικές υπηρεσίες και κατασκευής αστικών κήπων. 

6. Ιθαγενείς λαοί, ευ ζην και οικοσοσιαλισμός 

Σε Βόρεια, Κεντρική και Νότια Αμερική, Αφρική, Ασία και Ωκεανία, οι ιθαγενείς λαοί είναι στην πρώτη γραμμή. Ο αγώνας τους συχνά συνδυάζεται με αυτόν των χωρικών και των αγροτικών κοινοτήτων, αλλά είναι ιδιαίτερος. Οι ιθαγενείς λαοί παράγουν την κοινωνικη τους ύπαρξη μέσα από μια άμεση σχέση με το περιβάλλον που έχουν διαμορφώσει και που συνιστά τον τρόπο ζωής τους. Ως αποτέλεσμα, αυτοί οι λαοί μπλοκάρουν πολλούς ισχυρούς καπιταλιστές παίχτες που είναι πρόθυμοι να λεηλατήσουν φυσικούς πόρους:πολυεθνικές του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, των ορυκτών, της ξυλείας, της πολτοποίησης, του κρέατος, αγροβιομηχανία, φαρμακευτικός τομέας και όσοι χρηματοδοτούν την αντιστάθμιση του άνθρακα μασκαρευόμενοι σε οικολογικούς υπερασπιστές του δάσους. Όλοι αυτοί οι εξορυκτικοί άρπαγες γενικά δρουν με τη συνενοχή των εθνικών κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών, που επικαλούνται αναπτυξιακούς στόχους και οικολογικές ανάγκες για να καλύψουν την απληστία τους και τη νεοαποικιακή περιφρόνησή τους για τους ιθαγενείς λαούς. Από τη μεριά τους, αυτοί οι λαοί γενικά δεν έχουν κανένα δικαίωμα στους πόρους του περιβάλλοντός τους. Δεν έχουν άλλα μέσα από τον αγώνα ενάντια στον εκτοπισμό. Μέσα από τον αγώνα τους οι ιθαγενείς προστατεύουν και γνωστοποιούν την κοσμογονία τους, που είναι πολύτιμη περιουσία για το σύνολο της ανθρωπότητας και έμπνευση για τον οικοσοσιαλισμό. Καθώς ο καπιταλισμός επιχειρεί να τους κάνει στην άκρη και να αρπάξει τους πόρους και τη γνώση τους, παίζουν πρωτοπόρο ρόλο στον αγώνα για μια οικολογικά ισορροπημένη κοινωνία. Ακόμα και όταν οι ιθαγενείς λαοί ζούνε σε αστικές περιοχές, διατηρούν δεσμούς με τις κοινότητες και τον πολιτισμό τους, παρ'όλο που αντιμετωπίζουν επίσης ιδιαίτερα προβλήματα μέσα στις πόλεις, συμπεριλαμβανομένων των διακρίσεων. Σωστά αναζητούν συμμάχους για να ενισχύσουν την πάλη τους. 

7. Αυτοδιαχείριση, έλεγχος και πολιτικές προοπτικές 

7.1 Οι βαθιές αλλαγές στον τρόπο ζωής και τις αναπτυξιακές προοπτικές που απαιτεί η οικολογική μετάβαση δεν μπορούν να επιβληθούν από τα πάνω, είτε αυταρχικά είτε τεχνοκρατικά. Είναι εφικτές μόνο αν η πλειοψηφία του πληθυσμού αποκτήσει την πεποίθηση ότι είναι απαραίτητες και συμβατές με μια σημαντική βελτίωση των συνθηκών ζωής, κι άρα επιθυμητές. Αυτό απαιτεί μια μεγάλη αλλαγή στη συνείδηση για την εκτίμηση του χρόνου, τον έλεγχο του τι παράγεται, και μη αλλοτριωμένη εργασία πάνω σε ατελείωτα υλικά πράγματα. Επομένως, η λαϊκή εκπαίδευση για τη σοβαρότητα της οικολογικής καταστροφής και τις αιτίες είναι ουσιώδης. Μπροστά στην καπιταλιστική απάτη, το κίνημα για τη βιωσιμότητα πρέπει να ενεργοποιήσει τις δημοκρατικές διαδικασίες ενεργού ελέγχου, να αναλάβει τη μετάβαση, να παρέμβει στη δημόσια λήψη αποφάσεων, και ακόμα να αναλάβει την παραγωγή και την κοινωνική αναπαραγωγή, καθώς και να προστατεύσει τα απειλούμενα οικοσυστήματα. Από την ίδια τη φύση τους, αυτές οι διαδικασίες συνδυάζονται με τους αγώνες των καταπιεσμένων εθνοτήτων για τα κοινωνικά τους δικαιώματα και το δημοκρατικό δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Είναι ζήτημα εφαρμογής στην πράξη χειραφετημένων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπινων όντων, και μεταξύ της ανθρωπότητας και της υπόλοιπης φύσης, το να δείξουμε ότι “ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός”. Αυτές οι πρακτικές των κοινωνικών τομέων που εμπλέκονται περισσότερο στους αγώνες ενθαρρύνουν το εργατικό κίνημα να αντιπαλέψει την επιρροή του προστατευτισμού και του παραγωγισμού μέσα σε αυτό. 

7.2. Το κίνημα για την αποεπένδυση των ορυκτών καυσίμων και για τη μετάβαση πρέπει να υποστηριχθεί ενεργά. Σε γενικές γραμμές, οι εμπειρίες του εργατικού ελέγχου, του ελέγχου των πολιτών, της συμμετοχικής διαχείρισης και της αυτοδιαχείρισης, καθώς και οι γυναικείοι αγώνες για κοινωνική αναγνώριση και μοίρασμα των οικιακών καθηκόντων, ευνοούν μια αντικαπιταλιστική συνείδηση κι ένα σχέδιο που περιλαμβάνει την οικοσοσιαλιστική διάσταση στον πυρήνα του. Πειράματα συνεργατικής οικολογικής γεωργίας, ειδικά στην Ευρώπη αλλά ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, το δείχνουν αυτό και έχουν επίσης επιρροή στο εργατικό κίνημα. Πολλά πειράματα αυτοδιαχειριζόμενης παραγωγής επίσης εμπλέκουν απολυμένους, αποκλεισμένους και επισφαλείς εργαζόμενους, ακόμα και μετανάστες χωρίς χαρτιά και αιτούντες άσυλο. Αυτές οι εναλλακτικές δίνουν μια άμεση απάντηση στη μαζικό και διαρκή κοινωνικό αποκλεισμό, που υποβαθμίζει τις ζωές και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων. Έχουν σημαντική θέση σε μια οικοσοσιαλιστική στρατηγική καθώς αρνούνται τον φαταλισμό, οικοδομούν την αλληλεγγύη και διευρύνουν τους κύκλους των περιβαλλοντικών ακτιβιστών. 

Είναι, παρ'όλα αυτά, αυταπάτη να πιστεύουμε ότι η γενίκευσή τους θα καταστήσει πιθανή την αποφυγή της οικολογικής καταστροφής. Δομικά κοινωνικο-οικονομικά μέτρα, ιδιαίτερα η κοινωνικοποίηση της πίστης και της ενέργειας, είναι απολύτως απαραίτητα. Οι μεταβατικές πρωτοβουλίες πρέπει να βασίζονται στο δημοκρατικό σχεδιασμό, την κάλυψη κοινωνικών αναγκών ενώ σέβονται τους οικολογικούς περιορισμούς. Χωρίς μια τέτοια συνάρθρωση, αυτές οι πρωτοβουλίες μπορεί να επιφέρουν αποπολιτικοποίηση, ή ακόμα να συνιστούν μια μακροπρόθεσμη συνύπαρξη με ένα σύστημα που βασίζεται στο κέρδος. 

7.3 Ο αγώνας ενάντια στις μεγάλες υποδομές των ορυκτών είναι στοιχείο κλειδί στο γενικό κίνημα παρέμβασης, ελέγχου και μετάβασης.  Μαζικές διαδηλώσεις, καταλήψεις ορυχείων και καμπάνιες πολιτικής ανυπακοής καθιστούν πιθανό να αποκρούσουμε αποφασιστικά την “αναπτυξιακή” και “εξορυκτική” δυναμική του κεφαλαίου. Αυτές οι μάχες είναι καθοριστικής σημασίας για την υπεράσπιση των οικοσυστημάτων και των ανθρώπινων κοινωνικών που ζουν μέσα σ'αυτά και τα διαμορφώνουν. Είναι στρατηγικής σημασίας για την υπεράσπιση του κλίματος καθώς το τρέχον επίπεδο των υποδομών συνιστά εμπόδιο για την ανάπτυξη του εξορυκτικού κεφαλαίου. Έτσι, αποτελούν προνομιακό μέσο γεφύρωσης μεταξύ των αγώνων των χωρικών, των ιθαγενών λαών, της νεολαίας, των γυναικών κι από κει και πέρα, για την πρόσκληση στο εργατικό κίνημα να συμμετάσχει στον αγώνα. Η διεθνής δικτύωση αυτών των αντιστάσεων καθιστά πιθανή τη βελτίωση του συσχετισμού δυνάμεων, την απόκρουση της κατηγορίας για NIMBY (Not In My Backyard, αντίληψη που περιορίζεται στο να φύγει το πρόβλημα και να πάει αλλού-ΣτΜ) και την ενίσχυση του δίκαιου των αιτημάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιβάλει μεταρρυθμίσεις οι οποίες, ενώ παραμένουν μέσα στο καπιταλιστικό πλαίσιο, λειτουργούν σαν βάση για περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση. 

7.4. Η απαραίτητη σύγκλιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών αγώνων δεν είναι ένα μάζεμα γύρω από έναν σταθερό συμβιβασμό αλλά μια δυναμική διαδικασία ξεκαθαρίσματος, ανασύνθεσης και ριζοσπαστικοποίησης. Μια τέτοια διαδικασία περιλαμβάνει πολλαπλές συγκρούσεις μεταξύ κοινωνικών τομέων, ιδιαίτερα συγκρούσεις με τομείς του εργατικού κινήματος που εμπλέκονται σε ταξική συνεργασία με τον παραγωγισμό. Ενώ καταδεικνύουμε το αναγκαίο τακτικό νόημα και δίνουμε έμφαση στα πλεονεκτήματα της οικολογικής μετάβασης στους εργαζόμενους (ιδιαίτερα όσον αφορά τις θέσεις εργασίας και την υγεία), είναι αναγκαίο να συγκρουστούμε με το εργατικό κίνημα που βρίσκεται υπό την επιρροή του προστατευτισμού και του παραγωγισμού. Σε μια σύγκρουση μεταξύ κοινωνικών τομέων που εμπλέκονται με το περιβάλλον και τομέων του εργατικού κινήματος που πιστεύει στον παραγωγισμό, εμείς υπερασπιζόμαστε τους πρώτους ενώ προσπαθούμε να πείσουμε τους εργαζόμενους να αλλάξουν άποψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να προσπαθούμε να προτείνουμε συγκεκριμένες προγραμματικές εναλλακτικές που να στοχεύουν στη βελτίωση των δικαιωμάτων και στο ευ ζην τόσο των εργαζομένων όσο και των κοινοτήτων. Δεν θα πρέπει να πληρώνουν αυτοί τις αποφάσεις των εταιρειών και των κυβερνήσεων που τις υποστήριξαν. 

7.5. Το να κερδίσουμε το εργατικό κίνημα και άλλους κοινωνικούς τομείς στον αγώνα για ένα οικοσοσιαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα είναι τελικά εφικτό μόνο μέσα από την ανάδυση πολιτικών εναλλακτικών για ένα συνεκτικό σχέδιο δομικών αντικαπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων που να ικανοποιεί τόσο τις κοινωνικές ανάγκες όσο και τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς. Χωρίς την οικοδόμηση τέτοιων πολιτικών εναλλακτικών, και χωρίς τη συνάρθρωσή τους με τα κοινωνικά κινήματα, αυτό θα είναι πάντα μια χίμαιρα: το περιβάλλον θα θυσιάζεται στο βωμό της κοινωνίας, ή η τελευταία στο βωμό του πρώτου. Η δημιουργία μιας οικοσοσιαλιστικής κυβέρνησης που θα έρχεται σε ρήξη με τον καπιταλισμό μέσα από την κοινωνική κινητοποίηση είναι ο θεμέλιος λίθος ενός οικοσοσιαλιστικού προγράμματος έκτακτης ανάγκης. Αλλά δεν υπάρχει οικοσοσιαλισμός σε μια χώρα. Ο σχηματισμός μιας τέτοιας κυβέρνησης είναι, με τη σειρά του, μόνο ένα προσωρινό στάδιο σε μια διαρκή διαδικασία που στοχεύει στην ανατροπή του καπιταλισμού σε όλη την επιφάνεια του πλανήτη. 

8. Τεχνολογίες, αυτοδιαχείριση και αποκέντρωση 

8.1. “Η Κομμούνα είναι η πολιτικη μορφή που τελικά βρήκε η χειραφέτηση της εργασίας”, ανακοίνωσε ο Μαρξ στο έργο του για την Κομμούνα του Παρισιού. Τον 19ο αιώνα, ο καπιταλισμός δημιούργησε ένα όλο και πιο ομοιόμορφο και συγκεντρωτικό ενεργειακό σύστημα, του οποίου ο τεχνικός και πολιτικός έλεγχος περιλάμβανε ένα μεγάλο γραφειοκρατικό μηχανισμό και ένα σύνθετο σύστημα κατανομής εξουσιών. Αυτό το σύστημα προφανώς δεν είναι η αιτία του γραφειοκρατικού εκφυλισμού της ΕΣΣΔ -που ήταν το αποτέλεσμα της σταλινικής αντεπανάστασης- αλλά την ευνόησε σε κάποιο βαθμό. Αντιστρόφως, η ευελιξία και τροποποιησιμότητα των ανανεώσιμων τεχνολογιών δεν αποτελούν εγγύηση για τη σοσιαλιστική δημοκρατία, αλλά ανοίγουν νέες δυνατότητες για αντικαπιταλιστικές δομικές μεταρρυθμίσεις. Αυτές μπορούν να στοχεύουν στην αποκεντρωμένη περιοχική ανάπτυξη, οργανωμένη γύρω από τον δημοκρατικό έλεγχο από τις τοπικές κοινότητες των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που είναι διαθέσιμες επί τόπου και της χρήσης τους. Αλλά η πραγματοποίηση αυτών των δυνατοτήτων εξαρτάται από την ταξική πάλη. Η κατάσχεση μέρους μόνο των περιουσιών που έχουν σωρεύσει οι αραβικές πετρομοναρχίες θα ήταν αρκετές να χρηματοδοτήσουν περιφερειακά σχέδια εναλλακτικής ανάπτυξης στην Εγγύς και Μέση Ανατολή βασισμένα στην ηλιακή ενέργεια και προσανατολισμένα στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών σε τοπική κλίμακα. Παρομοίως, είναι λυπηρό που οι λεγόμενες “προοδευτικές” Λατινοαμερικάνικες κυβερνήσεις δεν έχουν επενδύσει μεγάλο μέρος των εσόδων από την εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων σε σχέδια κοινωνικής και οικολογικής μετάβασης που να στοχεύουν σε έναν άλλο τύπο αποκεντρωμένης ανάπτυξης: δημοκρατικής, με μεγαλύτερη ισορροπία πόλης-υπαίθρου, βασισμένης στις κοινότητες και 100% ανανεώσιμης. 

8.2.Οι τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας επίσης τροποποιούν τη σύνδεση μεταξύ δομικών μέτρων και εμπειριών ελέγχου ή αυτοδιαχείρισης σε τοπικό επίπεδο, με νέες δυνατότητες για ενεργειακή αυτονομία. Το σχέδιο μιας δημοκρατικής οικοσοσιαλιστικής κοινωνίας βασισμένης σε ένα δίκτυο αποκεντρωμένων οργάνων εξουσίας επομένως κερδίζει εμπιστοσύνη. Η φύση της και η δυσκολία αποθήκευσης της ενέργειας καθιστά ευκολότερη τη διαχείριση της σε ένα αποκεντρωμένο, συνδυασμένο και συμπληρωματικό σύστημα απ'ό,τι στο παρόν σύστημα, που υπόκειται στις επιταγές της αγοράς. Μαζί με τη διατροφική κυριαρχία αυτό το πεδίο πάλης είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις χώρες του Νότου, ως κομμάτι ενός μοντέλου ανάπτυξης εναλλακτικού προς το ιμπεριαλιστικό μοντέλο. 

9. Περιβαλλοντική καταστροφή και ο κοινωνικός ρόλος των επιστημόνων 

Οι καπιταλιστικές απαντήσεις είναι οικολογικά ανεπαρκείς και κοινωνικά άδικες καθώς είναι καθορίζονται από την ταύτιση των κοινωνικών κανόνων της αγοράς με τους αναπότρεπτους φυσικούς νόμους. Αυτή η πραγματικότητα ωθεί κάποιους επιστήμονες να εμπλακούν στο πεδίο της πάλης. Η δέσμευσή τους είναι ενάντια στο πλαίσιο της αυξανόμενης διάσπασης της επιστημονικής έρευνας και της ενισχυόμενης καθυπόταξής της στις ανάγκες του κεφαλαίου. Ένας αυξανόμενος αριθμός ερευνητών αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της διεπιστημονικής δουλειάς που συνεπάγεται συνεργασία με τα κοινωνικά κινήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται η ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουμε τη “γνώση”, απελευθερώνοντάς την από το κεφάλαιο. Οι επιστήμονες επιπλέον αμφισβητούνται από την άνοδο του ανορθολογισμού και της άρνησης των αντικειμενικών γεγονότων από ορισμένους τομείς της άρχουσας τάξης, δυο αντιδραστικά χαρακτηριστικά που ενσαρκώνονται ιδιαίτερα από τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι οικοσοσιαλιστές οφείλουν να ενθαρρύνουν τους επιστήμονες να μιλούν ανοιχτά. Το ζήτημα δεν είναι να υποτάξουμε το κοινωνικό κίνημα στη δικτατορία της “επιστήμης” ή των ειδικών, αλλά μάλλον να θέσουμε τους ειδικούς στην υπηρεσία του κινήματος, ακόμα και ενώ εντείνουμε την κριτική. Αυτό μπορεί να αυξήσει την αξιοπιστία και τη νομιμότητα των αντικαπιταλιστικών επιλογών. Ειδικότερα, η εμπειρία της διεθνούς επιστημονικής συνεργασίας είναι ένα ισχυρό στοιχείο για τη ανάπτυξη και την εμβάθυνση του διεθνισμού. 

10. Αυτοοργάνωση των επηρεαζόμενων πληθυσμών 

Η ικανότητα να αναχαιτίσουμε την επερχόμενη περιβαλλοντική καταστροφή είναι εκπρόθεσμη. Όπως ήδη παρατηρούμε, οι “ανθρωπογενείς” οικολογικές καταστροφές είναι επομένως πιθανό να πολλαπλασιαστούν, ιδιαίτερα εξαιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων (πλημμύρες, κυκλώνες, κλπ). Αυτό προκαλεί καταστάσεις αποδιοργάνωσης και χάους που τις εκμεταλλεύονται διάφοροι κερδοσκόποι με σκοπό την κυριαρχία τους (πολιτική, οικονομική, γεωστρατηγική). Την ίδια στιγμή, αυτές οι ίδιες καταστάσεις μπορεί να οδηγήσουν σε πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην οικοδόμηση δικτύων αλληλεγγύης που είναι αντιπαραθετικά προς τα ιμπεριαλιστιά πρακτορεία. Αυτή η αυτοοργάνωση της βοήθειας, υποδοχής των προσφύγων και ακόμα ανοικοδόμησης της κοινωνικής ζωής εν γένει είναι κρίσιμη για την οικοδόμηση της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτές οι πρωτοβουλίες επομένως απολαμβάνουν μεγάλης νομιμοποίησης καθώς καθίστανται ζωτικής σημασίας κάτω από αυτές τις περιστάσεις και είναι αποτελεσματικότερες από τη διεθνή βοήθεια. Μια τέτοια προοπτική είναι αναπόσπαστο κομμάτι της οικοσοσιαλιστικής μας στρατηγικής ως επαναστατικής στρατηγικής. Πιο γενικά, η αποτυχία του καπιταλισμού να δώσει απάντηση στην αυξανόμενη οικολογική κρίση θέτει ένα δίλημμα: είτε υποκύπτουμε στην καταστροφή είτε σώζουμε τους εαυτούς μας. 

11. Οικοσοσιαλισμός και διεθνισμός 

11.1.Στο οικοσοσιαλιστικό πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης, οι απαιτήσεις για τοπικοποίηση της παραγωγής και διατροφικής κυριαρχίας είναι κομμάτι μιας αυτοδιαχειριστικής και διεθνιστικής προοπτικής ριζικά αντίθετης τόσο με την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και το “ελεύθερο εμπόριο” από τη μία, όσο και με τον καπιταλιστικό προστατευτισμό και την εθνική κυριαρχία, από την άλλη. Στις ανεπτυγμένες χώρες ειδικά, απαιτείται η μεγαλύτερη εγρήγορση απέναντι στην προσπάθεια της ακροδεξιάς να στρέψει τα οικολογικά αιτήματα προς εθνικιστικές ψευδο-απαντήσεις. Αυτές είναι πάντα στην υπηρεσία του κεφαλαίου και είναι ο σύνδεσμος με τη ρατσιστική, ισλαμοφοβική και αντιδραστική-παραδοσιακή ρητορική. Αυτές οι προσπάθειες βρίσκονται συνήθως στο αίτημα για τοπικοποίηση της παραγωγής και διατροφική κυριαρχία. Είναι επομένως κρίσιμο να πλαισιώνουμε προσεκτικά τα αιτήματα σχετικά με αυτά τα θέματα. 

11.2. Είμαστε αντίθετοι-ες με την μετακίνηση των επιχειρήσεων σε χώρες χαμηλού κόστους, και υπέρ της τοπικοποίησης της παραγωγής εν γένει, αλλά δεν υποστηρίζουμε το αίτημα για επαναφορά σε ιμπεριαλιστικές χώρες των επιχειρήσεων που έχουν μετακινηθεί σε χώρες χαμηλού κόστους. Αυτή η ιδέα θα σήμαινε ότι οι εργαζόμενοι στις χώρες χαμηλού κόστους θα έχαναν τις δουλειές τους ούτως ώστε αυτοί στις ιμπεριαλιστικές χώρες να ανακτήσουν τις δικές τους. Αντί να ενοποιεί τους εργαζόμενους σε διαφορετικές χώρες ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, αυτό το αίτημα προκαλεί μεταξύ τους ανταγωνισμό, και επομένως τους αφοπλίζει μπροστά στην πίεση των εργοδοτών για ανταγωνιστικότητα στις αγορές. Η τοποθέτηση της παραγωγής είναι κομμάτι ενός εντελώς διαφορετικού σχεδίου, βασισμένου σε οικολογικές και κοινωνικές ανάγκες, ιδιαίτερα το δικαίωμα στην εργασία και το εισόδημα για όλους, κοντά στο μέρος που ζουν. Παρομοίως, η διατροφική κυριαρχία, για μας, δεν είναι μια εθνική κυριαρχία, αλλά μια κυριαρχία στο επίπεδο των περιοχών που ιστορικά διαμορφωνόταν από τις κοινότητες. Πρέπει να σεβαστούν την ίδια την ιστορία τους. Υπερασπιζόμαστε την αλληλεγγύη μεταξύ των κοινοτήτων προκειμένου να διαχειρίζονται τους κοινούς πόρους και να τους ανταλλάσσουν στη βάση της αλληλεγγύης και της συμπληρωματικότητας μάλλον παρά του ανταγωνισμού και της υπερεκμετάλλευσης. 

11.3. Γενικά, οι διάφορες φόρμουλες του “αριστερού προστατευτισμού που βασίζεται στην αλληλεγγύη” υποστηρίζουν την ιδέα ότι ο ανταγωνισμός από τις χώρες με χαμηλούς μισθούς που δεν προστατεύουν το περιβάλλον είναι η αποφασιστική αιτία για τις απώλειες θέσεων εργασίας στη βιομηχανία στις ανεπτυγμένες χώρες. Κι όμως η κύρια αιτία για αυτές τις απώλειες είναι η αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας, είτε αυτή γίνεται μέσω της εντατικοποίησης της εργασιακής ημέρας, της αυτοματοποίησης ή της ανάθεσης σε μονάδες όπου οι εργαζόμενοι έχουν λιγότερα δικαιώματα και χαμηλότερους μισθούς. Η προφανής λύση είναι η μείωση των ωρών εργασίας αλλά έχει μπλοκαριστεί εξαιτίας της επιδείνωσης του συσχετισμού δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου. Υιοθετώντας την παρωχημένη οπτική μιας παγκόσμιας οικονομίας που βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ χωρών, ενώ τον κυρίαρχο ρόλο σήμερα τον παίζουν οι πολυεθνικές, ο “αριστερός προστατευτισμός” αποπροσανατολίζει την προσοχή από την αντίθεση κεφάλαιο-εργασία σε ένα διαταξικό μέτωπο για την υπεράσπιση της ανταγωνιστικότητας. Ο “αριστερός προστατευτισμός” προσποιείται ότι είναι διεθνιστικός, αλλά τηρεί σιγή για τον καταστροφικό ανταγωνισμό των αγροβιομηχανικών εξαγωγών χαμηλού κόστους από τις ανεπτυγμένες χώρες προς τον Νότο-όπως το καλαμπόκι που στέλνεται από τις ΗΠΑ και έχει καταστρέψει τα περισσότερα μεξικάνικα αγροκτήματα milpa-και άλλες εκφάνσεις της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Ο κίνδυνος της ρατσιστικής μόλυνσης ξεκινώντας από σοβινιστικές θέσεις είναι σημαντικός. Πράγματι, στις πιο ανεπτυγμένες χώρες, η υπεράσπιση της απασχόλησης περιφρουρώντας την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων απέναντι στον ανταγωνισμό των χωρών με χαμηλούς μισθούς μπορεί εύκολα να μετατραπεί στην υπεράσπιση της απασχόλησης με τη μάχη ενάντι στον ανταγωνισμό των παράνομων ή ξένων εργατών, από τη στιγμή που αυτοί αντιπροσωπεύουν, ούτως ειπείν, έναν “τρίτο κόσμο στη χώρα μας”. Σε αυτή ακριβώς τη θανάσιμη παγίδα θέλει η ακροδεξιά να τραβήξει το εργατικό και το περιβαλλοντικό κίνημα. 

Δεν υπάρχει σύντομος δρόμος, κανένα μέτωπο μεταξύ καπιταλιστών και του εργατικού τους δυναμικού, που να μπορεί να αντιμετωπίσει τόσο την ανεργία όσο και την καταστροφή του οικοσυστήματος. Αντίθετα, οι εργαζόμενοι πρέπει να αναπτύξουν καμπάνιες αλληλεγγύης όπου μπορούν να βρουν την ενότητα και τη δύναμη να ξεπεράσουν την κρίση. 

11.4. Μια οικοσοσιαλιστική κυβέρνηση, ερχόμενη στην εξουσία σαν αποτέλεσμα της κινητοποίησης των εκμεταλλευόμενων και των καταπιεσμένων, θα ξεκινούσε τη ρήξη με τον καπιταλισμό μέσα από μέτρα όπως το μονοπώλιο στο ξένο εμπόριο, ο έλεχγος της κίνησης κεφαλαίων κοκ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει την προστασία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων από τον διεθνή ανταγωνισμό. Ακριβώς το αντίθετο, είναι ζήτημα προστασίας της αντικαπιταλιστικής πολιτικής και την ίδια στιγμή καλέσματος  στους εκμεταλλευόμενους και καταπιεσμένους των άλλων χωρών να συμμετάσχουν στον αγώνα. Αυτή είναι μια διεθνιστική προοπτική για την ανατροπή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Μια τέτοια πολιτική βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του “προστατευτισμού” που πάντα καταλήγει να καθυποτάσσει τις οικολογικές και κοινωνικές διεκδικήσεις στις ανάγκες της ενδυνάμωσης του εθνικού καπιταλισμού στην παγκόσμια αγορά, δηλαδή, τελικά, στο ελεύθερο εμπόριο. 

11.5. Ο οικοσοσιαλισμός μπορεί να ξεκινήσει στο εθνικό επίπεδο αλλά μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε παγκόσμια κλίμακα. Η ορθολογική και συνετή διαχείριση του συστήματος της Γης απαιτεί παγκόσμιο δημοκρατικό σχεδιασμό. Το παγκόσμιο επιστημονικό έργο που πραγματοποιείται από όργανα όπως η IPCC, το IGBP και άλλα δείχνουν ότι αυτός ο παγκόσμιος δημοκρατικός σχεδιασμός είναι εφικτός. Το μοντέλο αυτής της διεθνούς συνεργασίας τους θα μπορούσε να εφαρμοστεί επίσης από δημοκρατικά εκλεγμένους αντιπροσώπους των κοινωνικων κινημάτων. Στην πραγματικότητα αυτό γίνεται εν μέρει σήμερα από οργανώσεις όπως η Via Campesina.

 

12. Συμπέρασμα: οικοσοσιαλισμός και επανάσταση 

Η παράλογη καπιταλιστική λογική-η ανορθολογική επέκταση, η απεριόριστη συσσώρευση όπως επίσης και ένας παραγωγισμός εμμονικός με την αναζήτηση του κέρδους με κάθε κόστος-είναι υπεύθυνη για το ότι η ανθρωπότητα έχει έρθει στο χείλος της αβύσσου: αντιμέτωπη με την κλιματική αλλαγή και την οικολογική καταστροφή. 

Η μετακίνηση από την “καταστροφική πρόοδο” του καπιταλισμού προς τον οικοσοσιαλισμό συνιστά μια ιστορική διαδικασία, μια επαναστατική διαρκή μεταμόρφωση της κοινωνίας, του πολιτισμού και της συνείδησης. Αυτή η μετάβαση δεν θα μας φέρει μόνο σε έναν νέο κόσμο παραγωγής, σε μια κοινωνία ισότητας και δημοκρατίας, αλλά και σε έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής, έναν νέο πολιτισμό, πέρα από το νόμο του χρήματος, πέρα από τις καταναλωτικές συνήθειες που παράγονται τεχνητά μέσα από τη διαφήμιση και πέρα από την απεριόριστη παραγωγή άχρηστων εμπορευμάτων. Και, όπως είπε ο Μαρξ, το Βασίλειο της Ελευθερίας, αρχίζει με την ελάττωση του χρόνου εργασίας... 

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να συμβεί χωρίς μια επαναστατική μεταμόρφωση των κοινωνικών και πολιτικών δομών μέσω της μαζικής δράσης της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού. Στην ανάπτυξη μιας σοσιαλιστικής, φεμινιστικής και οικολογικής, συνείδησης, η συλλογική εμπειρία των λαϊκών αγώνων είναι ο αποφασιστικός παράγοντας, από τις τοπικές αναμετρήσεις μέχρι τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας. 

Το ότι ονειρευόμαστε και αγωνιζόμαστε για έναν πράσινο σοσιαλισμό ή όπως κάποιοι λένε, για τον ηλιακό κομμουνισμό, δεν σημαίνει ότι δεν αγωνιζόμαστε για συγκεκριμένες και άμεσες μεταρρυθμίσεις. Χωρίς καμία αυταπάτη για τον “πράσινο καπιταλισμό”, πρέπει να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε χρόνο και να επιβάλουμε στις υπάρχουσες εξουσίες συγκεκριμένα μέτρα ενάντια στην προϊούσα καταστροφή, ξεκινώντας από μια ριζική μείωση στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. 

Αυτές οι επείγουσες οικολογικές διεκδικήσεις μπορούν να ευνοήσουν μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης υπό την προϋπόθεση ότι αρνούμαστε να περιορίσουμε τους στόχους τους υπακούοντας στην καπιταλιστική αγορά ή αποδεχόμενοι την “ανταγωνιστικότητα”. 

Κάθε μικρή νίκη, κάθε μερική πρόοδος μπορεί άμεσα να μας οδηγήσει σε μια υψηλότερη και πιο ριζοσπαστική διεκδίκηση. Αυτοί οι αγώνες για συγκεκριμένα προβλήματα είναι σημαντικοί, όχι μόνο επειδή οι μερικές νίκες είναι καθαυτές ευπρόσδεκτες, αλλά και επειδή συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας οικολογικής και σοσιαλιστικής συνείδησης, και προωθούν την αυτονομία και την αυτοοργάνωση από τα κάτω. Αυτή η αυτονομία και η αυτοοργάνωση είναι οι απαραίτητες και αποφασιστικές προϋποθέσεις για μια ριζική μεταμόρφωση του κόσμου. Αυτό σημαίνει ότι η επαναστατική μεταμόρφωση είναι εφικτή μόνο μέσα από την αυτοχειραφέτηση των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευόμενων: εργατών και χωρικών, γυναικών, ιθαγενικών κοινοτήτων, και όλων όσοι στιγματίζονται εξαιτίας της φυλής, της θρησκείας ή της εθνικότητάς τους. 

 

Οι άρχουσες ελίτ του συστήματος, οχυρωμένες πίσω από τα οδοφράγματά τους, είναι απίστευτα δυνατές όσο οι δυνάμεις της ριζικής αντιπολίτευσης είναι μικρές. Η ανάπτυξή τους σε ένα μαζικό κίνημα ενός μεγέθους χωρίς προηγούμενο, είναι η μοναδική ελπίδα να σταματήσουμε την καταστροφική πορεία της καπιταλιστικής “ανάπτυξης”. Αυτό θα μας επιτρέψει να εφεύρουμε μια επιθυμητή μορφή ζωής, πιο πλούσια σε ανθρώπινα προσόντα, μια νέα κοινωνία που θα βασίζεται στις αξίες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης, της ελευθερίας και του σεβασμού στη “Μητέρα Φύση”.