Άρθρο του σ.Μ.Καλαμαρά στα Αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ.71-72, φλεβάρης 2005, σσ. 38-40


Τα αρχαία ελληνικά, τελευταία γραμμή άμυνας της καθαρεύουσας

Μιχάλης Καλαμαράς

Μέχρι να ασχοληθώ με την εκπομπή [“Ομιλείτε Ελληνικά;”, β’ κύκλος] και να συνεργαστώ μαζί του, μιλούσα με σιγουριά και άνεση. Μετά όμως είχα μια τρομερή αγωνία: “Τώρα λέω βλακείες, με βλέπει ο κ. Μπαμπινιώτης και τι θα γίνει!”

Μαρία Χούκλη, Νtv/Τα Νέα 11.12.2004

Οι εξαγγελίες της Γιαννάκου

Την 1 Νοεμβρίου 2004 η υπουργός Παιδείας Μαριέττα Γιαννάκου ανήγγειλε αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κατά μία ώρα την εβδομάδα στις τρεις τάξεις του Γυμνασίου και κατά δύο ώρες στην Α’ Τάξη του Λυκείου. Η αλλαγή σχεδιάζεται να ισχύσει από την έναρξη του τελευταίου τριμήνου της φετινής σχολικής χρονιάς, το Μάρτιο του 2005, ενώ δεν έχει ανακοινωθεί από ποιο μάθημα θα αφαιρεθούν αυτές οι ώρες. Σύμφωνα με την υπουργό ο λόγος για αυτή την αλλαγή είναι ότι “Η ωφέλεια […] θα είναι σημαντική στη χρήση της καθομιλουμένης, καθώς αποτελεί καθημερινή πλέον διαπίστωση η μη ορθή χρήση της γλώσσας, οι αδυναμίες στην έκφραση και η λεξιπενία”.

Τα αρχαία από το πρωτότυπο, που το 1992 τα είχε βάλει ο Σουφλιάς στο Γυμνάσιο, αποδεικνύονται έτσι μια σταθερά του εκπαιδευτικού προγράμματος της δεξιάς.

Ως τώρα δεν υπήρξε ουσιαστική αντίδραση και η αύξηση των ωρών διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο φαίνεται να περνάει. Οι διαφωνίες που εκφράστηκαν είναι εξαιρετικά περιορισμένες: μια ανακοίνωση της ΟΛΜΕ, κάποια, λίγα άρθρα στον τύπο, τίποτα δηλαδή που να κάνει αισθητό ότι υπάρχει και άλλη άποψη, που αρνείται να συμφωνήσει ή να συμβιβαστεί με τον κυρίαρχο λόγο για τους κινδύνους που απειλούν τη γλώσσα μας και τη λυτρωτική δύναμη των αρχαίων ελληνικών. Πρόκειται για μια ήττα χωρίς μάχη καθώς τα περισσότερα αρχαία είναι το προβεβλημένο αίτημα του συμπαγούς γλωσσαμυντορικού και νεοκαθαρευουσιάνικου μπλοκ που ηγεμονεύει χωρίς αντίπαλο και, αν και εκφράζεται πιο αυθεντικά από τη δεξιά, διαπερνά όλους τους πολιτικούς χώρους. Καθώς το γνωστικό περιεχόμενο στο σχολείο είναι κρίσιμο, τα αρχαία είναι το μόνο ζήτημα που η παλιά καθαρεύουσα κατάφερε να πάρει μια πραγματική ρεβάνς. Όμως τα αρχαία είναι μια διαμάχη με παρελθόν στην Ελλάδα, καθώς μάλιστα η γλώσσα υπήρξε από την αρχή κεντρικό ζήτημα για το ελληνικό κράτος και την κυριαρχία της ελληνικής αστικής τάξης.

Η διδασκαλία των αρχαίων, διαμάχη στο πλαίσιο του γλωσσικού ζητήματος

Τα αρχαία ελληνικά από την αρχή της εμφάνισής τους στην εκπαίδευση του ελληνικού έθνους-κράτους ήταν οργανικά συνδεδεμένα με το γλωσσικό ζήτημα και ταυτισμένα με τις τύχες της καθαρεύουσας. Σε όλη την ιστορία του ελληνικού κράτους κάθε φορά που ισχυροποιούνται οι δημοτικιστές τα αρχαία περιορίζονται, κάθε φορά που επανακάμπτουν οι καθαρευουσιάνοι όχι μόνο η καθαρεύουσα αλλά και το στήριγμα της, τα αρχαία, κυριαρχούν στα σχολεία.

Στα Βαλκάνια η γλώσσα έπαιξε μαζί με τη θρησκεία καθοριστικό ρόλο στο πέρασμα από το χριστιανικό ορθόδοξο γένος, το ρωμέικο γένος (rum millet), στο ελληνικό έθνος. Έλληνας ήταν ο χριστιανός ορθόδοξος που μιλάει ελληνικά. Στην προσπάθεια να αποδειχτεί η συνέχεια με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, νομιμοποιητική βάση του νέου έθνους, τονίζεται η ελληνικότητα της γλώσσας, δίνεται η μάχη για τη “γνήσια”, “καθαρή” ελληνική, για τον “καθαρισμό” από τα ξένα στοιχεία που ταυτίζεται με τη μεγαλύτερη δυνατή προσέγγιση με την αττική διάλεκτο του 5ου και 4ου αι. π. Χ. Στο σχολικό πρόγραμμα κυριαρχεί η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσα. Το 1836 στην Α’ τάξη του Ελληνικού Σχολείου [= παιδιά Ε’ Δημοτικού], για παράδειγμα, από τις 29 ώρες της εβδομάδας οι 12 είναι αρχαία ελληνικά!

Αυτή είναι θέση των αρχαίων ελληνικών μέχρι που οι προτεραιότητες του ελληνικού κράτους άλλαξαν και στην προσπάθεια να μάθουν ελληνικά οι “ξενόφωνοι Έλληνες” στη Μακεδονία επιστρατεύεται η δημοτική μετά την αποτυχία της καθαρεύουσας απέναντι στις ζωντανές σλαβικές γλώσσες.

Από εκείνη τη στιγμή και μέσα από τις διάφορες πολιτικές συγκυρίες η δημοτική αποκτά όλο και μεγαλύτερη νομιμοποίηση, πότε κάνοντας κάποια βήματα εμπρός πότε υποχωρώντας και πάλι. Η δημοτική όμως κυριαρχεί πραγματικά και οριστικά μόνο με τη Μεταπολίτευση.

Όταν η Χούντα παραδίδει την εξουσία στον έμπιστο Καραμανλή, μια σειρά από πραγματικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική κοινωνία γίνονται μονόδρομος. Πρόκειται όμως για μεταρρυθμίσεις που τις κάνει η Δεξιά και προσπαθεί να σώσει ό,τι μπορεί, να παραχωρήσει όσο το δυνατόν λιγότερο έδαφος, να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερα από τα κεκτημένα. Στη γλώσσα αναγκάζεται να κάνει μια πραγματική μεταρρύθμιση, μια αληθινή τομή στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, την καθιέρωση της δημοτικής. Όμως προσπαθεί να σώσει και εδώ ό,τι μπορεί και πραγματικά σώζει αρκετά.

Δύο είναι τα πιο σημαντικά. Από την μια ένα οργανικό τμήμα του προγράμματος του δημοτικιστικού κινήματος, η ορθογραφική μεταρρύθμιση, αγνοείται εντελώς. Χαρακτηριστικά, όχι μόνο δε γίνεται κάποια απλοποίηση της ορθογραφίας, αλλά διατηρείται ακόμα και το πολυτονικό. Από την άλλη διατηρεί τα αρχαία ελληνικά από το πρωτότυπο στο Λύκειο και με πολλές ώρες την εβδομάδα (Α’ Λυκείου 6 ώρες, Β’ 5 ώρες), πέρα βέβαια από τα μεταφρασμένα κείμενα. Διατηρούνται έτσι όσο είναι δυνατόν  τα αρχαία ως πρότυπο λόγου και ασκούν πίεση στη δημοτική για πιο αρχαΐζοντες, “λόγιους” τρόπους έκφρασης. Αυτά τα δύο ζητήματα στάθηκαν για τους γλωσσαμύντορες η ελπίδα μέσα στην ήττα.

Οι νέοι γλωσσαμύντορες

Παρά τις θεσμικές αλλαγές οι φωνές που ανησυχούν για την “ποιότητα του λόγου μας” και επικρίνουν πλευρές τις μεταρρύθμισης δεν έλειψαν ούτε στιγμή. Μετά όμως από την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία και την καθιέρωση του μονοτονικού (1982), στοχεύοντας στην ουσία σε όλο το πολιτικό ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης, οι νεοκαθαρευουσιάνοι έρχονται στο προσκήνιο. Ξεκινάει ο θρήνος και ο οδυρμός για τη “λεξιπενία”, τη “γλωσσική αφασία”, την “αγλωσσσία”, για τους νέους που συνεννοούνται με 50/100/150/500 λέξεις (δε φαίνεται να υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός αριθμός), από τις οποίες οι μισές αγγλικές, που δε μιλάνε αλλά μουγκρίζουν. Τα δάνεια “εισβάλλουν” στη γλώσσα μας ενώ, τι συμφορά!, το τελικό –ν χάνεται όλο και περισσότερο. Αφήστε που δεν ξέρουμε τι σημαίνει “αρωγή και ευδοκίμηση”.

Το ενδιαφέρον σε αυτό το εγχείρημα είναι ότι στην κινδυνολογία αυτή πρωτοστατεί ο παραδοσιακά δημοτικιστικό χώρος του ΠΑΣΟΚ και της αριστεράς. Αρκεί να θυμίσουμε την ημερίδα για τη γλώσσα στο “Μίλωνα” που διοργάνωσε το ΚΚΕ εσ. το 1985, ότι την επίσημη συζήτηση για περισσότερα αρχαία στο σχολείο την ξεκινάει ο υπουργός Παιδείας του ΠΑΣΟΚ Τρίτσης το 1986 ή ότι ο Παπούλιας είναι σήμερα πρόεδρος του ισχυρού γλωσσαμυντορικού λόμπυ “Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία”. Ακόμα μάλιστα και σήμερα, τόσο χρόνια μετά την καθιέρωση του μονοτονικού, πολλοί επιμένουν να εκδίδουν σε πολυτονικό και να το υπερασπίζονται με “αισθητικά” επιχειρήματα.

Το πρακτικό, πολιτικό αίτημα αυτού του ρεύματος είναι τα περισσότερα αρχαία στο σχολείο, ιδιαίτερα η επέκτασή τους στο γυμνάσιο. Όλη η επιχειρηματολογία για την “αποπτώχευση” της γλώσσας συμπυκνώνεται σε μία θέση: “έχουμε αποκοπεί από τις ρίζες μας” (Ελληνικός Γλωσσικός Όμιλος, 1982). Όπου ρίζες βέβαια είναι η αττική διάλεκτος της κλασικής αρχαιότητας. Η ίδια η καθαρεύουσα, ταυτισμένη με τα “ποιοτικά ελληνικά” του Παπαδόπουλου είναι μια χαμένη υπόθεση. Τα αρχαία ελληνικά όμως, διατηρημένα στη ζωή από τον Καραμανλή την εποχή που θα μπορούσαν να είχαν και αυτά οριστικά χαθεί, με την κλασική αρχαιότητα πάντα στον πυρήνα της ελληνική εθνικής μυθολογίας αλλά και με υψηλό διεθνές κύρος, αναδείχτηκαν σε χρυσή εφεδρεία των νέων αγώνων για τη “διάσωση” της ελληνικής, η τελευταία γραμμή άμυνας της καθαρεύουσας.

Σε τι ωφελούν τα αρχαία;

Η ίδια η επιχειρηματολογία για τους κινδύνους που διατρέχουν τα ελληνικά δεν έχει παντελώς καμία βάση. Καμία ζωντανή γλώσσα δεν έχει γραμματική και συντακτικό αμετάκλητα διαμορφωμένο αλλά κάθε μέρα δημιουργείται και ξαναδημιουργείται από τους ομιλητές της. Ιδιαίτερα οι νέοι είναι εξαιρετικά δημιουργικοί με τη γλώσσα, παράγουν μάλιστα πολλούς γλωσσικούς νεωτερισμούς ειδικά για την επικοινωνία μεταξύ τους. Τα γλωσσικά “λάθη” δεν είναι παρά ο τρόπος που αλλάζει η ελληνική γλώσσα όπως και όλες οι γλώσσες του κόσμου. Τα σημερινά “σωστά” είναι απλά αυτά που χθες θεωρούνταν λάθη και οι αλλαγές που γίνονται συχνά επιλύουν αντιφάσεις του γλωσσικού συστήματος, ιδιαίτερα στα νεοελληνικά λόγω της διγλωσσίας  οι αντιφάσεις αυτές δεν είναι και λίγες. Μάλιστα τα λάθη μπορούν να προσθέτουν και νέες, πιο πολύπλοκες σημασίες. Έτσι, ένα “λάθος” που επισημαίνεται συχνά, το “διαρρέω την είδηση”, αντί του υποτιθέμενου “σωστού” “η είδηση διαρρέει”, όχι μόνο δεν αποδεικνύει κάποια φτώχια αλλά υπογραμμίζει τον εμπρόθετο και προσχηματικό χαρακτήρας της διαρροής, αυτό δηλαδή που συνήθως είναι οι διαρροές ειδήσεων.

Λέγοντας βέβαια για “λεξιπενία” δε γίνεται μόνο σύγχυση ανάμεσα στο γνωρίζω και έχω άποψη για ένα θέμα και το λεξιλόγιο θεωρώντας πώς οι γνώσεις είναι τελικά λέξεις, αλλά στην ουσία επιδιώκουν να επιβάλουν στη δημοτική καθαρευουσιάνικές λέξεις· είναι η υποτιθέμενη “ποιοτική” διαφορά ανάμεσα στο “φαυλεπίφαυλος” και το “κακός”, το “αυχμηρός” και το “ξερός” ή “στεγνός” και του “κατά τα ειωθότα” από το “όπως συνηθίζεται”.

Όσο για τα δάνεια, γίνεται μια συστηματική προσπάθεια να ξαναγραφτεί η ιστορία της ελληνικής γλώσσας, μια ιστορία συνεχών και μαζικών δανεισμών από όλες τις γλώσσες που πέρασαν από την περιοχή. Από τα πιο φανερά δάνεια, όπως, για να αντλήσουμε από το λεξιλόγιο της κυβέρνησης, νταβατζής και τσαμπουκάς από τα τουρκικά ως τα σπίτι (λατινικά) και καβγάς (τουρκικά) που ηχούν ελληνικότητα. Είναι η ίδια ιστορία που συνεχίζεται με τα αγγλικά. Εξάλλου ακόμα και οι νέοι καθαρολόγοι δεν μπορούν να αρνηθούν το δανεισμό αλλά προσπαθούν να τον συγκαλύψουν κάτω από την επίφαση ελληνικότητας που προσφέρουν τα μεταφραστικά δάνεια, όπως π.χ. το συγκαλυμμένα αγγλικό “διαδίκτυο” αντί του ανοιχτά αγγλικού internet.

Η εικόνα γλωσσικής κρίσης που παρουσιάζεται για να επιβληθεί η επιθυμητή λύση είναι λοιπόν αβάσιμη. Αλλά και το πώς εξηγείται γιατί τα αρχαία ελληνικά, μια γλώσσα νεκρή και ξένη για εμάς σήμερα, αρκετά διαφορετική από τη νεοελληνική, είναι χρήσιμα στο σχολείο αποκαλύπτει κάποιες θεμελιώδεις “παρανοήσεις”. Γιατί ούτε για να ξέρει κανείς να χρησιμοποιεί καλά μια γλώσσα τού χρειάζεται να γνωρίζει κάποια παλιότερη μορφή της· ούτε η ιστορία της ελληνικής γλώσσας ταυτίζεται με την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής και βέβαια άλλο γνωρίζω για το πώς μίλαγαν παλιότερα, άλλο ξέρω να μιλάω όπως εκείνοι· ούτε η εκμάθηση των αρχαίων φέρνει καλύτερη γνώση του αρχαιοελληνικού πολιτισμού αφού το σχολείο, όσο επιμένει στο πρωτότυπο, είναι καταδικασμένο να διδάσκει γλώσσα και όχι πολιτισμό και ιστορία. Και πράγματι τελικά ο σκοπός, και όχι το μέσο, είναι η διδασκαλία της γλώσσας αφού είναι η ίδια η αττική διάλεκτος που παρουσιάζεται να κρύβει μια μυστική, μοναδική δύναμη, την άφταστη δοτική, τη μεστή τρίτη κλίση, την ποιοτική δεύτερη συζυγία και την καλαίσθητη αττική σύνταξη.

Οι “παρανοήσεις” πάντως δεν εξαντλούνται στην πανδαμάτειρα δύναμη της αρχαίας γλώσσας και της γραμματικής της ούτε επίσης στο ποιοι αρχαίοι συγγραφείς επιλέγονται αλλά και στην αποθέωση, την προβολή σαν προτύπου της αρχαίας Ελλάδας, ένα συστατικό μύθο ιδιαίτερα του ελληνικού έθνους, που διεκδικεί και φυλετική ταύτιση, αλλά και της Δύσης. Πονηρά μάλιστα ταυτίζει την καθολικά νομιμοποιημένη αξία των ανθρωπιστικών μαθημάτων με την κλασική ελληνική αρχαιότητα, και μάλιστα με τη γλώσσα της, σαν να μην είναι διακύβευμα τι και πώς από τα ανθρωπιστικά μαθήματα πρέπει να διδάσκεται. Το αποτέλεσμα τελικά είναι η ανάπτυξη μιας λατρευτικής σχέσης με της αρχαία Ελλάδα και η προβολή της αττικής γλώσσας σαν πρότυπο, που σημαίνει την ταύτιση του “ποιοτικού ελληνικού λόγου” με τη χρήση λόγιων λέξεων και τις κάθε λογής νεκραναστάσεις των καθαρευουσιάνικων επιρροών.

Αν το ζήτημα ήταν καθαρά γλωσσικό, θα είχε βέβαια λυθεί προ πολλού. Είναι όμως κομμάτι της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης. Το πολιτικό πρόγραμμα στο οποίο ανήκει το αίτημα για περισσότερα αρχαία στο σχολείο δε μας εκπλήσσει. Συνδέεται με τον εθνικισμό και το συντηρητισμό. Προβάλλει την εθνική ταυτότητα σαν αντίδοτο στην παγκοσμιοποίηση. Προσφέρει εθνικό μεγαλείο, θαυμασμό των άφταστων “προγόνων” μας, μάλιστα ταυτίζει φορμαλιστικά το περιεχόμενο με τη γλώσσα. Καλλιεργεί την πεποίθηση ότι το βασικό δεν είναι να γνωρίζει κανείς για τα πράγματα και τον κόσμο αλλά να το να μιλάς με αρχαϊσμούς και ελληνικούρες. Με τέτοιο εθνικιστικό και αρχαιολατρικό πρόγραμμα στα σχολεία δεν είναι να απορούμε αν αύριο οι μαθητές βγουν πάλι στους δρόμους σε “αυθόρμητες” διαδηλώσεις όπως στο μακεδονικό. Κάπου μάθαιναν τόσα χρόνια ότι είναι γιοι του Αλέξανδρου και εγγόνια του Περικλή.

Το πολιτικό αυτό πρόγραμμα επιδιώκει επίσης να υπογραμμίσει, να εντείνει την κοινωνική ιεράρχηση αστυνομεύοντας τη γλώσσα, υποδεικνύοντάς μας πώς να μιλάμε. Την υπόδειξη αυτή αρμόδιοι για να την κάνουν είναι οι “μορφωμένοι”. Αυτοί που πρέπει να ακούν είναι κυρίως οι νεολαίοι, που είναι κάπως ατίθασοι, και όσοι κάνουν χειρονακτικές εργασίες, άρα είναι “ακαλλιέργητοι”, οι οποίοι καταδικάζονται στη σιωπή, ωθούνται εκτός δημόσιου χώρου και εκτός δημόσιου λόγου. Σε τελική ανάλυση όμως όλοι, με εξαίρεση ίσως τους φιλολόγους, πρέπει να βυθιστούμε, όπως και η Χούκλη, στη διαρκή αβεβαιότητα για το πώς μιλάμε.

Την ίδια στιγμή τα πραγματικά ζητήματα που αφορούν τη γλωσσική εκπαίδευση και πλήττουν ιδιαίτερα τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα παραγκωνίζονται. Αντί για ενδιαφέρον για τον αναλφαβητισμό και την πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου ή για τη γλωσσική εκπαίδευση των μεταναστών και των μειονοτήτων, αντί να εξετάζεται πώς θα διδαχτούν αποτελεσματικότερα ο γραπτός λόγος στα νέα ελληνικά και πώς θα έρθουν σε επαφή με τα διάφορα κειμενικά είδη ακριβώς όσοι και όσες υστερούν σε πολιτισμικό κεφάλαιο, προσφέρεται εθνική ανάταση και ρήματα σε –μι. Τα αρχαία δρουν αποπροσανατολιστικά, αποκλείουν μάλιστα, σπρώχνουν προς τα κάτω ακριβώς τους λιγότερο κοινωνικά προικισμένους.

Μια αντιπρόταση από τον ιστορικό δημοτικισμό

Για όλους αυτούς τους λόγους τα αρχαία ελληνικά από το πρωτότυπο δεν έχουν θέση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Η αρχαία ελληνική γλώσσα αφορά αποκλειστικά τον ειδικό επιστήμονα, δεν είναι μια αναγκαία γενική γνώση. Ίσα-ίσα είναι εμπόδιο για την εκπαιδευτική διαδικασία. Ακόμα και η προσπάθεια να διδαχτούν τα αρχαία χωρίς εμμονή στη γραμματική και το συντακτικό, όχι μόνο σημαίνει πάλι μετάφραση, βγαλμένη όμως πρόχειρα και κατά λέξη, αλλά και είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει μπροστά στις μεγάλες διαφορές νέων και αρχαίων που δεν μπορούν να ξεπεραστούν χωρίς μια εκτενή και συγκεκριμένη γνώση του γλωσσικού συστήματος της αρχαίας. Τα αρχαία μπορούν τελικά να διδαχτούν μόνο ως ξένη γλώσσα (Εμμ. Κριαράς, “Να διδαχτούν ως ξένη γλώσσα”, Τα Νέα, 4.11.04), που συνεπάγεται όπως πάντα μπόλικη γραμματική και συντακτικό. Μεσοβέζικες λύσεις λοιπόν δεν υπάρχουν.

Τα αρχαία ελληνικά, όπως και η ιστορική ορθογραφία, πρέπει να αντιμετωπιστούν ακριβώς σαν κατάλοιπα του γλωσσικού ζητήματος, τελευταία απόρθητα οχυρά της καθαρεύουσας, πίσω από τα οποία στοιχίζονται παλιές και νέες δυνάμεις που διαπερνούν και το ιστορικό δημοτικιστικό μπλοκ. Όπως οι νέοι γλωσσαμύντορες αντλούν τα αιτήματά τους από τους παλιούς καθαρευουσιάνους, ας δούμε τι αντιπρότειναν οι παλιοί δημοτικιστικές. Για παράδειγμα το “Σχέδιο μια Λαϊκής Παιδείας” του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ του 1944, όπου μετά από τη αυτονόητη καθιέρωση της δημοτικής αναφέρει: 

Η Γλώσσα

[…] 4. Στις συλλογές Νεοελληνικών αναγνωστικών των δύο ανωτέρων τάξεων του [εξατάξιου] γυμνασίου, θα περιέχονται λογοτεχνικά κείμενα της καθαρεύουσας (Καλλιγάς, Βικέλας, Παπαδιαμάντης, Παπαρρηγόπουλος, Κάλβος, κλπ.), όπως θα περιέχονται δείγματα όλων των εποχών και ιδιωμάτων με κατάλληλα σχόλια. Μόνο αυτή θα είναι η θέση της καθαρεύουσας στην παιδεία, θέση καθαρά ιστορική.

Απλοποίηση

1. Τονική απλοποίηση με την παραδοχή του μονοτονικού συστήματος. Κατάργηση πνευμάτων και διπλών γραμμάτων.

2. Κατάργηση της ιστορικής ορθογραφίας. Έκδοση των παλαιών βιβλίων με τη νέα μορφή.”

[Α. Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, Ερμής, Αθήνα 1974, τ. Β’, σ. 206]

Και τις θέσεις αυτές, πολύ πιο ανεπτυγμένες, υποστήριξαν ο Γληνός και ο Κορδάτος. Ολοκληρωμένη ορθογραφική μεταρρύθμιση και κατάργηση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο σχολείο· ιστορία της ελληνικής γλώσσας, χωρίς ιδιαίτερη θέση για τα αρχαία, δοσμένη στα πλαίσια του μαθήματος των νέων ελληνικών. Αυτά λοιπόν είναι το λιγότερο που θα μπορούσαμε να προτείνουμε και σήμερα.

Μιχάλης Καλαμαράς

16.1.05


Άρθρο του σ.Μ.Καλαμαρά στα Αντιτετράδια της εκπαίδευσης, τ.71-72, φλεβάρης 2005, σσ. 38-40