Ανακοινώσεις του Partito Comunista dei Lavoratori για την κατάσταση στην Ιταλία

  • Εκτύπωση

Δημοσιεύουμε 2 ανακοινώσεις του Partito Comunista dei Lavoratori για την κατάσταση στην Ιταλία, μετά το ξεσπάσματος της πανδημίας.

Τι έφταιξε και τι φταίει για όλα αυτά που συμβαίνουν; Η πολιτική της λιτότητας και των περικοπών στην υγεία, οι συμφωνίες με τα ιδιωτικά νοσοκομεία και πώς κάποιοι ακόμα πλουτίζουν εις βάρος της υγείας και της ζωής της εργατικής τάξης.

Η υγειονομική κρίση μας επηρεάζει όλους, ωστόσο κάποιοι έχουν την δυνατότητα να κερδοσκοπούν και να την περνάνε λάδι όταν κάποιοι άλλοι διατηρούν την υποχρέωση να πληρώσουν, να αποκλειστούν από την πρόνοια/περίθαλψη, ή ακόμα και να πεθάνουν άσκοπα. Δεν πρόκειται για πόλεμο με κάποιον "αόρατο εχθρό", αλλά για άλλη μια σκληρή ταξική αντιπαράθεση. Υπάρχουν 2 παράλληλες πραγματικότητες, η πραγματικότητα των "από πάνω" και η δική μας. Να μην μείνουμε απλά θυμωμένοι, να μη μείνουμε απλά αγανακτισμένοι αλλά να σηκώσουμε το γάντι...

Η αντίδραση της εργατικής τάξης για να προστατέψει τον εαυτό της, οι προδοσίες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και ένας αγώνας εν εξελίξει… Ένας αγώνας για να νικήσει η ζωή, για να νικήσει η τάξη μας!

 

Ιδιωτική Υγεία με Δημόσιο χρήμα

 

Ο παραλογισμός ενός κοινωνικού συστήματος που κερδοσκοπεί εις βάρος της υγείας όλων μας

Ο καθημερινός σχολιασμός των ΜΜΕ περιγράφει πλήρως την θλιβερή κατάσταση της Δημόσιας Υγείας μπροστά στην επιδημία: ελλείψεις σε κλίνες, ιατρικό και παραϊατρικό προσωπικό, αναπνευστήρες, ασθενοφόρα, υπηρεσίες κατ' οίκον φροντίδας για τους μη νοσηλευόμενους, δομές πρωτοβάθμιας υγείας, εργαστήρια. Ελλείψεις στα πάντα. Το υψηλό ποσοστό θανάτων πριν το στάδιο της εντατικής θεραπείας αποτελεί αντανάκλαση αυτής της κατάστασης, καθώς επίσης και η αναπάντεχη ανακάλυψη 1800 ασθενών σε μεγάλη πόλη της χώρας, κλεισμένων μέσα στα σπίτια τους και αποκομμένων από κάθε δυνατότητα διάγνωσης ή φροντίδας.

 Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά το αποτέλεσμα των περικοπών που έγιναν στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας την τελευταία εικοσαετία. Είναι σοκαριστικό το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία κοινωνικής «σφαγής» ήρθε στο φως της δημοσιότητας μόνο με το τίμημα τόσων χιλιάδων θανάτων. Αλλά έτσι είναι. Από την άλλη, αυτό το οποίο δεν έχει αναδειχτεί ακόμα επαρκώς, και μάλιστα αποσιωπάται, είναι ο λόγος για τον οποίο έγιναν οι περικοπές αυτές. Πού πήγαν αυτά τα 37 δις που χάθηκαν από τα ταμεία των Δημόσιων Υπηρεσιών Υγείας; Ποια τάξη τσέπωσε τα κλοπιμαία; Αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί. Γιατί η απάντηση στην ερώτηση αυτή μαρτυρά  τον δράστη  ενός συνεχιζόμενου εγκλήματος.

Κλείσανε τα νοσοκομεία για να πληρωθούν οι τραπεζίτες

Για να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα αρκεί να ανατρέξουμε στις αιτιολογίες που συνόδευαν κάθε δημοσιονομικό νόμο, ακόμη και πριν από τη μεγάλη κρίση του 2008, αλλά ακόμη περισσότερο μετά από αυτή: την ανάγκη περικοπής των δαπανών ώστε να συγκρατηθεί το δημόσιο χρέος. Για την ακρίβεια, για να αποπληρωθεί το δημόσιο χρέος και οι τόκοι επί του χρέους, που μόνοι τους είναι της τάξης των 60 ή 70 δις ετησίως. Η δε συσσώρευση των τόκων αυτών συνέβαλε στη διόγκωση του ίδιου ακριβώς δημόσιου χρέους που επρόκειτο να «περιοριστεί». Αλλά σε ποιον καταλήγει εντέλει κάθε χρόνο αυτό το τεράστιο ποσό που κλέβουν από τις κοινωνικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής περίθαλψης; Φυσικά σε εκείνους που αγόρασαν τα δημόσια ομόλογα, δηλαδή στους κατόχους του ιταλικού χρέους, και κυρίως στους τραπεζίτες. Και δεν μιλάμε για γερμανικές ή ξένες τράπεζες, όπως θα βόλευε την κυρίαρχη προπαγάνδα. Μιλάμε πάνω απ' όλα για τις μεγάλες ιταλικές τράπεζες, μαζί με τις ασφαλιστικές εταιρείες. Πρόκειται για τις ίδιες ιταλικές τράπεζες που ελέγχουν με τα πακέτα μετοχών τους μεγάλη μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης που τώρα καταγράφουν... την υγειονομική καταστροφή. Περίεργο, έτσι; Πρόκειται για την επιτομή της δημόσιας υποκρισίας.

Οι καπιταλιστές στον κλάδο της υγείας τρέφονται από το χρηματιστήριο

Υπάρχει, ωστόσο, άλλος ένας παίκτης που έχει επωφεληθεί σε μεγάλο βαθμό από τις περικοπές στη Δημόσια Υγεία. Πρόκειται για την Ιδιωτική Υγεία. Ιδιωτική μεν, αλλά με δημόσιο χρήμα δε.

Το 2000, οι δαπάνες για τις συμβάσεις με τις ιδιωτικές δομές υγειονομικής περίθαλψης ανέρχονταν στα 15, 8 δις το χρόνο.  Μέχρι το 2016, το ποσό αυτό πρακτικά διπλασιάστηκε, φτάνοντας στα 31, 5 δις το χρόνο. Αυτή τη δεκαπενταετία, συμπτωματικά, η συμφόρηση των δημόσιων νοσοκομείων, χωρητικότητας 30.000 κλινών, συμπεριλαμβανομένων των μονάδων εντατικής θεραπείας, ήταν αχαλίνωτη. Ήδη από το 2004,  η Διεθνής Διάσκεψη της Τεργέστης για την επείγουσα ιατρική είχε καταγγείλει τη δραματική έλλειψη μονάδων εντατικής θεραπείας στα ιταλικά νοσοκομεία, οι οποίες ήταν κάτω από 3%, το ένα τρίτο δηλαδή του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Κατά τα επόμενα δεκατρία χρόνια το ποσοστό αυτό μειώθηκε περαιτέρω.

Παράλληλα, η ιδιωτική υγεία περνούσε όλο αυτό το διάστημα μία φάση ραγδαίας επέκτασης, μέσα από μια σχέση διαπλοκής (και διαφθοράς) με περιφερειακές κυβερνήσεις όλων των αποχρώσεων (του Formigoni** συμπεριλαμβανομένου). Τα περιθώρια κέρδους που εξασφαλίστηκαν στους κεφαλαιοκράτες της υγείας ήταν τεράστια.

Όσο περισσότερο γίνονταν περικοπές στη Δημόσια Υγεία, τόσο αυξανόταν το μερίδιο της ιδιωτικής  και αυξανόταν η αποστράγγιση δημόσιων πόρων  μέσω του συστήματος των συμβάσεων. Χάρη σε αυτούς τους πόρους, αρκετοί ιδιωτικοί όμιλοι υγείας έχουν συγκεντρώσει τεράστιες περιουσίες, τις οποίες επαυξάνουν με προσοδοφόρες επενδύσεις σε ακίνητα και το χρηματοπιστωτικό τομέα. Απλά σκεφτείτε τον όμιλο Tosinvest του Angelucci***, τον Rotelli****,  τον Rocca**** κ.ά. Νέες δυναστείες της ιταλικής μπουρζουαζίας έχουν ανελιχθεί με αυτό το τρόπο, μέχρι το σημείο να μπουν στο χρηματιστήριο το 2018, όπου οι ιδιωτικές ασφάλειες υγείας έχουν δει αύξηση της αξίας τους κατά 56,9% σε μόλις δύο χρόνια. Ένα πραγματικό ρεκόρ.

Γι’ αυτό, όταν μιλάμε καθημερινά για την εξελισσόμενη υγειονομική κρίση, για τους σιωπηλούς και φρικτούς θανάτους μακριά από την παρηγοριά των αγαπημένων προσώπων, βλέπουμε επίσης με έναν τρόπο πιο συνολικό τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γιατί εκεί βρίσκεται η ρίζα όλων. Ξεκινώντας από τις ανάγκες των ασθενών και της υγείας οδηγούμαστε στην αμφισβήτηση ολόκληρης της δομής της κοινωνίας, πολύ πέρα από έναν ιό. Ας το θυμηθούμε αυτό όταν όλα θα ‘χουν τελειώσει. Όταν θα κληθούμε να κάνουμε τον λογαριασμό.

 

Το πρωτότυπο https://www.pclavoratori.it/files/index.php?obj=NEWS&oid=6443

** Σ.τ.Μ: Χριστιανοδημοκράτης περιφερειάρχης της Λομβαρδίας από το 1995 μέχρι το 2013

***Σ.τ.Μ: Ιταλός μεγαλοεπιχειρηματίας (στους τομείς της υγείας, του real estate και των ΜΜΕ) και πολιτικός με το κόμμα του Μπερλουσκόνι

****Σ.τ.Μ.: μεγαλοεεπιχειρηματίας

 

Οι εργατικές απεργίες διευρύνονται

 

Η εθνική ενότητα ανάμεσα στα συνδικάτα και τα αφεντικά διαρρηγνύεται

Οι εργατικές απεργίες επιστρέφουν και διευρύνονται, ενάντια στην απαίτηση της Confindustria (ΣτΜ: ο αντίστοιχος ιταλικός ΣΕΒ) και της κυβέρνησης να επιβάλουν τη συνέχιση της παραγωγής και της εργασίας, αγνοώντας τις συνθήκες ασφαλείας όσων εργάζονται, τη χωρική εξάπλωση της επιδημίας και κάθε στοιχειώδη υγειονομική και διατροφική ανάγκη.

Οι απεργίες χτύπησαν ένα μεγάλο εύρος μεγάλων επιχειρήσεων, από τον Βορρά έως τον Νότο, από τον όμιλο Leonardo (ΣτΜ: ιταλική πολυεθνική στους κλάδους της αεροναυπηγικής, της άμυνας και της ασφάλειας) έως την DEMA (ΣτΜ: ιταλική εταιρεία αεροναυπηγικής), στην καρδιά του βιομηχανικού προλεταριάτου στην παραγωγή. Είναι ένα γεγονός που επιδρά στις βιομηχανικές σχέσεις μεταξύ των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών και της εργοδοσίας, και την ίδια στιγμή αντανακλά το αδιέξοδό τους.

Η γραμμή των συνδικαλιστικών γραφειοκρατιών

Η πολιτική της συνεργασίας με την Confindustria, την οποία ακολούθησαν αυτές τις εβδομάδες οι συνδικαλιστικές ηγεσίες γνωρίζει βαθιά κρίση. Αρκεί να δει κανείς τα στάδιά της κατά τον τελευταίο μήνα.

Στο τέλος του Φεβρουαρίου, στην αρχή της επιδημίας, οι ηγεσίες της CGIL, της CISL και της UIL (ΣτΜ: οι μεγαλύτερες εργατικές συνομοσπονδίες) υπέγραφαν ένα κοινό κείμενο με τις εργοδοτικές οργανώσεις στη γραμμή «φτάνει η κινδυνολογία», «η Ιταλία δεν κλείνει». Ήταν ακριβώς οι ίδιες μέρες που η Confindustria της Λομβαρδίας επέβαλε την εξαίρεση του Μπέργκαμο και της Μπρέσια από οποιαδήποτε «ΣτΜ: λύση τύπου Κοντόνιο (μικρή πόλη όπου εμφανίστηκε το πρώτο κρούσμα κορονοϊού, και όπου εφαρμόστηκε η λύση της παύσης της παραγωγής, με θετικά αποτελέσματα)», στο όνομα της συνέχισης της παραγωγής. Μια εγκληματική ευθύνη.

Αφού ξέσπασε η επιδημία, μπροστά στις εργατικές απεργίες για το θέμα της ασφάλειας, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έσπευσαν να υπογράψουν νύχτα ένα μνημόνιο συνεργασίας με την εργοδοσία (14 Μαρτίου) αντικειμενικά προδοτικό, το οποίο δεν επέβαλλε καμία πραγματική δέσμευση στους βιομηχάνους ενώ επέβαλλε συγκεκριμένους περιορισμούς στη συμπεριφορά των εργατών. Μια λύση τόσο γελοία, ώστε να αφήσει εμβρόντητη ακόμα και τη FIOM (ΣτΜ: την ομοσπονδία των εργατών μετάλλου).

Μια βδομάδα αργότερα, μπροστά στη συνέχιση των απεργιών (παρά το μνημόνιο συνεργασίας), οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, ξεκινώντας από τη γραμματεία της CGIL, πρότειναν στην εργοδοσία και την κυβέρνηση την προσωρινή παύση της παραγωγής ώστε «να αποφευχθεί η μετατροπή του φόβου των εργαζομένων σε οργή (ΣτΜ: Λαντίνι, ο Γενικός Γραμματέας της CGIL)»: ένα είδος συμφωνημένης πυροσβεστικής παρέμβασης, στο όνομα της «κοινής ευθύνης» μπροστά στην έκτακτη υγειονομική κατάσταση. Μια παύση της παραγωγής στο πνεύμα της εθνικής ενότητας.

Η Confindustria τραβάει το σχοινί

Εδώ, όμως, η όλη απόπειρα συναντά ένα φοβερό εμπόδιο. Η Confindustria πρώτα αποδέχεται τη συμφωνία η οποία τυπικά όριζε την αναστολή της παραγωγής στους μη ουσιώδεις κλάδους (δηλαδή εκτός των τροφίμων και της ιατροφαρμακευτικής βιομηχανίας) για δύο εβδομάδες, αν και ζητάει τεράστια χρηματικά αντισταθμίσματα. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, εργάζεται παρασκηνιακά πιέζοντας την κυβέρνηση, και τον πρωθυπουργό απευθείας, για να πετύχει μια πέραν κάθε μέτρου διεύρυνση των παραγωγικών κλάδων που θα παρέμεναν ανοιχτοί (υφαντουργία, αεροναυπηγική, άμυνα κλπ.), και οι οποίοι δεν έχουν αντικειμενικά καμία σχέση με είδη πρώτης ανάγκης. Ακόμα περισσότερο: ζητάει τον τελικό λόγο για το ποια εργοστάσια θα παραμείνουν ανοιχτά, ως «στρατηγικής σημασίας», να τον έχουν οι νομάρχες. Ο Κόντε συναινεί, και διευρύνει τον κατάλογο των ανοιχτών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις τηλεφωνικές υποδείξεις της Confindustria, όπως και ο ίδιος κατά κάποιο τρόπο θα παραδεχτεί. Η όλη υπόθεση έχει ένα και μόνο πολιτικό νόημα: η κυβέρνηση και η εργοδοσία αδειάζουν τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, αφού πρώτα εκμεταλλεύτηκαν τη συνεργασία τους.

Οι γραφειοκρατίες, και ιδίως η CGIL,  βρέθηκαν σε μια μέγγενη. Από τη μια πλευρά, μια κυβέρνηση στην οποία προσέφεραν εξαρχής ανοιχτή πολιτική υποστήριξη και μια Confindustria με την οποία δεν θέλουν να έρθουν σε ρήξη. Από την άλλη, ο απτός κίνδυνος να ξεπεραστούν από την οργή των εργαζομένων που ήθελαν ακριβώς να κατευνάσουν. Εξ ου και η διττή τους αντίδραση: μια ανακοίνωση διαμαρτυρίας με την απειλή της γενικής απεργίας – την οποία δεν θέλουν – ως μέσο πίεσης προς την κυβέρνηση για μια νέα συνάντηση και για την επίτευξη μιας στοιχειωδώς εύσχημης συμφωνίας∙ παράλληλα, κάλυψη των βιομηχανικών απεργιών που ανακοινώθηκαν αμέσως σε διάφορες περιοχές, ξεκινώντας από τους μεταλλεργάτες, προκειμένου να μην ξεφύγει από τον έλεγχό τους η δυναμική της σύγκρουσης και να προσπαθήσουν έτσι να την κατευθύνουν.

Αυτό είναι το ανοιχτό στοίχημα. Κάθε ηθοποιός σε αυτή την κωμωδία έχει ένα περιορισμένο περιθώριο ελιγμών, μπροστά σε μια κατάσταση αντικειμενικά δραματική από κοινωνική και υγειονομική άποψη.

Η Confindustria πιέζεται από ένα πλήθος μεγάλων και μικρών αφεντικών που φοβούνται να μην καταστραφούν. Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία βρίσκεται κάτω από την κοινωνική πίεση μιας σύγκρουσης της οποίας δεν θέλει να χάσει τον έλεγχο, προς το συμφέρον της εργοδοσίας. Η κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν θέλει να έρθει σε ρήξη ούτε με την Confindustria, η οποία την έφερε στην εξουσία, ούτε με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία, στην οποία στηρίζεται. Όλοι θέλουν να βρεθεί μια ισορροπία, αλλά κανένας δεν ελέγχει το έδαφος στο οποίο αυτή μπορεί να βασιστεί. Η κατάσταση, επομένως, παραμένει ρευστή και ασταθής.

Τα καθήκοντα της πρωτοπορίας

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα περισσότερο, τα καθήκοντα της πρωτοπορίας και όλων των ταξικών δυνάμεων είναι να δουλέψουν στη βάση της ευρύτερης δυνατής ταξικής ενότητας στο έδαφος της μέγιστης δυνατής καθαρότητας.

Η δυναμική των απεργιών που βρίσκονται σε εξέλιξη επιβεβαιώνει την πρόταση για γενική απεργία, την οποία υποστήριξε το κόμμα μας, ενάντια στο ρεύμα, από την πρώτη ακόμα απεργία στη FCA του Πομιλιάνο (ΣτΜ: εργοστάσιο της Άλφα Ρομέο ). Ο Λαντίνι προσφέρει συνδικαλιστική κάλυψη στις περιφερειακές απεργίες και τις απεργίες στα εργοστάσια, σπεύδοντας να διευκρινίσει ότι δεν προτείνει γενικευμένη δράση. Ο στόχος της ταξικής πρωτοπορίας είναι ακριβώς το αντίθετο: να υποστηριχθούν οι απεργίες, να γενικευθούν, να μετατραπούν σε γενική απεργία.

Παράλληλα, η πίεση της επιδημίας, ξεκινώντας από τη Λομβαρδία, επιβεβαιώνει την κεντρική σημασία των αιτημάτων που θέσαμε: διακοπή κάθε δραστηριότητας, με την εξαίρεση προφανώς των υγειονομικών υπηρεσιών, όπου η επιδημία έχει πάρει τις μεγαλύτερες διαστάσεις, ξεκινώντας από το Μπέργκαμο, τη Μπρέσια, τη Λομβαρδία∙ εργατικός έλεγχος επί των συνθηκών ασφαλείας σε κάθε χώρο εργασίας, σε κάθε κλάδο, και σε εθνική κλίμακα, περιλαμβανομένης της βιομηχανίας τροφίμων και της εργασίας στα νοσοκομεία: συνθήκες τις οποίες μπορούν να εξακριβώσουν μόνο οι εργαζόμενοι, και σίγουρα ούτε τα αφεντικά ούτε, ακόμα λιγότερο, οι νομάρχες∙ πλήρης καταβολή του 100% του μισθού σε όλους τους εργαζομένους που έχουν βρεθεί εκτός της παραγωγής, σε όλους τους κλάδους.

Οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες του PCL καταθέτουν και θα συνεχίσουν να καταθέτουν αυτή την πρόταση σε κάθε αγώνα και συνδικαλιστική πρωτοβουλία. Για ένα ταξικό, μαζικό ενιαίο μέτωπο.


Το πρωτότυπο https://www.pclavoratori.it/files/index.php?obj=NEWS&oid=6440