Όχι στη γελοιοποίηση του αντιφασιστικού κινήματος

  • Εκτύπωση

Η εισαγγελική πρόταση στη δίκη της Χρυσής Αυγής προετοιμάζει την πλήρη απαλλαγή των στελεχών του ναζιστικού κόμματος. Το σύστημα που γεννά τον φασισμό, δείχνει καθαρά, για ακόμα μια φορά, πως τον χρειάζεται. Το βάρος της μάχης ενάντια στον φασισμό πέφτει αποκλειστικά στις πλάτες του αντιφασιστικού κινήματος.

 Δυστυχώς όμως το πρώτο δείγμα γραφής που έδωσε το κίνημα ως απάντηση στην πρόκληση της εισαγγελέως ήταν τελείως κάτω των περιστάσεων. Το Σάββατο 21 Δεκέμβρη ήταν μια καλή ευκαιρία για μια πρώτη άμεση διαδήλωση, και ως απάντηση στην εισαγγελική πρόταση και ως μήνυμα προς τη ναζιστική συμμορία. Ωστόσο η διαδήλωση αυτή με το ζόρι περνά το τεστ της στοιχειώδους σοβαρότητας, εξαιτίας των ηγεμονισμών, των ανταγωνισμών, των πολιτικών λαθών και της γραφειοκρατικής διάσπασης του αντιφασιστικού κινήματος.

 Έτσι, η μία συνιστώσα του αντιφασιστικού κινήματος βιάστηκε να ανακοινώσει μόνη της διαδήλωση στα Προπύλαια, στις 2, κατά την τακτική που έχει κάνει πλέον κανόνα: να δημιουργεί τετελεσμένα και μετά να εγκαλεί όλους τους υπόλοιπους ως διασπαστές αν δεν ανταποκριθούν σε αυτά. Ασφαλώς η ηγεσία της κίνησης γνώριζε πολύ καλά ότι θα υπάρξουν ευρύτερες διεργασίες για μια άμεση κινητοποίηση, και ήθελε συνειδητά να προεξοφλήσει ότι θα έχει το πάνω χέρι. Επιπλέον, αποδείχτηκε σύντομα ότι είχε και ένα άλλο κίνητρο για να διαφυλάξει την ελευθερία κινήσεων της από τις υπόλοιπες δυνάμεις του αντιφασιστικού κινήματος: ήθελε να υποδεχτεί στην πορεία της μερίδες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, συγκεκριμένα τις εξευτελισμένες γραφειοκρατίες του Τμήματος Δικαιωμάτων και της Ανοιχτής Πόλης, πρώην βουλευτές και υπουργούς. Στο όνομα μιας αντίθεσης στην «Τρίτη Περίοδο» και μιας μηχανιστικής αναπαραγωγής συνταγών του Μεσοπολέμου σε εντελώς άλλες συνθήκες, φαντασιώνεται ότι θα προσεγγίσει τη μάζα της εργατικής τάξης δια του προσεταιρισμού μερίδων της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, περιλαμβανομένων μάλιστα ανθρώπων που διαχειρίστηκαν το προσφυγικό από θέσεις υψηλότατης ευθύνης. Eνός κόμματος που ωστόσο δεν έχει καμία οργανική σχέση με την εργατική τάξη, πέραν του ότι έχει εγκλωβίσει την ψήφο της. Είναι μάλιστα διατεθειμένη να διαχωριστεί από όλες τις άλλες υπαρκτές δυνάμεις του αντιφασιστικού κινήματος για χάρη μιας χούφτας ΣΥΡΙΖΑίων.

Από την άλλη, άλλες δυνάμεις του αντιφασιστικού κινήματος συντονίστηκαν με βασικό κριτήριο την αντιπαλότητα στην παραπάνω κίνηση, και όχι τις ανάγκες του ίδιου του αντιφασιστικού κινήματος. Για αυτό τον σκοπό ήταν διατεθειμένες να εξετάσουν εντελώς παράλογες και αναντίστοιχες με τις περιστάσεις προτάσεις, όπως μια συγκέντρωση έξω από τα μαγαζιά στην Καπνικαρέα. Τελικά, αφού η στοιχειώδης λογική ότι χρειάζεται μια πραγματική διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας επικράτησε κάπως, ο παραλογισμός επέστρεψε και ο συντονισμός των οργανώσεων κάλεσε σε μια πορεία την ίδια μέρα και στον ίδιο χώρο με την κίνηση, Σάββατο στα Προπύλαια, αλλά μια ώρα νωρίτερα. Ποια μπορεί να είναι η λογική γύρω από αυτό πέρα από μια οργανωτική αντιπαράθεση με την κίνηση, που δεν αφορά απολύτως κανέναν και καμία πέραν του στενού κύκλου των συνεννοήσεων μεταξύ των οργανώσεων; Ασφαλώς, για ορισμένες από αυτές τις οργανώσεις η απέχθειά τους για την παραπάνω κίνηση κατάγεται από τα χρόνια της δικής τους ολόψυχής τους συμμετοχής στον ΣΥΡΙΖΑ. Σε άλλες περιπτώσεις λογοδοτεί σε ένα λαϊκομετωπικό σχέδιο παναριστερής δημοκρατικής συμμαχίας, στο πλαίσιο της οποίας η αντικαπιταλιστική αριστερά πέφτει κομμάτι αριστερίστικη. Σε περιπτώσεις άλλων οργανώσεων βασίζεται σε υγιή κίνητρα και πραγματικές αιτίες, όμως συσκοτίζει τον βασικό σκοπό και τις προθέσεις των υπολοίπων.

Ταυτόχρονα, ο σεκταρισμός και η εμμονή μεγάλων μερίδων του ευρύτερου αναρχικού χώρου σε μια υπέρμετρη εχθρότητα προς την αριστερά στερεί τις διεργασίες του αντιφασιστικού κινήματος από μια ζωντανή δύναμη που έχει προσφέρει σημαντικά. Λειτουργεί έτσι συμπληρωματικά προς την αναρχοφοβία ενός μεγάλου τμήματος της αριστεράς. Η συνεργασία με τον αναρχικό χώρο, που είναι απαραίτητη στη μάχη εναντίον του φασισμού, παραμένει έτσι στο επίπεδο μιας περιστασιακής συμπόρευσης στον δρόμο, χωρίς να μπορεί αυτό να μεταφραστεί σε σταθερή συνεννόηση και συντονισμό.

Με αυτά και με αυτά, το ανεύθυνο παιχνίδι μεταξύ των διαφορετικών συνιστωσών του αντιφασιστικού κινήματος οδήγησε σε μια κινητοποίηση εντελώς απροετοίμαστη, διασπασμένη και μικρή. Δεν είναι δυστυχώς η πρώτη φορά που βλέπουμε αυτή τη διάσπαση, την έχουμε δει και ξαναδεί πχ σε επετείους της δολοφονίας Φύσσα και στις διεθνείς μέρες δράσης του Μαρτίου κατά του ρατσισμού.

Η ΟΚΔΕ Σπάρτακος ήταν παρούσα το Σάββατο στον δρόμο. Αντιτάχθηκε στη μονομερή ανακοίνωση για τη διαδήλωση για τις 2 και υποστήριξε το ψήφισμα καταγγελίας για την παρουσία ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, δεν υπέγραψε το συλλογικό κάλεσμα που καλούσε στη 1 με αποκλειστικό γνώμονα τον διαχωρισμό από το πρώτο κάλεσμα. Υποστήριξε, μαζί με ορισμένες ακόμα δυνάμεις, την ανάγκη για μια ενιαία αντιφασιστική διαδήλωση, με κατοχύρωση της πολιτικής ανεξαρτησίας του κάθε ρεύματος εντός της, αλλά και της κοινής δράσης απέναντι στον κοινό εχθρό: τον φασισμό. Ο σκοπός είναι πολύ σημαντικός, και οι πρωτοβουλίες και αποφάσεις πρέπει να λογοδοτούν στον κόσμο που θέλει και μπορεί να τσακίσει τον φασισμό, και όχι στην κατάκτηση μιας ανούσιας μικροηγεμονίας.

Έχουμε γνώμη για το ποιος φταίει περισσότερο στη μια ή την άλλη περίπτωση, αλλά αυτό έχει ελάχιστη σημασία μπροστά στο καθήκον της πάλης ενάντια στον φασισμό. Στη μάχη αυτή χρειάζονται όλες οι δυνάμεις του αντιφασιστικού κινήματος. Συντρόφισσες και σύντροφοι, σοβαρευτείτε!