|
Πέντε χρόνια κατοχής και καταστροφής στο Ιράκ, του Ανδρέα Κλόκε, 12/5/2008 |
Πέντε χρόνια κατοχής και καταστροφής στο Ιράκ, του Ανδρέα Κλόκε
του Ανδρέα Κλόκε
Συμπληρώθηκαν ήδη 5 χρόνια από την στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ στις 20 Μάρτη του 2003 και την έναρξη της αμερικάνικης κατοχής στο Ιράκ. Σε αυτά τα 5 χρόνια σκοτώθηκαν, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ανεξάρτητου βρετανικού ινστιτούτου έρευνας ORB, γύρω στους 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι. Εκατοντάδες χιλιάδες τραυματίστηκαν βαριά και έμειναν ανάπηροι. 4000 χιλιάδες αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν “επίσημα”, στους οποίους πρέπει να προστεθούν χιλιάδες υπάλληλοι των “εταιριών ασφαλείας”. Πριν δύο χρόνια, καθημερινά σκοτώνονταν 600 άνθρωποι και το 2007 ήταν λόγω του “surge”, δηλαδή της αύξησης του αμερικανικού στρατού κατοχής κατά 30.000 στρατιώτες (τώρα περίπου 158.000), η πιο αιματηρή χρονιά της κατοχής.
Από το καλοκαίρι του 2007, οι Αμερικανοί δεν επιχείρησαν μεγάλες επιθέσεις στην ένοπλη αντίσταση αλλά έκλεισαν συμφωνίες με κάποιες σουνιτικές ομάδες. Τον Αύγουστο και ο αλ Σαντρ, σιίτης ηγέτης της πιο μαζικής αντιστασιακής οργάνωσης της χώρας, ανακοίνωσε μια εκεχειρία. Αυτοί ήταν οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν σε μείωση του αριθμού των σκοτωμένων μέχρι τα τέλη του 2007. Σκοτώνονταν το Δεκέμβρη γύρω στους 200 την ημέρα -ή 6000 το μήνα-, αριθμός δύο φορές μεγαλύτερος από όσους σκοτώθηκαν στις επιθέσεις της 11/9/2001 στη Νέα Υόρκη.
Η καταστροφή και διάλυση του Ιράκ συνεχίζεται χωρίς προοπτική για έξοδο ή τελειωμό. Η αμερικανική κατοχική δύναμη χτίζει τις τεράστιες στρατιωτικές βάσεις της δείχνοντας με τον τρόπο αυτό ότι η κατοχή είναι προγραμματισμένη για χρόνια ή δεκαετίες ακόμα. Για τους εναπομένοντες μήνες της διακυβέρνησης Μπους, όσο αποτυχημένη και αν είναι η πολιτική του, δεν μπορεί να αποκλείεται ακόμα και μια επίθεση στο Ιράν.
“Παρ' όλο που κατά τα τελευταία χρόνια δεν υπήρχε σε μεγαλύτερο βαθμό αντιπολεμικό κίνημα, μια πλειοψηφία των αμερικανών και ευρωπαίων πολιτών εξακολουθεί να τάσσεται υπέρ της αποχώρησης όλων των ξένων στρατευμάτων από το Ιράκ. Οι φωνές τους όμως δεν ακούγονται από το πολιτικό κατεστημένο. Η Δύση διανύει μια αυξανόμενη κρίση πολιτικής εκπροσώπησης. Η δημοκρατία τείνει να χάσει το περιεχόμενό της. Στην αμερικανική εκλογική καμπάνια, οι δύο υποψήφιοι των Δημοκρατικών δηλώνουν δημόσια ότι υποστηρίζουν την αποχώρηση από το Ιράκ αλλά σε προσωπικές κουβέντες επιβεβαιώνουν στο στρατό ότι δε σκοπεύουν σοβαρά να αποχωρήσουν. Απλά είναι αναγκασμένοι να το πουν αφού ο κόσμος είναι δυσαρεστημένος.” (1)
Οι συγκρούσεις ανάμεσα στα “κυβερνητικά” στρατεύματα του αλ Μαλίκι, που συνεργάζονται με και καθοδηγούνται από τον αμερικανικό στρατό και το “Στρατό του Μεχντί”(ΣτΜ) του αλ Σαντρ στη Βασόρα, στη Βαγδάτη και άλλες πόλεις του νότιου Ιράκ, μαρτυρούν ότι η “ησυχία” στο Ιράκ ήταν μόνο προσωρινή. Τα δυτικά ΜΜΕ παρουσιάζουν τον αλ Σαντρ και τα εκατομμύρια υποστηρικτές του ως “ριζοσπάστες Σιίτες” απέναντι στους “μετριοπαθείς” του σιιτικού “Ανώτατου Ιρακινού Ισλαμικού Συμβουλίου” (ΑΙΙΣ) και της κυβερνητικής “Ενωμένης Ιρακινής Συμμαχίας”.
Στην πραγματικότητα διαμορφώθηκαν δύο αντίθετες πολιτικές συμμαχίες με αποτέλεσμα να διασπαστεί η σιιτική πλειοψηφία (60%) του πληθυσμού. Τα περασμένα χρόνια ο Μπους ζήτησε πολλές φορές από τον αλ Μαλίκι να συντρίψει το ΣτΜ. Είναι πολύ πιθανό ότι ο Cheney, που επισκέφθηκε τη Βαγδάτη λίγες μέρες πριν την έναρξη της επίθεσης στη Βασόρα, παρότρυνε τον αλ Μαλίκι να λύσει το πρόβλημα στρατιωτικά. Ο αλ Σαντρ δεν απορρίπτει μόνο ανένδοτα την ιμπεριαλιστική κατοχή αλλά επιδιώκει και τη διατήρηση του ενιαίου, πολυεθνικού ιρακινού κράτους με όλες τις εθνότητες και όλα τα θρησκεύματά του.
Στις 13 Γενάρη το κόμμα του αλ Σαντρ, μια πτέρυγα του σιιτικού κόμματος DAWA (στο οποίο ανήκει και ο αλ Μαλίκι), σουνιτικές, τουρκμενικές και άλλες οργανώσεις υπέγραψαν τη "Χάρτα της Βαγδάτης" (Baghdad Charter), στην οποία δεσμεύονται να συνεργαστούν για το ενιαίο Ιράκ και την επίλυση των, αναμφίβολα σοβαρών, αντιθέσεων ανάμεσα στις διάφορες ομάδες του πληθυσμού. Τέτοιες τριβές πάντα υπήρχαν, οξύνθηκαν όμως από την εισβολή του 2003 με ακραίο τρόπο. Είναι σαφές ότι η αμερικανική κατοχική δύναμη υποδαυλίζει αυτές τις αντιθέσεις στη λογική του "διαίρει και βασίλευε".
Η συμμαχία σκοπεύει να συμβάλει στη διευθέτηση των αντιπαραθέσεων για το στάτους του Κιρκούκ μέσω διαπραγματεύσεων. Τα δύο μεγάλα κουρδικά κόμματα φαίνεται να επιδιώκουν να μετατρέψουν την πόλη σε "καθαρά κουρδική" πόλη. Από τον Απρίλη ο νέος νόμος για την ιρακινή ομοσπονδία μπαίνει σε ισχύ. Τα δύο κουρδικά κόμματα, το PUK και το KDP, αλλά και το ΑΙΙΣ, που εξαιτίας των άριστων σχέσεών του τόσο με την κατοχική δύναμη όσο και -ειρωνικά- με την Τεχεράνη αποτελεί το βασικό κέντρο βάρους της "κυβέρνησης", προωθούν την "απαλή διαίρεση" της χώρας. Θέλουν να εγκαθιδρύσουν ένα ενιαίο κράτος, που θα υπάρχει μόνο στα χαρτιά, ενώ στην πραγματικότητα θα διοικούν οι τοπικές κυβερνήσεις, μια σιιτική στο νότο, μια κουρδική στο βορά και μια, λόγω έλλειψης πετρελαϊκών κοιτασμάτων, όχι τόσο σημαντική σουνιτική στη δύση. Με αυτόν τον τρόπο ο πετρελαϊκός πλούτος θα μοιραζόταν ανάμεσα στις σιιτικές και κουρδικές ηγεσίες, που ήδη ξεκίνησαν να πλουτίζουν ξεδιάντροπα σε βάρος των πλατιών λαϊκών στρωμάτων και συνεργάζονται "πετυχημένα" με την κατοχική δύναμη.
Στις 13 Φλεβάρη η πλειοψηφία της ιρακινής "Βουλής" ενέκρινε ένα νόμο που δεν επιτρέπει τη μετατροπή του Ιράκ σε ομοσπονδία, όπως την φαντάζονται η "κυβέρνηση", δηλαδή κυρίως το ΑΙΙΣ και τα δύο κουρδικά κόμματα. Στις 26/2 όμως, ο ένας από τους δύο αντιπροέδρους του κράτους ("πρόεδρος" είναι ο Ταλαμπανί του κουρδικού PUK) και αντιπρόσωπος των Σιιτών, ο αλ Μαχντί, έβαλε βέτο σε αυτό το νόμο, κρίνοντάς τον "αντισυνταγματικό"! Έτσι έγινε φανερό ότι διαδραματίζεται μια αντιπαράθεση, που μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας για το μέλλον της χώρας.
Οι "έθνο-ομοσπονδιακοί" επιχειρούν να συνεχίσουν τη διάλυση του κράτους και προωθούν τις ιδιωτικοποιήσεις, τις συμφωνίες με αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες, όπως το έκανε ήδη η "Κουρδική Τοπική Κυβέρνηση", και την παράδοση της χώρας στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία. Αποδέχονται έτσι την "προστασία" της κατοχικής δύναμης και ανέλαβαν ανοιχτά το ρόλο των ανδρεικέλων της. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι πέρυσι το Σεπτέμβρη και ο Joseph Biden, αμερικανός γερουσιαστής, τάχθηκε υπέρ της de facto διαίρεσης του Ιράκ επισημαίνοντας ότι ένα τέτοιο μοντέλο ομοσπονδίας θα μπορούσε να γίνει ζήτημα ενός "συνεδρίου" ορισμένων ιρακινών κομμάτων και φορέων. Μια τέτοια προσπάθεια θα ερχόταν όμως σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 2005. (2)
Ο αλ Μαλίκι και η "κυβέρνησή" του πήραν με την επίθεση στη Βασόρα και στα προπύργια των υποστηρικτών του αλ Σαντρ στη Βαγδάτη, κυρίως στη φτωχογειτονιά της "Πόλης του Σαντρ" με τα δύο εκατομμύρια κατοίκους της, την οριστική απόφασή τους ως υποτελείς της κατοχικής δύναμης. Στράφηκαν αναμφίβολα ενάντια στη βούληση της μεγάλης πλειοψηφίας του ιρακινού λαού, που δεν επιθυμεί τίποτα περισσότερο από την πλήρη αποχώρηση των Αμερικανών, που διέλυσαν την κοινωνία και μετέτρεψαν τη χώρα σε μια αληθινή κόλαση. Η πλειοψηφία απορρίπτει κατηγορηματικά τα συμβόλαια PSC, που θα άνοιγαν στις αμερικανικές και άλλες δυτικές πετρελαϊκές επιχειρήσεις την ανεμπόδιστη εκμετάλλευση των ιρακινών πετρελαϊκών κοιτασμάτων, και όλες τις ιδιωτικοποιήσεις, που έγιναν από το 2003 ή προβλέπονται μελλοντικά. Και η πλειοψηφία της ιρακινής "Βουλής" διαφωνεί με την "κυβερνητική" πολιτική.
Τα ιρακινά συνδικάτα και ιδιαίτερα η "Ένωση Συνδικάτων Εργαζομένων του Ιρακινού Πετρελαίου" (ΕΣΕΙΠ) αποτελούν τον αποφασιστικό παράγοντα στον αγώνα για βελτίωση των συνθηκών ζωής και ενάντια στο ξεπούλημα των πηγών πετρελαίου στους ξένους επενδυτές. Συμμετέχουν επίσης ενεργητικά στις αντιπαραθέσεις με την "κυβέρνηση" της Πράσινης Ζώνης και την κατοχική δύναμη. Όπως δήλωσε ο Σαμπάχ Τζαουάντ, εκπρόσωπος της ΕΣΕΙΠ, σε πρόσφατη συνέντευξη στην Αθήνα, η "κυβέρνηση εφαρμόζει τους νόμους του δικτάτορα (Σαντάμ) στο συνδικαλισμό, και ειδικά στον τομέα των εργαζομένων στην εξόρυξη και παραγωγή του πετρελαίου. Όλες οι προσπάθειες για την επανίδρυση των εργατικών συνδικάτων πολεμήθηκαν άγρια και κατασχέθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των συνδικάτων όχι μόνο στο Ιράκ αλλά και στην Ιορδανία." (Ελευθεροτυπία, 29/3/2008)
Και το κόμμα "Fadhila", μια διάσπαση του κόμματος του αλ Σαντρ με λαϊκή υποστήριξη και πολιτοφυλακή στη Βασόρα, επιδιώκει περισσότερη τοπική αυτονομία αλλά αντιτίθεται στα σχέδια των "έθνο-ομοσπονδιακών" και στην "κυβέρνηση". Η εικόνα του πολιτικού σκηνικού του Ιράκ με τα πολυάριθμα κόμματά του και τις ένοπλες ή πολιτικές οργανώσεις είναι περίπλοκη. Σίγουρο είναι ότι τα "κυβερνητικά" κόμματα εκτίθενται με τη στάση τους όλο και περισσότερο στην κριτική και στο μίσος των πλατιών λαϊκών στρωμάτων, που καθημερινά αγωνίζονται κάτω από δυσκολότατες συνθήκες για την επιβίωσή τους.
Στις συγκρούσεις του Μάρτη σκοτώθηκαν περίπου 400 άνθρωποι. Ο στόχος του αλ Μαλίκι και του ΑΙΙΣ να συντρίψουν την πολιτοφυλακή του αλ Σαντρ και του Fadhila απέτυχε. Ο αλ Μαλίκι ήταν αναγκασμένος να κλείσει μια ανακωχή με τον αλ Σαντρ. Οι πολιτοφυλακές, που δεν μπορούν να νικήσουν τον κατοχικό στρατό, υποχώρησαν αλλά η μάχη ανάμεσα στα δύο βασικά στρατόπεδα της χώρας συνεχίζεται. Το καθεστώς της Τεχεράνης έπαιξε προφανώς σημαντικότατο ρόλο στις εξελίξεις. Στο παρελθόν στήριζε κυρίως το ΑΙΙΣ. Η "Ταξιαρχία Μπαντρ", που αποτελεί το σκληρό πυρήνα του σημερινού "ιρακινού στρατού", εκπαιδεύτηκε πριν την ανατροπή του Σαντάμ στο Ιράν.
Ο Αχμαντινετζάντ, πρόεδρος του Ιράν, επισκέφθηκε πρόσφατα τη Βαγδάτη, γεγονός που επικρίνεται από τον Σ. Τζαουάντ (ΕΣΕΙΠ) ως εξής: "Με την επίσκεψή του νομιμοποίησε την αμερικανική κατοχή του Ιράκ και την κυβέρνηση που προέκυψε από διαδικασία που οργανώθηκε από τις δυνάμεις κατοχής." Ταυτόχρονα, βέβαια, η Τεχεράνη διατηρεί και σχέσεις με τις άλλες σιιτικές οργανώσεις της αντίστασης. Όταν τα "κυβερνητικά" στρατεύματα εξαπέλυσαν την επίθεση στη Βασόρα, ο αλ Σαντρ βρισκόταν στο Ιράν, όπου και συμφωνήθηκε η ανακωχή του με την "κυβέρνηση". Άγνωστο είναι τι πρότεινε η Τεχεράνη στη διαμεσολάβηση ανάμεσα στις δύο πλευρές. Αφού ο ΑΙΙΣ και ο αλ Μαλίκι "συνεργάζονται" τόσο στενά με την κατοχική δύναμη, είναι πολύ πιθανό ότι η σημασία του αλ Σαντρ για την Τεχεράνη αναβαθμίστηκε αρκετά.
Είναι προφανές ότι η μάχη ανάμεσα στα δύο σιιτικά στρατόπεδα αφορά ολόκληρο το Ιράκ. Κανένα από τα δύο δεν μπορεί να νικήσει στρατιωτικά αλλά είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι "έθνο-ομοσπονδιακοί" χάνουν τον αγώνα για τις καρδιές και τις ψυχές της μεγάλης πλειοψηφίας των Ιρακινών. Ωστόσο, ο αγώνας των αντιστασιακών οργανώσεων και συμμαχιών θα είναι κάθε άλλο παρά εύκολος. Οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους είναι πολύ μεγάλες και το φάσμα τους περιλαμβάνει τόσο τους φονταμενταλιστές του αλ Σαντρ όσο και τα συνδικάτα, τους σχετικά αδύναμους αριστερούς και τις οργανώσεις των διάφορων θρησκευτικών και εθνικών ομάδων. Εξάλλου δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι η ιρακινή κοινωνία είναι εξαιτίας της κατοχής και της σχεδόν ολοκληρωμένης εθνοκάθαρσης ανάμεσα σε Σιίτες και Σουνίτες (κυρίως σε βάρος των δεύτερων) σε μεγάλο βαθμό ήδη διαλυμένη και διαιρεμένη.
Παρ' όλα αυτά, εξακολουθεί να ισχύει ότι η μεγάλη πλειοψηφία όλων των ομάδων του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, είναι αντίθετη τόσο με την κατοχή όσο και με την "εθνοκάθαρση". Αναγκαίο είναι να ενωθούν όλες αυτές οι συνιστώσες της αντίστασης σε μια κοινή πλατφόρμα που να στρέφεται όχι μόνο ενάντια στην κατοχή, στον ιμπεριαλισμό και στην προδοσία της "κυβέρνησης", αλλά να προσφέρει και μια προοπτική για την κοινωνική απελευθέρωση των καταπιεσμένων καθώς και για την κινητοποίηση των εργαζομένων και των φτωχών ενάντια στη στρατιωτική βία, την ανασφάλεια και στην εξαθλίωση.
Παρά τη σχετική μείωση των βιαιοτήτων, η σκληρότητα της κατοχής συνεχίζεται αδιάκοπα. Οι βομβαρδισμοί της χώρας από την αμερικανική πολεμική αεροπορία πενταπλασιάστηκαν το 2007 συγκριτικά με το 2006. Ο αριθμός των σκοτωμένων άρχισε από το Φλεβάρη πάλι να αυξάνεται. "Καθημερινά υπάρχουν σε όλη τη χώρα περίπου 100 επιχειρήσεις των αμερικανικών στρατευμάτων: πυροβολισμοί, έφοδοι, βομβαρδισμοί. Το Πεντάγωνο δεν τα δείχνει επειδή τότε θα έπρεπε να δείξει όλες τις κατεστραμμένες κατοικίες, τους πολλούς σκοτωμένους αμάχους. Καθημερινά διεξάγονται επίσης 100 ενέργειες της ένοπλης αντίστασης, που σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο είναι θεμιτή και - διαφορετικά από την αλ Κάιντα- δεν πολεμάει τον άμαχο πληθυσμό αλλά τους κατακτητές και τις εγκαταστάσεις τους. Πάνω από 100 χιλιάδες Ιρακινοί συμμετέχουν σε αυτήν την ενεργητική αντίσταση και αγωνίζονται με την υποστήριξη της πλειοψηφίας του πληθυσμού για την ελευθερία της χώρας τους." (3)
Ο Νir Rosen, συγγραφέας σημαντικών βιβλίων και άρθρων για το Ιράκ, επισημαίνει μετά από τρίμηνη επίσκεψη της χώρας: "Πέντε χρόνια μετά από έναν πόλεμο που τον αποκαλούμε απελευθερωτικό, σκοπός του οποίου ήταν, όπως λέγεται, η απελευθέρωση των Σιιτών, βομβαρδίζουμε τους Σιίτες. Αναμφίβολα είναι μια απόλυτη καταστροφή. Και οι Αμερικάνοι συνεχίζουν να σκοτώνουν ιρακινούς άμαχους. Κρατάνε τουλάχιστον 24 χιλιάδες άμαχους σε αμερικανικές φυλακές χωρίς να τους κατηγορήσουν ή να τους καταδικάσουν για οποιοδήποτε έγκλημα. Κρατάνε νέους. Κάνουν εφόδους σε σπίτια, σπάνε τις πόρτες και βγάζουν τους άντρες. Ξένη κατοχή σημαίνει επιβολή βίας σε ένα ολόκληρο έθνος. Η κατοχή δεν έχει τελειώσει." (4) Ένα ιδιαίτερο θέμα είναι η κατάσταση της Βαγδάτης. Εκεί η εθνοκάθαρση, δηλαδή ουσιαστικά ο διωγμός των Σουνιτών, έχει ολοκληρωθεί. Η πόλη είναι διαιρεμένη από τεράστιους τσιμεντένιους τοίχους που έστησαν οι Αμερικάνοι. Η κοινωνική και οικονομική ζωή σε μεγάλο βαθμό έχει πάψει να υπάρχει.
Στο Ιράκ υπάρχουν 4 εκατομμύρια πρόσφυγες, από τους οποίους τα δύο εκατ. έχουν φύγει από τη χώρα. 17 εκατ. Ιρακινοί στερούνται ιατρικής περίθαλψης ή δεν έχουν πρόσβαση σε καθαρό νερό. "Η υποδομή του Ιράκ είναι σε κάθε συγκρίσιμο επίπεδο χειρότερη από ό,τι κατά τη δικτατορία του Σαντάμ, συμπεριλαμβανομένων των 12 χρόνων πριν το 2003, όταν είχε επιβληθεί το σκληρότερο εμπάργκο της ιστορίας. Τότε πάνω από ένα εκατ. Ιρακινοί πέθαναν από υποσιτισμό, αρρώστιες και την έλλειψη φαρμάκων. 4 εκατ. Ιρακινοί χρειάζονται επειγόντως ανθρωπιστική βοήθεια. Η ανεργία, που πριν την εισβολή κυμαινόταν γύρω στο 32%, ανέβηκε κατά την κατοχή, σύμφωνα με την ιρακινή κυβέρνηση, στα 40-70%. Ο Cheney αποκαλεί όλα αυτά μια 'πετυχημένη προσπάθεια'." (5)
Οι απώλειες και ζημιές, που προκαλούνται από τις κατοχές στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ, δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή αλλά έχουν επιδράσεις και στη συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος και στις κλιματικές αλλαγές, στη θέση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ως μοναδικής υπερδύναμης στον κόσμο όπως και στη σταθερότητα του παγκοσμίου καπιταλιστικού συστήματος. Η αμερικανική οικονομία έχει ήδη μπει σε μια επικίνδυνη φάση ύφεσης. Ένας παράγοντας σε αυτήν την κρίση είναι το αστρονομικό κόστος της κατοχής και των πολέμων στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Οι ΗΠΑ ξόδεψαν "πάνω από 500 δις δολάρια για αυτόν τον πόλεμο και τώρα περισσότερο από 10 δις $ το μήνα, δηλαδή περίπου 275 εκατ. $ την ημέρα. Ο J. Stiglitz, που βραβεύτηκε με το νόμπελ οικονομίας, και η L. Bilmen εκτιμούν ότι το κόστος του πολέμου στο Ιράκ θα ανέλθει τελικά στα 3-5 τρισεκατομμύρια $." (6) Ο Ταρίκ Αλί επισήμανε πρόσφατα: "Παρ' όλα αυτά η απάντηση των πολιτών της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης είναι σιωπή. Γιατί; Δεν υπάρχει αλληλεγγύη με τους Ιρακινούς. Είναι άραβες, σε μεγάλο βαθμό μουσουλμάνοι, και το κύμα ισλαμοφοβίας που πλημμύρισε τη Δύση έφερε μαζί του τη στέρηση του ανθρωπισμού από όσους δολοφονήθηκαν. (...) Ο 'πυρετός της πολιτιστικής αποστολής' αποστράτευσε τη δυτική κοινή γνώμη. Υπάρχει και το γεγονός ότι οι ομάδες που αντιστέκονται στην κατοχή του Ιράκ είναι εν μέρει θρησκευτικές, αν και υπάρχουν κι άλλες. Τα κινήματα των εργατών και των προοδευτικών της Δύσης, που σε αυξανόμενο βαθμό διανύουν μια κρίση, αδιαφορούν για τη μοίρα τους, όπως και για τα βάσανα των Παλαιστινίων."
Η διεθνής αλληλεγγύη με την αντίσταση στις κατοχές της Παλαιστίνης, του Αφγανιστάν και του Ιράκ, με τους αγώνες των εργαζομένων και όλων των καταπιεσμένων για την επιβίωσή τους, για μια αξιοπρεπή ζωή, την ανεξαρτησία και την ενότητα των χωρών τους είναι απαραίτητη και από κάθε άποψη δικαιολογημένη. Είναι το ιδιαίτερο καθήκον της αντικαπιταλιστικής και διεθνιστικής αριστεράς να βάλει τα δυνατά της για τη μαζικοποίηση της αλληλεγγύης με τους αγώνες των λαών της Μέσης Ανατολής και για την ενίσχυση της αντιιμπεριαλιστικής αντίστασης στην ίδια τη Δύση.
1) Τariq Ali, No War: The Movement That Has Dissolved Itself, ZNet, 31/3/2008
2) Δες το κατατοπιστικό άρθρο του Reidar Visser: Debating Devolution in Iraq, 10/3/2008, Middle East Report Online
3) J. Todenhoefer, Η ένοπλη αντίσταση είναι θεμιτή, Frankfurter Rundschau, 20/3/2008. Ο Todenhoefer ήταν για 18 χρόνια βουλευτής των γερμανών χριστιανοδημοκρατών.
4) Nir Rosen / Amy Goodman, Iraq Has Really Become Somalia ... A Collection of Different Militias, ZNet, 3/4/2008
5) Dahr Jamail, Iraq: Five Years, and Counting, ZNet, 19/3/2008
6) Zia Mian, The
Costs of War, ZNet, 28/3/2008
Πέντε χρόνια κατοχής και καταστροφής στο Ιράκ, του Ανδρέα Κλόκε, 12/5/2008