OKDE - Spartakos

ΟΚΔΕ- Σπάρτακος

ΟΚΔΕ Σπάρτακος "Για μια ενωτική κάθοδο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στις εκλογές", 9/6/2007


ΟΚΔΕ-Σπάρτακος:

Για μια ενωτική κάθοδο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στις εκλογές 

 

1. Το μήνυμα των αγώνων

Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς δικαιούνται -αυτή την περίοδο- να αντιμετωπίζουν την παρέμβαση τις εκλογές όχι αποκλειστικά στα πλαίσια μιας ιδεολογικής καταγραφής. Μπορούν να συγκλίνουν σ’ ένα κοινό αντικαπιταλιστικό ψηφοδέλτιο στις επόμενες εθνικές εκλογές με δεδομένη την εμπειρία των πρόσφατων κοινωνικών αγώνων  όπου διαδραμάτισαν ρόλο πρωταγωνιστή στις περισσότερες και σημαντικότερες κινητοποιήσεις μέσα από τις  συσπειρώσεις-παρεμβάσεις στους εργασιακούς χώρους και τα σχήματα της στα πανεπιστήμια. Αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή των αγώνων -ειδικά εκεί όπου έχουν μακροχρόνιο ρίζωμα. Το φοιτητικό κίνημα είχε την «τύχη» να εκδηλωθεί μετά τη νίκη του γαλλικού, κύρια, νεολαιίστικου κινήματος κατά της Σύμβασης Πρώτης Απασχόλησης (CPE). Με το δυναμισμό της πεποίθησης ότι «μπορούμε να νικήσουμε» σάρωσε για σχεδόν 1 χρόνο τα ελληνικά πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Πρόκειται για το μεγαλύτερο κίνημα στην εκπαίδευση τουλάχιστον από το ’90-91. Η έξαρση του φοιτητικού κινήματος ήταν συμπύκνωση, συνολικά, της διάσπαρτης κοινωνικής δυσαρέσκειας και, ειδικά, της αντίθεσης της φοιτητικής πλειοψηφίας στο «Νόμο-Πλαίσιο» και στην ιδιωτικοποίηση του πανεπιστημίου που προωθεί η συνταγματική αναθεώρηση. Το Πανεπιστήμιο έγινε το πεδίο εκδήλωσης της υποβόσκουσας ταξικής πόλωσης στην ελληνική κοινωνία. Πολιτικοποίησε μια ολόκληρη γενιά που σπουδάζει αυτή τη στιγμή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και οι συνέπειές του κινήματος στο επίπεδο της συνείδησης θα διαρκέσουν πολύ περισσότερο από τις οξυμμένες μορφές πάλης που υιοθέτησε στην κορύφωσή του (συντονιστικές επιτροπές κατάληψης, πανελλαδικό συντονιστικό κτλ) και οι οποίες αποτελούν την παρακαταθήκη του. Ήταν το πρώτο κίνημα, μετά από καιρό, που μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, έστω προσωρινά, οδήγησε μια κυβέρνηση σε ήττα (η πρώτη εκδοχή του νόμου-πλαίσιο και η συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16 πάγωσαν έστω και αν η κυβέρνηση περίμενε την εξάντληση του κινήματος για  να επαναφέρει το νόμο-πλαίσιο σε «βελτιωμένη» εκδοχή).

Σαν σε αλυσιδωτή αντίδραση, οι δάσκαλοι εμπνεύστηκαν άμεσα από την έκρηξη του φοιτητικού κινήματος (αλλά και από τις δικές μικρότερης κλίμακας αγωνιστικές εμπειρίες, π.χ. η αντίδραση πέρσι στο σχέδιο της «ευέλικτης ζώνης) προκειμένου να οργανώσουν τη δική τους απεργία διαρκείας.

Το πλαίσιο αιτημάτων της απεργίας ήταν το πιο προωθημένο που έχει διατυπωθεί ποτέ από τη ΔΟΕ: 1400 καθαρά βασικό μισθό, καμιά σύνδεση μισθού-απόδοσης, γνήσιες ΣΣΕ, κατάργηση όλων των αντιασφαλιστικών νόμων της τελευταίας 15ετίας, μείωσης των χρόνων δουλειάς στα 30 χρόνια και αύξηση των συντάξεων. Διατυπωνόταν αιτήματα για κατάργηση της ωρομισθίας, για μείωση του διδακτικού ωραρίου, για παιδαγωγική ελευθερία και δημοκρατία στο σχολείο (ενίσχυση του ρόλου του Συλλόγου Διδασκόντων, κατάργηση του καθηκοντολόγιου, κατάργηση της υπουργικής απόφασης για την υποχρεωτική εφαρμογή της ευέλικτης ζώνης), για αναλυτικά προγράμματα και βιβλία σύμφωνα με τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών.

Η ατμομηχανή της ήταν οι απεργιακές επιτροπές των τοπικών Συλλόγων. Η καρδιά των απεργιακών επιτροπών ήταν οι δυνάμεις των Παρεμβάσεων-Κινήσεων-Συσπειρώσεων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης που μαζί με άλλους αγωνιστές της βάσης συγκρότησαν σε πολλούς Συλλόγους ανοιχτές απεργιακές επιτροπές για τη στήριξη της απεργίας.

Υπήρξαν και άλλες σημαντικές κινητοποιήσεις όπου αγωνιστές-αγωνίστριες της ριζοσπαστικής αριστεράς έπαιξαν καταλυτικό ρόλο τόσο εργατικές (απεργία των εργαζόμενων στους Δήμους), όσο και τοπικές (κινητοποιήσεις για τη χωματερή στα Δυτικά Προάστια).

Την ίδια ώρα, τα δύο κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς –με διαφορετικό τρόπο- στάθηκαν ουραγοί  στις μεγάλες εργατικές και νεολαιίστικες κινητοποίησεις της περιόδου.

Η κινηματική άνοδος της προηγούμενης περιόδου αποτέλεσε μια σκληρή δοκιμασία της πολιτικής του ΚΚΕ και ανέδειξε με τον πιο εύγλωττο τρόπο τα σημερινά όρια του. Όχι μόνο απέδειξε ότι απέχει τελείως από την εικόνα του «κόμματος της πρωτοπορίας» που καλλιεργεί, αλλά καταγράφηκε σαν μια δύναμη που κάποια στιγμή βρέθηκε «απέναντι» στο κίνημα ή «στην ουρά» του αγώνα (απεργία των δασκάλων). Μ’ εξαίρεση την κινητοποίηση των ναυτεργατών, η διασπαστική πρακτική του ΚΚΕκαι η ηττοποθής μοιρολατρία που καλλιεργεί (χωρίς δυνατό ΚΚΕ στη Βουλή, οι αγώνες δεν θα νικήσουν!) γίνονται ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια στην ανάπτυξη του κινήματος.

Από την άλλη τμήμα αγωνιστών/τριες του ΣΥΝ συμμετείχαν με συνέπεια στο φοιτητικό κίνημα και στην απεργία των δασκάλων αλλά η κεντρική παρέμβασή του κόμματος περιορίστηκε σε μια «άχρωμη και άοσμη» σχέση «συμπαράστασης» και εξαντλήθηκε σε ένα δημοσιογραφικό-κοινοβουλευτικό σχολιασμό. Σε γενικές γραμμές τα αγωνιζόμενα κομμάτια του ΣΥΝ συντάχτηκαν στο πλευρό των δυνάμεων της άκρας αριστεράς, υιοθέτησαν τα αιτήματα  που αυτή έβαζε και έδρασαν μέσα από τις μορφές πάλης που κυρίως αυτή προωθούσε. Τα κομμάτια της αγωνιζόμενης βάσης του βρέθηκαν κάτω από την επιρροή της άκρας αριστεράς. Σε κεντρικό επίπεδο όμως ο ΣΥΝ σαν κόμμα απείχε πολύ από το να παίζει πρωτοποριακό ρόλο κινητοποίησης και οργάνωσης του αγώνα και περιορίστηκε στο ρόλο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης-κεφαλαιοποίησής του αντιστρέφοντας τους πραγματικούς συσχετισμούς μέσα στο κίνημα.

Το βασικό πολιτικό πρόβλημα για τη ριζοσπαστική αριστερά είναι ότι, παρά το ρόλο της μέσα στο κίνημα, σε πολιτικό και εκλογικό επίπεδο η μόνη προοπτική των αγωνιζομένων είναι να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο κόμματα που βρέθηκαν στην «ουρά» των αγώνων. 

2. Η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να δώσει τη μάχη των εκλογών

Τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοτικών –παρόλο που ξέρουμε πολύ καλά ότι δεν δυνατό να κάνουμε εύκολες αναγωγές στο εθνικό πολιτικό επίπεδο με βάση αυτά- εμφάνισαν μια δίχως προηγούμενη άνοδο των ψηφοδελτίων που στηρίζονταν αποκλειστικά ή πρωταγωνιστικά από τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Η ενίσχυση των ψηφοδελτίων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς -και η εκλογή συμβούλων σε πολλές περιπτώσεις- σε μια σειρά από μεγάλες γειτονιές της Αθήνας (ενδεικτικά: Χαλάνδρι, Ζωγράφου, Βύρωνας, Νέα Σμύρνη), την εργατική Πάτρα και τη Νομαρχία Αχαΐας είναι ενδεικτική.

Οι δημοτικές εκλογές έδειξαν ότι ο ριζοσπαστικός πολιτικός λόγος, στο βαθμό που γειώνεται σε ιδιαίτερους κοινωνικούς χώρους και βρίσκει αντίκρισμα, με διάρκεια και όχι αποσπασματικότητα, σε συγκεκριμένες πρακτικές, μπορεί να αποκτήσει μια εμβέλεια κατά πολύ μεγαλύτερη εκείνης των υπαρχουσών, περιθωριακών πολιτικά, ακροαριστερών οργανώσεων.

Αυτή η άνοδος δεν υποδηλώνει και μια αντίστοιχη αύξηση του βαθμού αυτοοργάνωσης και αυτενέργειας, ούτε κι απαραίτητα μια όξυνση της ταξικής συνείδησης, από τον κόσμο που με την ψήφο του στήριξε αυτά τα ψηφοδέλτια, αποτελεί όμως ένα ακόμα σημαντικό δείγμα των πραγματικών δυνατοτήτων μιας αντικαπιταλιστικής πολιτικής στρατηγικής. Γιατί οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς και εμφανίζονται και πραγματικά είναι νέες και άφθαρτες από κάθε μορφή διαχείρισης της εξουσίας.

Μια τέτοια δυναμική θα ήταν λογικά αρκετά πιο περιορισμένη στο εθνικό εκλογικό επίπεδο, ακόμη και αν συμπαρατασσόταν όλο το φάσμα της ριζοσπαστικής αριστερής, αλλά θα ξεπερνούσε κατ’ αρχήν αυτή εγχειρημάτων τύπου ΜΕΡΑ.

Χαρακτηριστική όμως είναι η περίπτωση της Υπερνομαρχίας Αττικής: Στη διάρκεια του προηγούμενου καλοκαιριού πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις για μια κοινή εκλογική παρέμβαση της ριζοσπαστικής αριστεράς στην Υπερνομαρχία. Χάρη σε σεκταριστικούς ελιγμούς αλλά και μια πλατιά διαδεδομένη πεσιμιστική διάθεση το εγχείρημα ναυάγησε. Όμως εκ των υστέρων φάνηκε καθαρή η υποτίμησή μας στις δυνατότητες εκλογικής καταγραφής της ριζοσπαστικής αριστεράς. Δύο μεμονωμένα ψηφοδέλτια από το χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς πήραν μαζί 2,2%! Ένα ενωτικό εγχείρημα θα μπορούσε άνετα να πάρει ένα αρκετά υψηλότερο ποσοστό, αν λάβουμε μάλιστα ιδιαίτερα υπόψη την αρνητική διάθεση ενός τμήματος της εκλογικής βάσης του ΣΥΝ προς την «κεντροαριστερή υποψηφιότητα» Πανούση. Πρέπει να αποτιμήσουμε την περίπτωση της υπερνομαρχίας τελικά σαν μια ακόμη χαμένη ευκαιρία… 

3. Ευθύνη για μια νέα γενιά αγωνιστών-αγωνιστριών

Μια ολόκληρη νέα γενιά πολιτικοποιήθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε μέσα από το φοιτητικό κίνημα της προηγούμενης περιόδου. Δεν είναι μια πλειοψηφική τάση στην ελληνική κοινωνία, είναι μια πολύ σημαντική κοινωνική δύναμη για τους στόχους και τους αγώνες της ριζοσπαστικής αριστεράς! Μέσα σ’ αυτό το κίνημα η ριζοσπαστική αριστερά μπόρεσε να επηρεάσει αυτές τις νέες πρωτοπορίες και να ενισχυθεί και σ’ εκλογικό επίπεδο στις φοιτητικές εκλογές.

Όμως ο χώρος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν έχει να παρουσιάσει καμία αξιόπιστη πολιτική προοπτική μ’ αποτέλεσμα στις επόμενες εθνικές εκλογές η ψήφος της ριζοσπαστικής νεολαίας να υπόκειται σε λεηλασία από το ΣυΡιζα, το ΚΚΕ, αν όχι ακόμη το ΠΑΣΟΚ.  Οι γενικές αναφορές στην επαναστατική στρατηγική δεν αρκούν για να «διαπαιδαγωγήσουν» μια νέα γενιά αγωνιστών, αν αυτή συνειδητοποιήσει ότι σ’ όλες τις κεντρικές πολιτικές μάχες ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς εμφανίζεται περιθωριοποιημένος, κατακερματισμένος, αδύναμος να συγκροτηθεί σε μια ανταγωνιστική εναλλακτική κοινωνικά ορατή αντικαπιταλιστική πρακτική και με τις μικρές οργανώσεις του χώρου να παραμένουν αυτάρκεις στην προγραμματική τους καθαρότητα, την «οικοδόμησή» τους, τα «μέτωπα» γύρω από τον εαυτό τους.

Μάλιστα η δορυφοριοποίηση ενός όχι αξιοκαταφρόνητου κομματιού της ριζοσπαστικής αριστεράς γύρω από το ΣΥΝ, η αγκίστρωσή τους σ’ ένα «έτοιμο» γραφειοκρατικό κοινοβουλευτικό μηχανισμό, παρόλες τις προηγούμενες χρεοκοπίες του ΣυΡιζα, είναι μια υπαρκτή πολιτική πρόταση που στηρίζεται στα υλικά προνόμια του κοινοβουλευτισμού.

Στην προσωρινή ή μη επανασυσπείρωση σε πολιτικό αλλά και εκλογικό επίπεδο, του Συ.Ριζ.Α. είναι αναγκαίο να ορθώσουμε ένα ανταγωνιστικό ρεύμα όχι απλά και μόνο στρατηγικής κατεύθυνσης αλλά τοποθετημένο στη συγκυρία:

Ο ΣΥΝ και οι δορυφόροι του θα διεκδικήσουν πάλι μια περιορισμένη μεν σε εθνικό επίπεδο, αλλά υπαρκτή και απόλυτα σημαντική από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, κινηματική ψήφο και μια συσπείρωση ενός αγωνιστικού δυναμικού για να υποστηρίξει τον εκλογικό μηχανισμό του ΣΥΝ (πράγμα που έγινε στο Δήμο της Αθήνας), που εξίσου διεκδικεί ή πρέπει να διεκδικήσει η ριζοσπαστική αριστερά για τον εαυτό της.  

Με ποια πολιτική φυσιογνωμία για την παρέμβαση της ριζ. αριστεράς στις εκλογές; 

Κατά την άποψή μας τόσο απαραίτητα, όσο και ρεαλιστικά για τη φυσιογνωμία μιας ενωτικής παρέμβασης της ριζοσπαστικής αριστεράς στις εκλογές είναι τα εξής παρακάτω στοιχεία:

● Μια εκλογική παρέμβαση υποταγμένη στο ανεξάρτητο μαζικό κίνημα

Είναι σαφές ότι η ριζοσπαστική αριστερά δεν μπορεί να προβάλλει καμία στρατηγική αλλαγή της κοινωνίας μέσα από τους αστικούς κοινοβουλευτικούς θεσμούς. Δεν υποτάσσει τα κινήματα σ’ ένα κοινοβουλευτικό δρόμο προς την εξουσία. Αντίθετα υποτάσσει την παρέμβαση στις εκλογές στην ανεξάρτητη μαζική δράση των «κάτω», των εργαζόμενων, της νεολαίας και των άλλων καταπιεζομένων.

Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να επιχειρήσει και να επιτύχει σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο μια εκλογική καταγραφή που έχει κατορθώσει στα πανεπιστήμια, σ’ αρκετούς εργασιακούς χώρους, στις τοπικές κοινωνίες: να εμφανίζεται σαν μια ορατή πολιτική δύναμη μ’ εκλογική εκπροσώπηση και να χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη για τους σκοπούς της ανεξάρτητης δράσης των κινημάτων.  

● Ένα αντικαπιταλιστικό εκλογικό πρόγραμμα με μαζική εργατική και κοινωνική απεύθυνση

Ξεκινώντας από τις πραγματικούς αγώνες των καταπιεζομένων, τις διατυπωμένες διεκδικήσεις των ίδιων των κινημάτων, τους πρακτικούς στόχους των αγώνων, πρέπει να διατυπώσουμε ένα κατανοητό πρόγραμμα συγκεκριμένων αιτημάτων  με επίκεντρο το κοινωνικό ζήτημα μ’ έμφαση στα πιο προωθημένα αλλά υπαρκτά αιτήματα των πιο πρωτοπόρων τομέων των κινημάτων, που έρχονται σε ρήξη με την καρδιά των καπιταλιστικών πολιτικών των κυβερνήσεων και μπορούν να αρθρώσουν στο σήμερα μια αντικαπιταλιστική προοπτική.

Όχι διορθωτικές προτάσεις με σεβασμό στις «δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας», δηλαδή τις ανάγκες των ελλήνων καπιταλιστών. Ούτε όμως αντί για συγκεκριμένες διεκδικήσεις, αφηρημένος επαναστατικός βερμπαλισμός και το συνολικό πρόγραμμα κάθε οργάνωσης για την κομμουνιστική κοινωνία του μέλλοντος.  

● Μια αντικαπιταλιστική πλατφόρμα με σαφείς στρατηγικές οριοθετήσεις

Τόσο από τη κεντροαριστερά και το νέο ρεφορμισμό που εκφράζει η στροφή της refondazione στην Ιταλία και το Ευρωπαϊκό Κόμμα της Αριστεράς που στηρίζει ο ΣΥΝ, όσο και από τα μικροαστικά καπιταλιστικά μοντέλα της «λαϊκής οικονομίας» που ευαγγελίζεται το ΚΚΕ και από την απολογητική του για τα καταπιεστικά γραφειοκρατικά καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού». 

● Ανοιχτή, δημοκρατική, ισότιμη για οργανώσεις και ανένταχτους και ανένταχτες, διαδικασία

Η συνολική πλατφόρμα, το «η πολιτική επάρκεια του αντικαπιταλιστικού στίγματος», οι οργανωτικές μορφές της καμπάνιας πρέπει να αποφασιστούν μέσα από ανοιχτές δημόσιες διαδικασίες σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Δεν μπορεί να προαποφασιστούν ανάμεσα σε δύο-τρεις οργανώσεις σε κλειστές διαδικασίες.

Δεν υπάρχει όμως ζήτημα δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στη λήψη των αποφάσεων στο μέτρο που δεν υπάρχει κάποιος κοινός πολιτικός σχηματισμός. Η χρήση τυχαίων αριθμητικών υπεροχών ανά χώρους δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η λειτουργία της πρωτοβουλίας πρέπει να είναι συνθετική. Όλοι και όλες, οργανώσεις και ανένταχτοι αγωνιστές, έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να προπαγανδίζουν τις ιδιαίτερες απόψεις τους. Όταν εμφανίζονται,  τοποθετούνται δημόσια ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο εκπροσωπούν το κοινό σχήμα θα πρέπει να δεσμεύονται από τις κοινά αποδεκτές θέσεις του. 

● Με προοπτική μετά και πέρα από τις εκλογές

Θέλουμε μετά τους κοινούς αγώνες της προηγούμενης περιόδου, μέσα και από την ενωτική παρέμβαση της ρ.α. στις εκλογές να προωθήσουμε μορφές ενότητας δράσης και συζήτησης με διάρκεια και αντοχή στο χρόνο, μια διαδικασία που για την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος πρέπει να πάρει τα χαρακτηριστικά ανασύνθεσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.  

Όρια και αδυναμίες

Αυτή τη διαδικασία η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, τμήμα της 4ης Διεθνούς, επιθυμεί να την συν-οικοδομήσει με βάση τις παραπάνω αναλύσεις, διαπιστώσεις και αντιλήψεις για τις αναγκαίες συμφωνίες. Ωστόσο οφείλει να διατυπώσει ανοιχτά πώς διαφωνεί με σημαντικά κομμάτια συντρόφων-ισσών της ριζοσπαστικής αριστεράς γύρω από τα εξής σημεία, που, ακόμη και αν δεν τα αναδεικνύει μ’ ένα απόλυτο τρόπο σαν εμπόδιο σήμερα, θεωρούμε όμως ότι προοπτικά θα παίξουν ένα αποφασιστικό ρόλο: 

● Η ενότητα δράσης των εργαζόμενων και με τις μαζικές συνδικαλιστικές και πολιτικές οργανώσεις στις οποίες οι ίδιοι -σ’ όποιο βαθμό- αναγνωρίζουν τους εαυτούς είναι αναγκαία για την ταξική αντιπαράθεση με την πολιτική του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων τους.

Η πολιτική ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν μπορεί να οικοδομηθεί μέσα από διασπαστικές πρακτικές χωροταξικής οριοθέτησης μέσα στο δρόμο και το κίνημα. Τα ιδεολογήματα περί  «νέου εργατικού κινήματος» θεωρητικοποιούν αποτυχημένες σεκταριστικές πρακτικές μέσα στο εργατικό κινήματα.

  Η ριζοσπαστική αριστερά πρέπει να ξεφύγει από ένα ορισμένο ιδεολογισμό, την αυτο-αναφορικότητα της και τις παιδικές ασθένειες του αριστερισμού. 

● Τα ζητήματα του εθνικού-διεθνικού δέχονται αμφίβολες απαντήσεις από σημαντικά τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

α. Υπάρχουν κάποιες κρίσιμες πολιτικές συνέπειες από τη διαπίστωση «ότι το εθνικό στη χώρα μας είναι αστικό» και ότι πρώτιστο αντιιμπεριαλιστικό καθήκον μας είναι να αναδεικνύουμε ότι ο «εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια μας τη χώρα».

β. Μια εθνοκεντρική αντίληψη που περιορίζει τον αγώνα των καταπιεζομένων αποκλειστικά σε εθνική κλίμακα δεν μπορεί να αναγνωρίσει το διεθνικό χαρακτήρα των αγώνων για κοινωνική χειραφέτηση.

Με χαρακτηριστική την υποτίμηση του διεθνούς κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης που πυροδότησε ένα παγκόσμιο κύμα ριζοσπαστικοποίησης. Οποιαδήποτε προσπάθεια ενότητας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στη χώρα μας , θα πρέπει να συνδεθεί με τη διεθνή αντικαπιταλιστική αριστερά και ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή. 

Ωστόσο το ζητούμενο δεν είναι η προεξόφληση των «διαφορών» και η θωράκιση κάθε τάσης της ριζοσπαστικής αριστεράς πίσω από την ξεχωριστή της πλατφόρμα αλλά η διαμόρφωση όρων δημόσιας έκφρασης, κοινής δράσης, κεντρικής πολιτικής παρέμβασης και προγραμματικής συζήτησης που να αγκαλιάζει το μέγιστο δυνατό εύρος της (οργανώσεις και ανένταχτους/ες) χωρίς αποκλεισμούς και ηγεμονίστικες συμπεριφορές.

ΟΚΔΕ – ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ OKDE - Spartakos

ελληνικό τµήµα της 4ης ∆ιεθνούς / www.okde.org


ΟΚΔΕ Σπάρτακος "Για μια ενωτική κάθοδο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς στις εκλογές", 9/6/2007