Γαλλία: Η επαναστατική αριστερά ετοιμάζεται

Χ.Ι. & Τ.Α. (Εποχή, 14/9/2003) [σε γαλλικά ]

Η κατάσταση έντονων κινητοποιήσεων στη Γαλλία από την Άνοιξη ήδη (συνταξιοδοτικό, καθηγητές, καλλιτέχνες, αγρότες) συνοδεύεται από μια συνειδητοποίηση του ότι όλοι οι σημερινοί αγώνες αντιμάχονται την ίδια λογική: τη λογική της εργοδοσίας και του πολιτικού της προσωπικού, καθώς και του ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Απέναντι σε αυτή τη διαπίστωση, ένα ερώτημα αναδύεται: οι πολιτικές οργανώσεις διαθέτουν απαντήσεις στο ύψος των περιστάσεων; Οικοδομείται άραγε μια πολιτική προοπτική που να αποτελεί φερέγγυα εναλλακτική λύση, ιδιαίτερα μετά τη θλιβερή εμπειρία της διακυβέρνησης σοσιαλιστών-κομμουνιστών-Πράσινων;

Το ερώτημα αυτό πηγάζει έμπρακτα από την ίδια την πολιτική κατάσταση και τη διακυβέρνηση της δεξιάς: Αυτή, είναι αλήθεια, απλώς ενισχύει τις αντεργατικές επιθέσεις της «πληθυντικής αριστεράς». Όμως, η ίδια η βιαιότητά της σε κάθε κοινωνικό επίπεδο, όπως το πιστοποίησε έως και η αναλγησία της απέναντι στους 15.000 θανάτους του καύσωνα, την καθιστά όλο και πιο επιθετική, ακριβώς στο μέτρο που αποξενώνεται την εκλογική της βάση: την εβδομάδα που πέρασε οι θετικές γνώμες στις δημοσκοπήσεις για τον πρωθυπουργό έπεσαν στο 39%.

Όμως, απέναντι σε αυτό, το Σοσιαλιστικό Κόμμα απλώς στοιχηματίζει στην επάνοδό του στην εξουσία μετά από 4 χρόνια χάρη στα «αντιδεξιά» αντανακλαστικά, χωρίς να χρειαστεί να αναθεωρήσει ένα πρόγραμμα που η δεξιά απλώς εφαρμόζει με μεγαλύτερη καθαρότητα. Αλλά και οι τέως εταίροι του, οι Πράσινοι και το Κομμουνιστικό Κόμμα, μπορεί να βλέπουν ότι αυτό το πρόγραμμα δεν είναι απάντηση, όμως στην πράξη εξηγούν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική πολιτική λύση στον Ραφαρέν χωρίς το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ηγεμονικό ακόμα και προγραμματικά!

Αυτό, ωστόσο, που είναι καινούργιο είναι η σύνδεση των αγώνων, κατά τους τελευταίους αυτούς μήνες, με την πολιτική παρουσία της επαναστατικής αριστεράς. Αυτό είχε ήδη διαφανεί από το 10% των εκλογών, αλλά περισσότερο υλοποιήθηκε στους τελευταίους αγώνες και, προφανώς, συνδέεται όχι μόνο με τη διαχείριση της δεξιάς αλλά και με την ύπαρξη ενός συνόλου από αγώνες ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση σε όλη την Ευρώπη. Και επίσης συνδέεται και με την πρωτοβουλία για τη δημιουργία Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, με ενδεχόμενη παρουσία ακόμα και στις ευρωεκλογές.

Για πρώτη φορά στη Γαλλία, υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης ενός πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με πραγματικό ρίζωμα και πολιτική (έως και εκλογική) φερεγυότητα. Αυτό διαπιστώνεται από την ίδια την ανησυχία που εκφράζει η αστική τάξη, είτε με τις κραυγές τη δεξιάς ενάντια στους «εξτρεμισμούς» και τους «εχθρούς της δημοκρατίας» είτε και από το ίδιο το ΣΚ, που προφανώς ανησυχεί ιδιαίτερα από το μεγάλο λαϊκό ενδιαφέρον για αυτή την «100% αριστερά». Δεν περνάει πλέον μέρα χωρίς κάποια δήλωση για τους «κινδύνους» ή για της «αυταπάτες» αυτής της αριστεράς, που συμπυκνώνεται συμβολικά στις καταγγελίες ιδιαίτερα ενάντια στην LCR (Κομμουνιστικός Επαναστατικός Σύνδεσμος ή «Λίγκα»).

Στην πραγματικότητα, η  LCR παίζει ένα ρόλο κλειδί στην κατάσταση αυτήν, όπου μάλιστα οι εκλογές του 2004 (είναι οι ευρωπαϊκές αλλά είναι και οι «περιφερειακές», δηλαδή για τις τοπικές αρχές) αποτελούν de facto σημαντικούς σταθμούς. Το κυριότερο, ωστόσο, πρόβλημα είναι πως η αντικαπιταλιστική και ριζοσπαστική αριστερά προφανώς δεν ανάγεται στην LCR και στην περιφέρειά της. Όμως, οι επιλογές της LCR μπορεί να αποβούν κρίσιμες για τη συγκρότησή της, ιδιαίτερα καθώς το άλλο συγκροτημένο τμήμα της, η LO (Lutte Ouvriere) περιφρονεί πολύ τις διαδικασίες ριζοσπαστικοποίησης που διαπερνούν τα κόμματα και τα κινήματα.

Το περασμένο Σαββατοκύριακο, η Κεντρική Επιτροπή της LCR υιοθέτησε μια γραμμή προτείνοντας στην LO μια κοινή κάθοδο τόσο στις περιφερειακές όσο και στις ευρωπαϊκές εκλογές, πρόταση που, ως εδώ, μοιάζει να είναι μια θετική απάντηση σε προηγούμενη πρόταση της LO. Τα πράγματα περιπλέκονται από τους όρους που θέτει η LO, κυρίως από την άρνησή της να συμπεριληφθεί στη συζήτηση οποιοσδήποτε άλλος, ακόμα και σε τοπικό επίπεδο! Είναι αλήθεια ότι, σε εθνικό επίπεδο, οι δύο αυτές οργανώσεις ως τέτοιες είναι οι μόνες που είναι υπαρκτές και δεμένες με τους αγώνες.

Όμως, ακόμα και αν εξαιρούσε κανείς τις τοπικές κοινωνίες και τις ιδιομορφίες τους, στην προοπτική συσπείρωσης μιας μεγάλης δύναμης της ριζοσπαστικής αριστεράς είναι επίσης αλήθεια ότι μια σειρά από διασπάσεις ή και διαφοροποιήσεις, ακόμα και στο εσωτερικό των κομμάτων της τέως «πληθυντικής αριστεράς», διαμορφώνονται ακριβώς προς την ίδια προοπτική. Μία τέτοια περίπτωση είναι, για παράδειγμα, η πρωτοβουλία Ramullaud (από το καφενείο όπου έγινε η πρώτη συνάντηση) που περιλαμβάνει μια κριτική διαφοροποίηση από την «πληθυντική αριστερά» και σαφώς πάει προς την αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Με τα προβλήματά της, αφού επίσης περιλαμβάνει έως και εκπροσώπους του Σοσιαλιστικού Κόμματος που σαφώς ψάχνουν βεβαιώσεις ριζοσπαστικότητας!

Στο εσωτερικό της LCR εκφράστηκαν διαφορετικές απόψεις για το χειρισμό σε αυτές τις διάφορες διεργασίες. Και θα επικυρωθούν στο συνέδριο της οργάνωσης αυτής σε δύο μήνες. Όμως, πέρα από τους χειρισμούς, το ζήτημα ουσίας παραμένει η επιτακτικότητα της επεξεργασίας μιας φερέγγυας μαζικής πολιτικής απάντησης στα ίδια τα ερωτήματα και τις ελπίδες που γέννησαν οι τεράστιες κοινωνικές κινητοποιήσεις. Αλλιώς, ο κίνδυνος είναι, περισσότερο από ποτέ να δούμε το φασίστα Λε Πεν να αυξάνει την επιρροή του!

Χ.Ι. & Τ.Α.

Εποχή, 14/9/2003