Κύπρος: Η ώρα του μεγάλου «ναι»

Σταύρος Τομπάζος,  Πανεπιστήμιο Κύπρου, 7/4/04

Τα ψέματα τέλειωσαν. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι καλούνται σε δημοψήφισμα την 24η Απριλίου για να αποφασίσουν οριστικά για το μέλλον τους. Δεν υπάρχουν πια «ίσως». Υπάρχει απλώς το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι». Αυτή τη στιγμή διαμορφώνονται στην Κύπρο με ταχύ ρυθμό τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Στο στρατόπεδο του «όχι», το τοπίο είναι ήδη αρκετά καθαρό. Το κόμμα του Τάσσου Παπαδόπουλου (ΔΗΚΟ), δηλαδή η εθνικιστική δεξιά μακαριακής προέλευσης,   τοποθετήθηκε καθαρά  ενάντια στο σχέδιο Ανάν. Οι Νέοι Ορίζοντες της άκρας δεξιάς, οι αμετανόητοι υποστηρικτές της ΕΟΚΑ Β μέσα και έξω από το ΔΗΣΥ, Μητροπολίτες και Ιεράρχες (πλην του Μητροπολίτη Μόρφου που τάχθηκε ενάντια στο κυρίαρχο εκκλησιαστικό ρεύμα), η ηγεσία των οικολόγων παρά τις συστάσεις των ευρωπαίων συντρόφων τους, καθώς και κάποιοι βουλευτές της εθνικιστικής πτέρυγας του ΔΗΣΥ αλωνίζουν τα κανάλια δαιμονοποιώντας το σχέδιο. Ο επίτιμος πρόεδρος της ΕΔΕΚ Β. Λυσσαρίδης και πολλοί υποστηρικτές του στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας παρασύρθηκαν από αυτό το ρεύμα.

Στο στρατόπεδο του «ναι» διαμορφώνεται με πιο αργό ρυθμό, όμως το τοπίο θα ξεκαθαρίσει σύντομα. Τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΑΚΕΛ και ο ΔΥΣΗ θα ταχθούν με το «ναι». Σ’αυτό το στρατόπεδο εντάσσεται και το κόμμα του Γ. Βασιλείου, οι Ενωμένοι Δημοκράτες, καθώς και κάποια ιστορικά στελέχη της ΕΔΕΚ. Στο χώρο του ΑΚΕΛ, όσο πιο αριστερά τοποθετούνται τα στελέχη τόσο πιο ξεκάθαρα υποστηρίζουν το «ναι». 

Το μέτωπο του «όχι» είναι το μέτωπο του εθνικιστικού ρομαντισμού. Επειδή υστερεί σε επιχειρηματολογία αντλεί δύναμη από τα «προαιώνια» σύμβολα και τις παραδόσεις. Η «σημαία», οι «ήρωες», οι «μάρτυρες», η «ορθοδοξία» επιστρατεύονται για να καλύψουν τις αβάστακτες ελλείψεις μιας λογικοφανούς επιχειρηματολογίας. Μόλις καταρρεύσει ο μανδύας της λογικής των περί «δικαιοσύνης» επιχειρημάτων, εμφανίζονται τα ιερά αίματα και ενίοτε ο καθαρόαιμος ρατσισμός. Μα πως είναι δυνατό να δεχθούμε το σχέδιο «αυτού του μαύρου» διερωτήθηκε δημόσια ένας διακεκριμένος βουλευτής του κόμματος του Τάσσου Παπαδόπουλου. Ο «μαύρος» είναι ο Γ.Γ του ΟΗΕ.

Το μέτωπο του «ναι» είναι το μέτωπο του ορθού λόγου. Η φιλελεύθερη δεξιά αποδέχεται τους ευρωπαϊκούς όρους του παιγνιδιού και σταθμίζει τα υπέρ και τα κατά του σχεδίου για την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Τα υπέρ υπερισχύουν χωρίς την παραμικρή αμφιβολία. Ο απολογισμός της αριστεράς είναι όμοιος  με αυτό της φιλελεύθερης δεξιάς. Επιπλέον, τώρα που το κυβερνητικό σχήμα καταρρέει, η αριστερά μπορεί και πάλιν να διεκδικήσει αξιόπιστα τους κοινούς ταξικούς αγώνες ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, την «επαναπροσέγγιση», τη διεθνιστική αλληλεγγύη. Ένα παρελθόν που παραμελήθηκε αλλά δεν παραδόθηκε θα εμφανιστεί εκ νέου στο προσκήνιο. Τα πιο πολλά από τα στελέχη του ΑΚΕΛ και τα πιο αξιόλογα, αυτά που δεν βολεύτηκαν στις εύκολες «πατριωτικές συμμαχίες», θα αναπνεύσουν και πάλιν ελεύθερα.

Μια απλοϊκή ανάγνωση της πρόσφατης κυπριακής ιστορίας παρουσιάζει το σχέδιο Ανάν ως  μια ιμπεριαλιστική εφεύρεση με σκοπό την προσαρμογή της Κύπρου στις επιταγές της νέας τάξης πραγμάτων. Αυτή η αντίληψη ενισχύθηκε σημαντικά από την καλά σχεδιασμένη υπονόμευση του σχεδίου που άρχισε αμέσως μετά τη συμφωνία της Νέας Υόρκης, εντάθηκε με την έναρξη των συνομιλιών και αποκορυφώθηκε στη Λουκέρνη. Ενώ τα δύο μεγάλα κόμματα, το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ δεσμεύτηκαν να μην εκφραστούν δημόσια υπέρ του σχεδίου και περιορίστηκαν σε γρίφους και υπονοούμενα για να μην επηρεάσουν αρνητικά τη διαπραγματευτική θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς, το ΔΗΚΟ και οι Νέοι Ορίζοντες οργίαζαν στα κανάλια δηλητηριάζοντας την κοινή γνώμη. Ο Πρόεδρος, ενώ στην Κύπρο κατάφερε να κρυφτεί πίσω από την αδιαλλαξία του Ντενκτάς για να παρουσιάσει μια μαύρη εικόνα των συνομιλιών, στη Λουκέρνη αρνήθηκε ουσιαστικά να διαπραγματευτεί και χρησιμοποίησε «φιλικούς» δημοσιογράφους και τον ίδιο τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο για να δημιουργήσει την πλαστή εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής.[1] Αν το τελικό σχέδιο είναι καλύτερο από την τρίτη εκδοχή του, αυτό οφείλεται στις παρεμβάσεις της τελευταίας στιγμής των Αναστασιάση, Βασιλείου και Χριστόφια.

Η νέα τάξη πραγμάτων δεν συνίσταται μόνο στην εισβολή στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ ή στους «τρομονόμους». Στηρίζεται και στην εξασφάλιση της σταθερότητας, εκεί που αυτό κρίνεται ως αναγκαίο. Με τη λύση του κυπριακού προβλήματος, οι ΗΠΑ και η ΕΕ επιδιώκουν τη σταθερότητα στο τρίγωνο Ελλάδα-Τουρκία-Κύπρος, κυρίως με την ευρωπαϊκή επίβλεψη της Τουρκίας. Επιθυμούν βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων και προοδευτικό και ελεγχόμενο εκδημοκρατισμό της Τουρκίας. Ο τελευταίος είναι αναγκαίος αν πρόκειται να ενταχθεί η Τουρκία στην ΕΕ, διότι ο πολιτικός πλουραλισμός δυτικού τύπου και ένας στοιχειώδης σεβασμός των ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων καθιστούν μια χώρα πολιτικά διαφανή και άρα προβλέψιμη. Με αυτή την έννοια η λύση του Κυπριακού εντάσσεται πράγματι στην νέα τάξη πραγμάτων. Από πότε όμως η αντίσταση στον ιμπεριαλισμό συνίσταται στην καλλιέργεια συνθηκών για ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στις περιφερειακές εξοπλιστικές δαπάνες, στα δημοκρατικά ελλείμματα και την έλλειψη σεβασμού των ανθρωπινών δικαιωμάτων; Η  πρόσφατη αντι-ιμπεριαλιστική  φιλολογία στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, όταν δεν είναι το προϊόν μιας λανθασμένης πολιτικής ανάλυσης, απλώς μασκαρεύει μια απεχθή εθνικιστική ιδεολογία που δυσκολεύεται να εμφανιστεί με το πραγματικό της πρόσωπο. Ας μην ξεχνούμε ότι ακόμη και ο Ντενκτάς ωρύεται κατά του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού που ξεπουλούν το Κυπριακό προς όφελος των ελληνοκυπρίων και των ελλήνων που είναι ήδη μέλη της «ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής συμμαχίας».

Το σχέδιο Ανάν, άλλωστε, δεν έπεσε από τον ουρανό. Πολύ πριν τη νέα τάξη πραγμάτων, τη δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία δέχθηκε η  ελληνοκυπριακή πλευρά από το 1977 με τη συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς. Από τότε ουδέποτε αμφισβητήθηκε επίσημα από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Η ομοσπονδία αυτού του τύπου είναι ο μοναδικός τρόπος επανένωσης της Κύπρου, ο οποίος μέχρι πριν μερικές εβδομάδες προσέκρουε στην τουρκική αδιαλλαξία: το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας θεωρούσε λυμένο το Κυπριακό από το 1974.

Το σχέδιο Ανάν δεν το επιβάλλει η διεθνής κοινότητα ή ο ιμπεριαλισμός, το επιβάλλει η κυπριακή ιστορία του 20ου αιώνα. Η «κυπριακότητα» ουδέποτε υπερίσχυσε των εθνικών συνειδήσεων και των εθνικών επιδιώξεων. Ουδέποτε οι ελληνοκύπριοι και οι τουρκοκύπριοι αγωνίστηκαν μαζί για κοινούς στόχους με τρόπο καθοριστικό για την ιστορία. Αντίθετα, όταν οι μεν αγωνίζονταν για την Ένωση οι δε αγωνίζονταν για τη Διχοτόμηση. Ο διαχωρισμός των κοινοτήτων σε επίπεδο συνείδησης, πολιτικής και γεωγραφίας υπήρξε μια εξελικτική διαδικασία της οποίας το αποκορύφωμα ήταν το πραξικόπημα και η εισβολή του 1974. Η λύση του Κυπριακού δεν είναι δυνατό να οικοδομηθεί στο κενό ή στα θεμέλια μιας μυθικής ιστορίας περί ενωμένου κυπριακού λαού, την οποία καλλιέργησε η ελληνοκυπριακή πλευρά μετά το 1974 για να ενισχύσει τη διεθνή νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εν ολίγοις, το κυπριακό πρόβλημα δεν είναι μόνο πρόβλημα εισβολής και κατοχής, είναι και πρόβλημα δια-κοινοτικών σχέσεων. Κανένας από τους δύο εθνικισμούς δεν κατάφερε να επιβληθεί στην Κύπρο. Ο ελληνοκυπριακός εθνικισμός απέτυχε να επιφέρει την Ένωση. Η κυρίαρχή του τάση ικανοποιείται και με τη μισή Κύπρο. Ο τουρκοκυπριακός εθνικισμός πέτυχε τη διχοτόμηση, απέτυχε όμως να δημιουργήσει ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος. Η κυρίαρχή του τάση ικανοποιείται και με τη διατήρηση της υφιστάμενης ισορροπίας. Είναι γι αυτό που το «απορριπτικό μέτωπο» και στις δύο πλευρές δεν αποδέχεται το σχέδιο Ανάν. Οι μεν βολεύονται με το εθνικό «μονοπώλιο» της εξουσίας, έστω και με περιορισμένη πραγματική επικράτεια. Οι δε βολεύονται με το δικό τους εθνικό «μονοπώλιο» της εξουσίας, έστω κι αν το κράτος τους είναι παράνομο. Επειδή όμως ούτε οι μεν, ούτε οι δε τολμούν να το παραδεχθούν σύρθηκαν στις συνομιλίες για το σχέδιο Ανάν με την ελπίδα να απεμπλακούν επιρρίπτοντας την ευθύνη οι μεν στους δε. Απέτυχαν.

Το σχέδιο Ανάν βασίζεται στην πραγματική κυπριακή ιστορία και στην πραγματική γεωπολιτική θέση της Κύπρου. Βασίζεται στην αποτυχία των εθνικών επιδιώξεων και των δύο πλευρών. Εγκαινιάζει μια Κυπριακή Δημοκρατία βασισμένη στη δι-εθνικότητα του κυπριακού πληθυσμού, απαλλάσσει τον κυπριακό λαό από την παρουσία του τουρκικού στρατού και ανατρέπει τα τετελεσμένα της εισβολής.

Ασφαλώς, το σχέδιο Ανάν δεν είναι τέλειο. Οι συνθήκες εγγυήσεων της Ζυρίχης διατηρούνται, οι κυρίαρχες αγγλικές βάσεις παραδίδουν μόνο το 50% των εδαφών τους. Ωστόσο, όλοι οι πρόσφυγες που το επιθυμούν πραγματικά, ελληνοκύπριοι και τουρκοκύπριοι μπορούν να επιστρέψουν αργά ή γρήγορα στα σπίτια τους. Οι περιουσίες που δεν θα επιστραφούν θα αποζημιωθούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έστω κι αν δεν είναι βέβαιο ότι οι αποζημιώσεις θα είναι στο ύψος της πραγματικής τους αξίας. Ο τουρκικός στρατός αποσύρεται από την Κύπρο για να παραμείνει ένας συμβολικός αριθμός 650 ατόμων. Η πολιτική ισότητα των δύο συνιστώντων κρατών λαμβάνει υπόψη τις πληθυσμιακές αναλογίες του κυπριακού λαού. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα εντάσσεται στην Ε.Ε. και έτσι εξασφαλίζει ένα στοιχειώδες δημοκρατικό κεκτημένο το οποίο τώρα στερείται. Το εμπάργκο εις βάρος της τουρκοκυπριακής κοινότητας καταργείται. Το κυριότερο όμως είναι ότι το όλο θεσμικό οικοδόμημα του ομόσπονδου κράτους και πιο συγκεκριμένα οι διαδικασίες εκλογής του Προεδρικού Συμβουλίου από κοινό ψηφοδέλτιο ελληνοκύπριων και τουρκοκύπρίων οδηγεί σε συμμαχίες και συνεργασίες ανάμεσα στα ελληνοκυπριακά και τουρκοκυπριακά κόμματα. Σε βάθος χρόνου, τα ίδια τα κόμματα θα συγκροτούνται σε κοινωνική και όχι σε εθνοτική βάση.

Η επίλυση του κυπριακού προβλήματος στη βάση του σχεδίου Ανάν αλλάζει τα δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα βελτιωθούν και η διαδικασία εκδημοκρατισμού της Τουρκίας θα επιταχυνθεί. Αν τα τραγικά γεγονότα του 1974 και η διχοτόμηση της Κύπρου οδήγησαν στον εκδημοκρατισμό της Ελλάδας, ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας περνά μέσα από την επίλυση του κυπριακού προβλήματος και την επανένωση της Κύπρου.

Σταύρος Τομπάζος

7/4/04


[1] Βλέπε το άρθρο του έγκυρου δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη, «Τα διαβολάκια και ο Τάσσος», Πολίτης, Λευκωσία, 4/4/2004.