«Βάνδαλοι» και «Προβοκάτορες»;

Ένα σχόλιο για την βία και το διεθνές κίνημα

του Βαγγέλη Κούταλη

Η δράση του αναρχικού «μαύρου μπλοκ» κατά τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη αποτέλεσε αφορμή για να τεθεί ξανά το ζήτημα της στάσης του διεθνούς κινήματος απέναντι στην βία. Οι σπασμένες βιτρίνες και τα πυρπολημένα καταστήματα φαίνεται να επισκίασαν τις αντισυνόδους και τις μαζικές διαδηλώσεις και ταυτόχρονα να επέσυραν έναν σχεδόν ομόθυμο αποτροπιασμό. Πράγματι, ήταν πολλές οι φωνές που καταδίκασαν το «μαύρο μπλοκ» είτε για «προβοκατόρικη στάση» (αυτή ήταν η άποψη της πρωτοβουλίας «Θεσσαλονίκη Δράση 2003») είτε για «βανδαλισμό» (αυτή ήταν η γνώμη ενός μέρους του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ). Τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί μπορεί ίσως να μοιάζουν βολικοί, πολλώ δε μάλλον όταν απευθύνονται σε ανοιχτά, αδηφάγα για κοινότοπους σχολιασμούς, μικρόφωνα, δεν διαφωτίζουν, ωστόσο, καθόλου την δράση των περίπου 4.000 νέων που το προηγούμενο Σάββατο πορεύτηκαν στην οδό Εγνατίας με το «Μαύρο Μπλοκ».

Μια νηφάλια τοποθέτηση, η οποία εκκινεί όχι από τις προκαταλήψεις του κοινού νου αλλά από τις αρχές του ίδιου του διεθνούς κινήματος, δηλαδή την αλληλεγγύη, την αυτοοργάνωση και τον αγώνα ενάντια στην καταπίεση και την εκμετάλλευση, μάλλον οδηγεί σε αντίθετα συμπεράσματα. Οι χιλιάδες νέοι και νέες που αναφέρονται στο «Μαύρο Μπλοκ» δεν είναι εντεταλμένοι συνεργάτες της αστυνομίας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να υποστηριχτεί μόνο με την συνδρομή μιας θεωρίας συνομωσίας, ικανής να παραγράψει αυτό που κυρίως ωθεί, όχι μόνο στην χώρα μας, αλλά σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ορισμένους νέους σε τέτοιες πράξεις βίας: την οργή απέναντι στα σύμβολα του παγκόσμιου καπιταλισμού και το μίσος για τις δυνάμεις καταστολής. Το ίδιο ισχύει και για την επίκριση περί «βανδάλων». Μια βόλτα στην οδό Εγνατίας, μετά τα επεισόδια, θα ήταν αρκετή για να διαπιστώσει κανείς ότι η πληροφορία περί καθολικής καταστροφής ήταν ένα δημοσιογραφικό ψέμα, μια αντιστροφή της πραγματικότητας, μια είδηση-θέαμα. Από τα 30 περίπου μαγαζιά που υπέστησαν ζημιές μόνο τα 5 ή 6 πυρπολήθηκαν, και αυτά επιλεκτικά. Η πρόθεση των «βανδάλων» ήταν σαφώς να καταστρέψουν τράπεζες, υποκαταστήματα μεγάλων εταιριών κινητής τηλεφωνίας κ.ο.κ, για τα οποία ο μόνος που θα πληρώσει είναι οι εταιρείες στις οποίες ήταν ασφαλισμένα. Ο στόχος τους ήταν συμβολικός και πολιτικά φορτισμένος. Η οργή τους δεν ήταν μανία «βανδάλων», αλλά ξέσπασμα εξεγερμένων νέων σε επιλεκτικά σύμβολα της εμπορευματοποίησης και της ανισότητας, ενάντια στις οποίες εξεγείρονται. Γι’ αυτό, άλλωστε, και η κατάληψη από το «μαύρο μπλοκ» της Φιλοσοφικής δεν ήταν απλώς ένα εργαστήριο κατασκευής μολότοφ (όπως ειπώθηκε από εκείνους που θέλουν να ξεμπερδεύουν με το άσυλο, για να μπορεί έτσι να εξασκείται πιο αποτελεσματικά ο κρατικός αυταρχισμός) αλλά κι ένας χώρος όπου όλες τις προηγούμενες μέρες διεξάγονταν συζητήσεις και γίνονταν εκδηλώσεις με θέματα όπως ο ρατσισμός, η διεθνής αλληλεγγύη, η αντίσταση στον πλημμυρισμένο από εμπορεύματα και εχθρικό για τους ανθρώπους κόσμο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Η νεολαιίστικη οργή είναι κάθε άλλο παρά αδικαιολόγητη. Ένα υποκατάστημα μιας τράπεζας δεν είναι απλά ένα κατάστημα μιας πόλης. Είναι ένας μικρός κρίκος σε αυτήν την αλυσίδα της «νέας οικονομίας» που μέσω της γενικευμένης εμπορευματοποίησης κάθε αγαθού συνεπάγεται καθημερινά εξαθλίωση και καταπίεση για εκατομμύρια ανθρώπους, είτε με την μορφή της ανεργίας είτε με την μορφή των νέων «μεσαιωνικών» εργασιακών σχέσεων. Ασφαλώς, η αντίσταση στον παγκόσμιο καπιταλισμό δεν μπορεί να τελεσφορήσει με την καταστροφή υποκαταστημάτων, γιατί αυτά τα υποκαταστήματα εν τέλει δεν στεγάζουν παρά κοινωνικές σχέσεις, κι αυτές ακριβώς είναι που χρειάζεται να μετασχηματιστούν. Αλλά, τέλος πάντων, η έκφραση οργής απέναντι στα παραρτήματα του εμπορευματοποιημένου ολοσχερώς κόσμου δεν χάνει διόλου την συμβολική πολιτική της σημασία, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το διεθνές κίνημα, από την γέννησή του, περιλάμβανε και τέτοιες συμβολικές πράξεις βίας. Ο περίφημος αγρότης Μποβέ έγινε περίφημος γιατί έκφρασε την οργή του σπάζοντας ένα υποκατάστημα των McDonalds, όχι γιατί επέδωσε «ψηφίσματα» χαμογελώντας.

Είναι επίσης προβληματική η εμμονή πολλών τάσεων του κινήματος στον ειρηνικό χαρακτήρα των διαδηλώσεων. Εδώ, πρέπει ίσως να υπενθυμίσει κανείς ότι ορισμένοι βασικοί κόμβοι στην εξελικτική πορεία του παγκόσμιου κινήματος δεν ήταν καθόλου ειρηνικοί. Στο Σηάτλ ο στόχος των κοινωνικών κινημάτων ήταν να διαλύσουν την σύνοδο του WTO: η μη βίαιη ανυπακοή τους δεν υποκινούνταν από «ειρηνικές» διαθέσεις. Η Γένοβα έμεινε στην μνήμη μας, όχι μόνο για την μαζικότητα των διαδηλώσεων, αλλά και γιατί ένα μεγάλο τμήμα διαδηλωτών (από το Ιταλικό Κοινωνικό Φόρουμ) συγκρούστηκαν με την αστυνομία προσπαθώντας να σπάσουν την «κόκκινη ζώνη». Στην Νίκαια, επίσης, της Γαλλίας η επιλεκτική καταστροφή ορισμένων υποκαταστημάτων τραπεζών δεν ήταν έργο του Black Βlock, αλλά ενός από τα δύο πλουραλιστικά μπλοκ των κοινωνικών κινημάτων που επιχείρησαν να αμφισβητήσουν τις απαγορεύσεις της αστυνομίας.

Ο μη ειρηνικός, όμως, χαρακτήρας των διεθνών κινητοποιήσεων καθορίζεται κυρίως από τις τεράστιες επιχειρήσεις καταστολής. Οι πάνοπλες αστυνομικές δυνάμεις, που καταλαμβάνουν κάθε πόλη στην οποία συρρέουν διαδηλωτές, δεν περιφρουρούν κανένα δημοκρατικό δικαίωμα και δεν εγγυώνται καμιά ασφάλεια, πέρα από αυτήν των τραπεζιτών, των υπουργών και των τεχνοκρατών που συνεδριάζουν. Η παρουσία τους αποτελεί μια σοβαρή απειλή για την σωματική ακεραιότητα κάθε ενός και κάθε μίας που θέλει να ασκήσει το δικαίωμα του να συμμετέχει σε μια συλλογική δραστηριότητα. Το να μιλάει κανείς, υπό συνθήκες απαγόρευσης πρόσβασης σε ολόκληρες περιοχές μιας πόλης, εξαπόλυσης κτηνώδους βίας και χημικού πολέμου από τις δυνάμεις καταστολής, για «ειρηνικές διαδηλώσεις» είναι σαν να αποκρύπτει εσκεμμένα ότι τέτοιες κινητοποιήσεις δεν είναι επετειακές παρελάσεις – μια χαρούμενη νότα πλάι στις συνόδους όπου σχεδιάζεται η καθημερινή μας καταπίεση - αλλά αγώνες που στρέφονται ενάντια στα προνόμια των κυρίαρχων τάξεων και τον ολοένα εντεινόμενο πολιτικό αυταρχισμό. Η καταστολή είναι τέτοιας έκτασης ακριβώς γιατί διακυβεύονται τέτοια προνόμια και άρα εκείνοι που τα απολαμβάνουν χρειάζονται έναν τέτοιο αυταρχισμό. Το κίνημα έχει, αντίθετα, διδαχθεί από την μέχρι τώρα πορεία του ότι πρέπει να μάθει να αντιμετωπίζει στον δρόμο την αστυνομία, τόσο για να διασφαλίσει τον ρόλο του ως κίνημα που αμφισβητεί την καταπίεση εμπράκτως, όσο και για την προστασία όλων όσων συμμετέχουν σε αυτό από την βία της καταστολής.

Το «μαύρο μπλοκ», χωρίς αμφιβολία, αναδεικνύει την βίαιη έκφραση της οργής σε κύριο μέσο, και διακρίνεται έτσι από έναν φετιχισμό της βίας που συχνά αναπαράγει την βία ως τρομολαγνικό θέαμα, πρόσφορο για τα media και οικείο για τις δυνάμεις καταστολής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί κανείς, από την σκοπιά πάντα των κοινωνικών κινημάτων, να κάνει εκκλήσεις στην αστυνομία, όπως ο κ. Κωνσταντόπουλος, για να «προστατεύσουν αποτελεσματικότερα» τις πόλεις μας από τους «βανδάλους». Η αστυνομία «προστάτευσε» αρκετά όλες αυτές τις μέρες την Θεσσαλονίκη τρομοκρατώντας τους πολίτες της με τις ετοιμοπόλεμες διμοιρίες της, κάνοντας προληπτικές συλλήψεις, δηλητηριάζοντας τον αέρα της με χημικά κάθε λογής. Αν, επιπλέον, το έργο καταστολής και τρομοκράτησης είχε αποτέλεσμα στους «φιλήσυχους πολίτες», τα κινήματα δεν μπορούν να κολακεύουν τέτοιου είδους φοβίες. Οι «φιλήσυχοι πολίτες» στην πραγματικότητα είναι «φιλήσυχοι υπήκοοι», διατεθειμένοι να ανεχτούν κάθε βαρβαρότητα αρκεί να συνεχίσουν να «κάνουν την δουλειά τους», να διάγουν δηλαδή τον ιδιωτικό τους βίο, χωρίς κανένα αίσθημα κοινωνικής αλληλεγγύης. Τα κινήματα απευθυνόμενα σε αυτό το τμήμα των πολιτών δεν μπορούν παρά να επιδιώκουν να τους πείσουν να πάψουν να είναι «φιλήσυχοι» ιδιώτες και να γίνουν ενεργοί πολίτες, ανακαλύπτοντας την κοινωνική υπευθυνότητα. Δεν είναι, με άλλα λόγια, «δική μας δουλειά» να καθησυχάζουμε καταστηματάρχες αλλά να δείχνουμε τον δρόμο του κοινωνικού αγώνα σε πολίτες.

Η νεολαιίστικη οργή του «μαύρου μπλοκ» δεν χρειάζεται να «απομονωθεί», αλλά να μετατραπεί σε συνειδητή οργή, ικανή να εκφραστεί γόνιμα μέσα στην κοινή δράση, στα πλαίσια μιας συνολικής και ανταγωνιστικής στην κυρίαρχη βαρβαρότητα, πρότασης για εναλλακτικές κοινωνικές και πολιτικές επιλογές. Το «μαύρο μπλοκ», και ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος ευρύτερα, μεταφέρουν ένα πνεύμα μαχητικότητας, εναντίωσης και αντιϊεραρχικής οργάνωσης που είναι απαραίτητο στο διεθνές κίνημα, αν δεν θέλει να χάσει τον ριζοσπαστισμό του, καταντώντας έρμαιο των διάφορων κομματικών γραφειοκρατιών που το ανακάλυψαν όψιμα για να εξαργυρώσουν, για άλλη μια φορά, αγώνες στα χρηματιστήρια που μοιράζουν θέσεις στο κράτος και γενικά στους «θεσμούς». Τα κοινωνικά κινήματα οφείλουν να ασκούν κριτική στο «μαύρο μπλοκ», υπογραμμίζοντας ότι με την φετιχοποίηση της βίας συμβάλλει κι αυτό, ενάντια στους στόχους του, στην τρομοκράτηση της κοινωνίας (που το ίδιο το κράτος οργανώνει), οφείλουν επίσης, μακριά από οποιαδήποτε εμμονή στην κοινωνική βία, να αναπτύσσουν την δικτύωση και τον συντονισμό τους, στη βάση της συστηματικής αμφισβήτησης των κυρίαρχων πολιτικών και του συνολικού εναλλακτικού σχεδιασμού, στην βάση δηλαδή της ανοιχτής απεύθυνσης στην κοινωνική πλειοψηφία, με σκοπό την μαζική ενεργοποίησή της, δεν οφείλουν όμως, σε καμιά περίπτωση, να δίνουν το χέρι στις δυνάμεις καταστολής και τα διαπιστευτήριά τους στους υπουργούς και τους τραπεζίτες.

Στην Χαλκιδική, μην το ξεχνάμε αυτό, πριν λίγες ημέρες, δρομολογήθηκε, στις πλάτες των ευρωπαϊκών κοινωνιών, μια δραματικά σημαντική αντιδημοκρατική εξέλιξη: συζητήθηκε το σύνταγμα μιας Ευρώπης των αφεντικών, ένα σύνταγμα χωρίς δημοκρατικά εκλεγμένη συντακτική συνέλευση, ένα σύνταγμα που θυμίζει τις παραχωρήσεις των παλιών ευρωπαϊκών απολυταρχικών δυναστειών. Το δικαίωμα στην εξέγερση, όπως και στην εποχή της απολυταρχίας, αν ακόμα οι λέξεις «αλληλεγγύη», «ισότητα», «ελευθερία» έχουν κάποιο νόημα, είναι ένα δικαίωμα που και σήμερα, στην νέα απολυταρχική καπιταλιστική Ευρώπη, εντάσσεται στα δικαιώματα που, ως ενεργοί, κοινωνικά υπεύθυνοι, πολίτες πρέπει να αναγνωρίζουμε ως δικά μας.

Βαγγέλης Κούταλης

Μέλος του Κοινωνικού Φόρουμ Ιωαννίνων