Με αφορμή τον άδικο χαμό του εντεκάχρονου Μάριου στο Μενίδι και τις φασιστικές επιθέσεις εναντίον των Ρομά

Ο αδίστακτος και κατά συρροή δολοφόνος του μικρού Μάριου, είναι ο καπιταλισμός και το σάπιο κράτος του, αμφότερα εκ γενετής διεφθαρμένα μέχρι το μεδούλι.

Οι Ρομά, ή όπως αλλιώς, είναι μια μειονότητα που διαχρονικά αντιμετώπιζε μία από τις χειρότερες μορφές ρατσισμού, ενώ η πολιτεία ποτέ δεν εφάρμοσε μια ουσιαστική πολιτική για την ένταξή τους, εγκαταλείποντάς τους στο περιθώριο, κοινωνικά αποκλεισμένους σε μέγιστο βαθμό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται τόσο για τους ίδιους όσο και για την υπόλοιπη κοινωνία. Και σα να μην έφτανε αυτό, το σάπιο σύστημα βρήκε και τρόπο να αντλήσει κέρδος από αυτή την περιθωριοποιημένη κοινωνική ομάδα: μετέτρεψε μια μερίδα από αυτούς σε λιανέμπορους του λευκού θανάτου.

Λόγω της ιδιότυπης κοινωνικής τους κατάστασης και του αποκλεισμού που υφίστανται από την εκπαίδευση και τα άλλα βασικά κοινωνικά αγαθά, οι Ρομά είναι ανήμποροι να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις και να προσαρμοστούν στο υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Όλα αυτά με τη σειρά τους, σε συνδυασμό με την εδώ και δεκαετίες απαξίωση των παραδοσιακών τους επαγγελμάτων (γανωτές, καλαθοπλέκτες, σιδηρουργοί, χαλκουργοί, τροχιστές,εργάτες γης κλπ.) οδηγούν στο να αδυνατούν ολοκληρωτικά να βρουν διέξοδο προς την ήδη ρημαγμένη αγορά εργασίας, να βρουν τρόπο να κερδίσουν ένα εισόδημα, να βρουν και αυτοί μια θέση στο ήλιο.

 

Μέσα σε αυτή τη μέγγενη που βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι Ρομά, ο εύκολος πλουτισμός διαμέσου του εμπορίου ναρκωτικών -και μάλιστα με τις πλάτες του επίσημου κράτους και των διαπιστευμένων εξουσιών του- φαντάζει σε κάποιους παράδεισος. Το ίδιο ισχύει και για άλλες κοινωνικές ομάδες που εξωθούνται στο περιθώριο. Η καθημερινή διαπλοκή των λιανεμπόρων με την διαφόρων μορφών κρατική εξουσία για την ανεμπόδιστη διεξαγωγή του εμπορίου ναρκωτικών, είναι ένας επιπλέον λόγος που ενθαρρύνει την αντικοινωνική συμπεριφορά και το έγκλημα. «Ποιος θα μας εμποδίσει», σκέφτονται, «τα συνεταιράκια μας;».

Είναι γελοίο και απαράδεκτο, ωστόσο, να αποδίδονται εγκληματικές συμπεριφορές και συλλογική ευθύνη σε μια κοινωνική ομάδα. Χωρίς κανένα στοιχείο που να οδηγεί σε κάποιον συγκεκριμένο δράστη, η ευθύνη για τον φριχτό θάνατο ενός παιδιού έχει ήδη φορτωθεί σε μια ολόκληρη κοινότητα. Με όποιον τρόπο και αν παρουσιάζεται αυτό, ακόμα και με μια δήθεν προοδευτική ρητορική του στυλ «δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά αντικειμενικά υπάρχει πρόβλημα με τους Τσιγγάνους», είναι καθαρός ρατσισμός και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται.

Το κράτος από τη μεριά του, κάνει ό,τι μπορεί για να διευκολύνει την ανάπτυξη του εμπορίου ναρκωτικών: διατηρεί τα ναρκωτικά σε καθεστώς επίσημης παρανομίας ώστε να διατηρείται ψηλά η τιμή και η κερδοφορία να είναι ντε φάκτο αφορολόγητη, ενώ ταυτόχρονα απαξιώνει κάθε κρατική δομή απεξάρτησης ώστε να μην μειώνεται η πελατεία. 

Ειδικότερα, η Αστυνομία, ενώ από τη μια με εξαιρετική μαεστρία συλλαμβάνει αγωνιστές που πηγαίνουν κόντρα σε αυτό το σάπιο σύστημα που φτιάχνει εγκληματίες και δολοφονεί παιδιά, τους φορτώνει κατασκευασμένες κατηγορίες και τους γεμίζει ποινές και αναστολές αφοπλίζοντάς τους έτσι από το κίνημα και τους αγώνες, από την άλλη δεν καταφέρνει εδώ και χρόνια να εντοπίσει σε ποια σπίτια του Μενιδίου κατευθύνονται καθημερινά μερικές χιλιάδες τοξικομανείς για να πάρουν τη δόση τους..

Και, βεβαίως, να υπενθυμίσουμε ότι η ηρωίνη δεν παράγεται εδώ, ούτε και την καλλιεργούν οι Ρομά. Παράγεται αλλού, και κάποιοι την εισάγουν με βαπόρια ή άλλο τρόπο. Για αυτούς όμως κανείς δεν μιλάει, αφού η ευθύνη πρέπει να πέσει ολόκληρη πάνω στους Ρομά. Και σαν να μην έφτανε όλη αυτή η κοινωνική καταστροφή που προκαλούν οι βαρόνοι και τα ναρκωτικά τους, με τα δισεκατομμύρια που κερδίζουν αυτοί οι κύριοι, όλο και κάποια δωρεά κάνουν ώστε να χτιστεί μια πτέρυγα ενός νοσοκομείου, φτιάχνοντας έτσι το κοινωνικό τους προφίλ και μένοντας στην ιστορία του τόπου ως «Εθνικοί Ευεργέτες». Να πόσο σάπιος είναι ο καπιταλισμός, η κοινωνία του και οι Ευεργέτες του!    

Ο φαρισαϊσμός της Δημοτικής Αρχής στο Μενίδι, που άξαφνα ανακάλυψε ένα προβληματάκι, μαζί και ο Σύλλογος κατά της Εγκληματικότητας και οι κάθε λογής φασίστες, χρυσαυγίτες και άλλοι, οργανώνουν καθημερινά συγκεντρώσεις που αποκτούν άρωμα «Κου Κλουξ Κλαν» και καταλήγουν στο να πυρπολούν σπίτια Ρομά. Δεν δείχνουν τον πραγματικό ένοχο και παίζουν το παιχνίδι του συστήματος. Στην πραγματικότητα κάνουν τα στραβά μάτια, αφήνουν ανεμπόδιστο το εμπόριο ναρκωτικών και στρέφουν την προσοχή μακριά από τον πραγματικό ένοχο: τους μεγαλοβαρόνους ναρκωτικών, το κράτος με τις διεφθαρμένες του Αρχές που τους στηρίζει, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και το ίδιο το σύστημα που γεννάει φτώχεια και δυσκολίες για τους πολλούς και αμύθητο πλούτο για τους λίγους.

Ο ρατσισμός και ο φασισμός θα ξεριζωθεί από τις γειτονιές με την κοινή δράση των κατοίκων, Ρομά και μη. Οι Ρομά δεν είναι εχθροί μας, αντιθέτως έχουν και αυτή την ανάγκη να απελευθερωθούν από το ίδιο βάρβαρο σύστημα. Όλοι οι κάτοικοι του Μενιδίου έχουν ανάγκη από αξιοπρεπή δουλειά και εισόδημα, εκπαίδευση, υγεία και κοινωνική μέριμνα. Όλοι χρειάζονται μια αξιοβίωτη πόλη.Η δικαιολογημένη αγανάκτηση των εργαζομένων, των ανέργων και της νεολαίας του Μενιδίου για το αποτρόπαιο έγκλημα και τις συνθήκες ζωής στη γειτονιά τους θα στραφεί εναντίον του πραγματικού εχθρού, του συστήματος και του κράτους του κεφαλαίου.