|
Διεθνής Επιτροπή 4ης Διεθνούς, απόφαση για Μέση Ανατολή, 28/2/2007 |
Διεθνής Επιτροπή 4ης Διεθνούς, απόφαση για Μέση Ανατολή, 28/2/2007, το ίδιο και:
- αγγλικά
βλέπε και:
http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article5377
- γαλλικά
βλέπε και:
http://www.internationalviewpoint.org/spip.php?article1230
1. Η δικομματική συναίνεση με την οποία η άρχουσα τάξη των Η.Π.Α. στήριξε την πολεμική εκστρατεία του επιτελείου του Μπους μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, συμπεριλαμβανόμενης και της εισβολής στο Ιράκ, έχει θρυμματιστεί μπροστά στις αναδιπλώσεις που αναγκάστηκε να κάνει κατά τη διάρκεια της κατοχής της χώρας. Οι αντιπαραθέσεις που λαμβάνουν χώρα στην ελίτ των ΗΠΑ δεν αφορούν, όμως, αυτό που συνεχίζει να έχει την ομόφωνη υποστήριξη όλων των πλευρών: τη μεγάλη στρατηγική σημασία του ελέγχου της περιοχής του Κόλπου και του Ιράκ. Αυτό που κυρίως συζητείται είναι για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να μειωθούν οι ζημιές των επιχειρήσεων στο Ιράκ ενώ παράλληλα η Ουάσιγκτον να διατηρήσει μακροπρόθεσμα την κυριαρχία της σ’ αυτή την περιοχή του κόσμου. Όπως επίσης και πως μπορούν να αντιμετωπίσουν το Ιράν. Το καθεστώς των Ιρανών μουλάδων αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση του Μπους ως ένα ισλαμικό ισοδύναμο της Βενεζουέλας του Ούγκο Τσάβες: ένα καθεστώς που στηρίζεται στην αυτονομία που του παρέχουν οι πηγές πετρελαίου ώστε να αμφισβητεί την κυριαρχία της Ουάσιγκτον και να αντιτίθεται στην ηγεμονία της στην περιοχή. Μέλη της ελίτ των ΗΠΑ. προτιμούν να δίνουν έμφαση στην πιθανότητα να βρουν ένα modus vivendi με την Τεχεράνη, υπογραμμίζοντας το άνοιγμα του ιρανικού καθεστώτος στο νεοφιλελευθερισμό, που το διαχωρίζει σαφώς από την τάση κοινωνικής ριζοσπαστικοποιήσης που είναι υπό εξέλιξη στη Λατινική Αμερική.
2. Ο απολογισμός των ιμπεριαλιστικών αποστολών που αποφάσισε η κυβέρνηση Μπους μετά την επίθεση στην καρδιά των Η.Π.Α. είναι απολύτως καταστροφικός. Ακόμα και στο Αφγανιστάν, σήμερα είναι οι Ταλιμπάν που βρίσκονται στην επίθεση. Ένα σημαντικό μέρος της χώρας βρίσκεται υπό τον έλεγχό τους και η παρουσία των Η.Π.Α. και των συμμάχων έχει γίνει η αιτία για μια εξάπλωση του κινήματος των Ταλιμπάν, από το οποίο η Ουάσιγκτoν υποστηρίζει ότι «απελευθέρωσε» τη χώρα. Η ζωή του αφγανικού πληθυσμού κάτω από την κυριαρχία των ισλαμιστών φονταμενταλιστών φύλαρχων της Βόρειας Συμμαχίας και των δυτικών κατοχικών δυνάμεων όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με τις ψεύτικες διακηρύξεις για εκδημοκρατισμό και εκσυγχρονισμό του Αφγανιστάν και για απελευθέρωση των αφγανών γυναικών, αλλά και χαρακτηρίζεται από το κατόρθωμα να φτάσουν ολόκληρες περιοχές της χώρες να νοσταλγήσουν τους Ταλιμπάν!
1. Το Ιράκ είναι ο κύριος στόχος της ιμπεριαλιστικής επίθεσης και είναι το φιάσκο σ’ αυτή τη χώρα που εκφράζει τη μεγαλύτερη αποτυχία του επιτελείου του Μπους. Το αρχικό νεοσυντηρητικό πλάνο στόχευε στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος με δημοκρατικό προσωπείο, με ευρεία κοινωνική βάση και υπό την κυριαρχία των συμμάχων της Ουάσιγκτον. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η βάση γι’ αυτό το σχέδιο δεν υπήρχε και ότι οι κυρίαρχες δυνάμεις ανάμεσα στους ιρακινούς Σιΐτες –της θρησκευτικής κοινότητας που υποτίθεται ότι ήταν ευγνωμονούσα προς τις Η.Π.Α.- ήταν φιλικές προς το Ιράν. Η αποτυχία αυτού του σχεδίου οδήγησε την κυβέρνηση Μπους -μπροστά στην απουσία ενός αξιόπιστου συνέταιρου για να υλοποιήσει ένα πραγματικό σενάριο «ιρακοποιήσης» της σύγκρουσης- να παίξει πάνω στις θρησκευτικές και εθνικές διαφορές για να διατηρήσει την ηγεμονία της. Αυτή η πρακτική κατέληξε στην ενθάρρυνση των προοπτικών ενός θρησκευτικού εμφυλίου πολέμου, ο οποίος πήρε μια δραματική στροφή μετά το Φεβρουάριο του 2006 (με την αντισιΐτικη βομβιστική επίθεση στη Σαμάρα) –μια τραγωδία της οποίας οι γυναίκες ήταν από τα πιο σημαντικά θύματα. Η κατεύθυνση αυτή όμως έκανε την αποτυχία του επιτελείου του Μπους όλο και πιο φανερή.
2. Το επιτελείο του Μπους αποφάσισε να τα ρισκάρει όλα στη στρατιωτική ένταση στοχεύοντας στο στρατιωτικό έλεγχο της πρωτεύουσας Βαγδάτη, ενώ παράλληλα προσπάθησε να απομονώσει το βασικό της αντίπαλο: το κίνημα που καθοδηγείται από τον Μοκτάντα Αλ Σαντρ. Προκειμένου να επιτύχει σ’ αυτή την τακτική της η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να είναι σε θέση να σπάσει τη συμμαχία των σιϊτικών δυνάμεων. Την ίδια στιγμή το επιτελείο του Μπους συνεχίζει να αυξάνει αξιοσημείωτα την πίεση προς την Τεχεράνη, πολλαπλασιάζοντας τη στρατιωτική κινητοποίηση που δίνουν την εντύπωση ότι προετοιμάζεται για μια επίθεση εναντίον του Ιράν. Όλα αυτά περιστρέφονται γύρω από μια πολιτική για την περιοχή που ο στόχος της είναι να αντιμετωπίσει την επιρροή του Ιράν με την υποκίνηση θρησκευτικών εντάσεων ανάμεσα στους Σιΐτες και τους Σουνίτες στο επίπεδο όλης της Μέσης Ανατολής. Σ’ αυτή την εγκληματική επιχείρηση η Ουάσιγκτον δρα σε συμφωνία με τους άραβες σουνίτες συμμάχους της: τις πετρελαϊκές μοναρχίες του Κόλπου, που καθοδηγούνται από το σαουδικό βασίλειο το οποίο είναι υπερ-φονταμενταλιστικό και εξαρτάται από την Ουάσιγκτον, καθώς και από την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας του Ιράν το εκμεταλλεύεται η Ουάσιγκτον προκειμένου να εκβιάσει τους τοπικούς και διεθνείς συμμάχους της. Οι πραγματικές ιμπεριαλιστικές διαθέσεις αυτής της πίεσης φαίνονται από το γεγονός ότι το Ισραήλ, ο προνομιούχος σύμμαχος των Η.Π.Α., είναι μια πυρηνική δύναμη εδώ και πολλά χρόνια και πάνω απ’ όλα είναι ένα κράτος το οποίο -σε αντίθεση με το Ιράν- δεν έχει υπογράψει τη Συμφωνία για Μη-διάδοση των Πυρηνικών.
3. Η πολιτική του επιτελείου του Μπους αποτελεί φυγή προς τα εμπρός, που δεν ξαφνιάζει αν σκεφτούμε ότι διεξάγεται από μια κυβέρνηση που ήδη έχει αποδείξει τον τυχοδιωκτισμό της, ο οποίος σήμερα αποδοκιμάζεται από μια αυξανόμενη πλειοψηφία της άρχουσας τάξης στις Η.Π.Α. Η άλλη μεγάλη επιλογή στις γραμμές της άρχουσας τάξης (Μπέικερ-Χάμιλτον) καλεί σε μια προσπάθεια για αναζήτηση μιας διαφυγής από το αδιέξοδο των Η.Π.Α. με μέσα που θα είναι πάνω απ’ όλα πολιτικά, και πιο συγκεκριμένα με συμβιβαστικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν και τη Συρία. Ο στόχος είναι με αυτό τον τρόπο να περιορίσει τη ζημιά και να προσπαθήσει να σφυρηλατήσει μια κυριαρχία λιγότερο απόλυτη και λιγότερο αυταρχική απ’ αυτή που οραματίζεται το επιτελείο του Μπους, το οποίο αρνείται αυτή την προοπτική καθώς θα αποτελέσει μια μεγάλη ήττα για το σχέδιο της μονοπολικής παγκόσμιας ηγεμονίας των Η.Π.Α. που το προωθεί συνεχώς από τότε που ανέβηκε στην εξουσία.
4. Τα γεγονότα των πρόσφατων μηνών έχουν επιβεβαιώσει ένα χαρακτηριστικό της ιρακινής «αντίστασης» που ήταν εμφανές από την αρχή: δεν είναι μόνο μια εθνική αντίσταση στον ιμπεριαλιστή κατακτητή, αλλά και μια δύναμη για ένα θρησκευτικό εμφύλιο πόλεμο. Οι ένοπλες οργανώσεις που δημιουργήθηκαν στις αραβικές σουνίτικες περιοχές του Ιράκ διεξάγουν από την αρχή ένα δίκαιο αγώνα ενάντια στην κατοχή και ένα αντιδραστικό πόλεμο ενάντια στη σιϊτική πλειοψηφία. Τον τελευταίο χρόνο, το βασικό κίνημα που δρα εναντίον της κατοχής ανάμεσα στους σιΐτες Άραβες έχει και αυτό με τη σειρά του εμπλακεί σε μια σειρά αιματηρών πρακτικών θρησκευτικής αντεκδίκησης. Το σχέδιο του Μοκτάντα Αλ Σαντρ για ενότητα όλων των αράβων Ιρακινών σε μια κοινή εθνικιστική αντιπολίτευση στον κατακτητή, φαίνεται ότι έχει οριστικά ατονήσει. Η μόνη δύναμη που διεξάγει ένα αγώνα που είναι ικανός να βρει υποστήριξη από τις κοινότητες των Ιρακινών είναι ταξική: το συνδικάτο των εργατών πετρελαίου. Ο αγώνας αυτός είναι ακόμα πιο σημαντικός γιατί επικεντρώνει στον κύριο λόγο της εισβολής στο Ιράκ. Ο αγώνας αυτός θα πρέπει να υποστηριχτεί από τους αντι-ιμπεριαλιστές και το εργατικό κίνημα σε κάθε χώρα.
1. Η ισραηλινή επίθεση ενάντια στη λιβανέζικη Χεζμπολάχ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2006 εντάσσεται στην επιθυμία των Η.Π.Α. να αποδυναμώσουν την επιρροή του Ιράν στη Μέση Ανατολή. Από τη στιγμή που το επιτελείο του Μπους αποφάσισε να εισβάλει στο Ιράκ, θεώρησε ως προτεραιότητα να συγκρουστεί με το Ιράν και επέλεξε ως βασικό πεδίο γι’ αυτή τη σύγκρουση το Λίβανο, όπου ήταν παρόντες δύο στόχοι-σύμμαχοι της Τεχεράνης: η συριακή παρουσία και η Χεζμπολάχ. Στο ζήτημα αυτό, σε αντίθεση με το Ιράκ, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να υπολογίσει στην ενεργή συνεργασία του Παρισιού. Η ανικανότητα, όμως των λιβανέζων συμμάχων της Ουάσιγκτον να νικήσουν τη Χεζμπολάχ ώθησε τις Η.Π.Α. να απευθυνθεί στο Ισραήλ για να εκπληρώσει αυτό το καθήκον.
2. Η ισραηλινή επίθεση υπέστη μια ηχηρή αποτυχία: όχι μόνο η Χεζμπολάχ κατάφερε να εκδηλώσει την ικανότητά της να αποτρέψει την επίθεση του Ισραήλ, αλλά κατάφερε να μεταφέρει τον αγώνα στο εσωτερικό του Ισραήλ για πρώτη φορά στην ιστορία των αραβο-ισραηλινών πολέμων. Η Ουάσιγκτον και το Παρίσι αναγκάστηκαν να βάλουν σε εφαρμογή το «σχέδιο νο. 2»: την ανάπτυξη ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων (Γερμανία, Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Τουρκία πιο συγκεκριμένα) στο Νότιο Λίβανο, κάτω από το μανδύα των Ηνωμένων Εθνών, περιμένοντας παράλληλα την κατάλληλη ευκαιρία για να βοηθήσουν τη λιβανέζικη κυβέρνηση, στην οποία ηγούνται οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον και του Παρισιού, σε μια νέα προσπάθεια να αποδυναμώσουν και να αφοπλίσουν τη Χεζμπολάχ.
3. Από τότε, οι πολιτικές εντάσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά στο Λίβανο ανάμεσα στους συμμάχους της Ουάσιγκτον και του Παρισιού και τους συμμάχους της Δαμασκού και της Τεχεράνης. Οι δυνάμεις που απαρτίζουν το μπλοκ της αντιπολίτευσης, στο πλευρό της Χεζμπολάχ, δεν διαφέρουν ποιοτικά από αυτές που απαρτίζουν την πλειοψηφία. Διεξάγουν ένα αγώνα για αναδιανομή της εξουσίας ανάμεσα στην αντιπολίτευση και την πλειοψηφία με τέτοιο τρόπο ώστε να «συνδέσουν» την αντιπολίτευση με τις κυβερνητικές αποφάσεις. Ο τρόπος με τον οποίο η αντιπολίτευση απέφυγε να οργανώσει μια πραγματική κινητοποίηση ενάντια στο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που υιοθετήθηκε από τη συνάντηση που έμεινε γνωστή ως “Paris 3” στο Λίβανο για το χρέος του, φανερώνει ξεκάθαρα την κοινωνικό-πολιτική φύση της. Η μάχη που βρίσκεται σε εξέλιξη επομένως στοχεύει πρωτίστως να διαπραγματευτεί ένα συμβιβασμό στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης, αν και την ίδια στιγμή η αντιπολίτευση φέρνει στο προσκήνιο το δημοκρατικό αίτημα για νέο εκλογικό νόμο και για πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Όμως, το επιτελείο του Μπους υποκινεί τους λιβανέζους συμμάχους να υιοθετήσουν μια αδιάλλακτη συμπεριφορά: οι πιο στενοί σύμμαχοι έχουν μια προκλητική συμπεριφορά που μαρτυράει την επιθυμία της Ουάσιγκτον να ωθήσει το λιβανέζικο λαό σε πόλεμο.
4. Παρά το γεγονός ότι είναι μια φονταμενταλιστική ισλαμική οργάνωση, η Χεζμπολάχ δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με τα διάφορα τρομοκρατικά ρεύματα του ισλαμικού φονταμενταλισμού: ο τρόπος με τον οποίο το επιτελείο του Μπους προσπαθεί να τη συνδέσει με την Αλ Κάιντα πρέπει να καταδικαστεί κατηγορηματικά. Η Χεζμπολάχ είναι ένα μαζικό κόμμα που έγινε η βασική ένοπλη πτέρυγα της σιϊτικής κοινότητας, που αποτελεί και την πλειοψηφία στα φτωχά στρώματα του λιβανέζικου πληθυσμού, στην αντίστασή του στις επαναλαμβανόμενες ισραηλνές επιθέσεις. Με αυτή την έννοια, η ένοπλη αντίσταση που διεξήγαγε η Χεζμπολάχ είναι ένας δίκαιος αγώνας και η οργάνωση της δεν μπορεί να τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με τις φράξιες της «ιρακινής αντίστασης». Έτσι, για τη λιβανέζικη αριστερά είναι θεμιτό να συμμαχεί με τη Χεζμπολάχ για να αντισταθεί στις ισραηλινές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η διεθνής αντι-ιμπεριαλιστική αριστερά έχει το καθήκον να δώσει υποστήριξη στη λιβανέζικη αντίσταση, ανεξάρτητα από την κοινωνική και πολιτική φύση της ηγεσίας της, και παρά το γεγονός ότι ηγείται η Χεζμπολάχ –κάνοντας παράλληλα κριτική για τη φονταμενταλιστική και κομμουναλιστική φύση της καθώς και για τις θέσεις της σε διάφορα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι διεθνείς αντι-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και το εργατικό κίνημα θα πρέπει κατά προτεραιότητα να δώσουν την υποστήριξή τους στη λιβανέζικη αριστερά που εμπλέκεται στην αντίσταση –και πιο συγκεκριμένα στη κύρια οργάνωσή της, το Λιβανέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα.
1. Η ισραηλινή επίθεση που πραγματοποιείται στη Γάζα από τον Ιούνιο του 2006 εντάσσεται επίσης στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο για την περιοχή που καθόρισε τα γεγονότα και στο Λίβανο: η δράση του επιτελείου του Μπους ενάντια στο Ιράν και τους συμμάχους του. Η νίκη της Χαμάς στις εκλογές του 2006 αντιμετωπίστηκε ως μια βασική υποχώρηση από την Ουάσιγκτον, η οποία άσκησε μεγάλη πίεση στους ευρωπαίους συμμάχους να απομονώσουν τη νέα, δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Παλαιστίνης. Την ίδια στιγμή η Ουάσιγκτον άσκησε μεγάλη πίεση στον παλαιστίνιο σύμμαχό της Μαχμούντ Αμπάς και στη δεξιά πτέρυγα που κυριαρχεί στη Φατάχ να αρνηθούν κάθε προοπτική συμβιβασμού και συμμετοχής σε μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με τη Χαμάς. Ήταν ακριβώς για να εμποδίσει την ανάπτυξη μιας τέτοιας προοπτικής που ξεκίνησε η ισραηλινή επίθεση.
2. Η συμμαχία με τη Χαμάς, μια σουνίτικη ισλαμική φονταμενταλιστική οργάνωση, είναι μια πολύτιμη κατάκτηση για την Τεχεράνη: επιτρέπει στο Ιράν να εκδηλώσει το πανισλαμισμό του, αντικρούοντας τις προσπάθειες να απομονωθεί, ως σιϊτική δύναμη, από τους Σουνίτες που είναι η πλειοψηφία του αραβικού κόσμου και του Ισλάμ. Για το λόγο αυτό αποτελεί έναναπό τους κύριους στόχους της Ουάσιγκτον και του Ισραήλ, όπως ακριβώς και η Χεζμπολάχ, καθώς και για το γεγονός ότι μοιράζεται ένα έντονο αντι-ισραηλινό μένος όπως ακριβώς και ο λιβανέζος σύμμαχός της. Όπως και στο Λίβανο, το Ισραήλ έδειξε ότι είναι ανίκανο από περιορίσει τη Χαμάς στο κύριο προπύργιο της, τη Γάζα, χωρίς να επανακαταλάβει ολόκληρη την περιοχή με απαγορευτικό στρατιωτικό και πολιτικό κόστος. Έτσι, η βασική τακτική συνίσταται σε ένα συνδυασμό εξωτερικών επιθέσεων του Ισραήλ με την υποκίνηση ενός παλαιστινιακού εμφύλιου, και ιδιαίτερα με τον εξοπλισμό των δυνάμεων της Φατάχ που ευθυγραμμίζονται με την Ουάσιγκτον και την ώθησή τους προς αδιάλλακτες και προβοκατόρικες ενέργειες. Οι αναδιπλώσεις του επιτελείου του Μπους έχουν ενθαρρύνει τους άραβες συμμάχους της Ουάσιγκτον να είναι πιο ευνοϊκοί για ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παλαιστινιακές πλευρές, έτσι ώστε η Τεχεράνη να μην μπορεί να καρπώνεται κάποιο πολιτικό όφελος από την υποστήριξή της προς τη Χαμάς.
3. Όπως και η Χεζμπολάχ, η Χαμάς είναι ένα κίνημα με μαζική βάση, το οποίο αποτελεί την έκφραση της επιθυμίας αντίστασης από ένα σημαντικό κομμάτι του παλαιστινιακού πληθυσμού. Η φήμη της για την αφοσίωση και την εντιμότητά της έρχεται σε αντίθεση με τη μαφιόζικη και πραγματιστική συμπεριφορά της παλαιστινιακή αρχής που κυριαρχείται από τη Φατάχ. Όμως, το πρόγραμμά της είναι ανίκανο να διαμορφώσει μια πολιτική που θα βοηθούσε να διαρρήξει τη σιωνιστική συναίνεση. Ακόμα χειρότερα, η Χαμάς, έχει για πολύ καιρό συμβάλει στην παραγωγή και σταθεροποίηση αυτής της συναίνεσης με την πραγματοποίηση επιθέσεων αυτοκτονίας που απειλούν τους ισραηλινούς πολίτες χωρίς καμία διάκριση. Με μια έννοια, η Χαμάς είναι ο «ιδανικός εχθρός» για τη σιωνιστική δεξιά, η οποία έχει ενισχυθεί σημαντικά από τις προκλητικές στρατιωτικές ενέργειες και τον εξευτελισμό των αντιπάλων της στην έδρα της παλαιστινιακής Αρχής.
4. Οι αντι-ιμπεριαλιστές και το εργατικό κίνημα πρέπει να υποστηρίξουν το δικαίωμα του παλαιστινιακού λαού να επιλέγει ελεύθερα την κυβέρνησή του και να αγωνιστούν ενάντια στο στραγγαλισμό της κυβέρνησης της Χαμάς από το Ισραήλ, τις Η.Π.Α. και τους ευρωπαίους συμμάχους τους. Πρέπει να δρουν σε αλληλεγγύη με τη δίκαιη αντίσταση του παλαιστινιακού λαού στις ισραηλινές επιθέσεις, ανεξάρτητα από τη φύση των δυνάμεων που διεξάγουν αυτή την αντίσταση. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερους δεσμούς αλληλεγγύης με τις οργανώσεις της παλαιστινιακής αριστεράς που διεξάγουν έναν ανεξάρτητο πολιτικό αγώνα ενάντια στην παλαιστινιακή δεξιά που συνδέεται με την Ουάσιγκτον και έναν ιδεολογικό αγώνα ενάντια στον ισλαμικό φονταμενταλισμό μέσα στον παλαιστινιακό λαό.
Οι στρατιωτικές και πολιτικές υποχωρήσεις που υπέστη η ιμπεριαλιστική επίθεση στη Μέση Ανατολή είναι αρκετά ξεκάθαρες και δημιουργούν ένα πλαίσιο που είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό για την ενεργητική επανεμφάνιση του αντιπολεμικού κινήματος. Σήμερα, οι Η.Π.Α. και οι σύμμαχοί τους εμπλέκονται, με συνδυασμούς που ποικίλουν, σε τρεις περιφερειακούς πολέμους -Αφγανιστάν, Ιράκ και Παλαιστίνη- και στους οποίους θα πρέπει να προστεθεί ένας ακόμη, που αυτή τη στιγμή είναι αφανής, στο Λίβανο. Την ίδια στιγμή το επιτελείο του Μπους προετοιμάζεται επιδεικτικά για έναν πόλεμο εναντίον του Ιράν και δε διστάζει να διευρύνει τη στρατιωτική του δράση, όπως πρόσφατα έδειξε η επέμβαση στη Σομαλία. Το επιτελείο του Μπους είναι στριμωγμένο, αλλά, όπως ακριβώς ένα άγριο ζώο που έχει την πλάτη του στο τοίχο, είναι πιο επικίνδυνο. Είναι επιτακτική ανάγκη να διπλασιάσουμε τις προσπάθειες για να οικοδομήσουμε ένα ισχυρό αντιπολεμικό κίνημα για την άμεση και άνευ όρων λήξη των ιμπεριαλιστικών αποστολών γύρω από τους ακόλουθους άξονες:
ενάντια σε κάθε επίθεση στο Ιράν
για την απόσυρση των κατοχικών στρατευμάτων από το Ιράκ
για την απόσυρση των στρατευμάτων που έχουν εισβάλει στο Αφγανιστάν
για την απόσυρση των ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων από το Λίβανο
για τον τερματισμό των παρεμβάσεων στις εσωτερικές υποθέσεις της Παλαιστίνης και την άρση των αποκλεισμών των Παλαιστίνιων
Σ’ αυτή τη μάχη η 4η Διεθνής θα επιδιώξει να δημιουργήσει δεσμούς αλληλεγγύης με τις συνδικαλιστικές και πολιτικές δυνάμεις που διεξάγουν έναν προοδευτικό αγώνα στην περιοχή. Θα προσπαθήσει να ενθαρρύνει μια επαναεμφάνιση της Αριστεράς στη Μέση Ανατολή που να είναι ταυτόχρονα δημοκρατική, φεμινιστική και αντι-ιμπεριαλιστική.
Διεθνής Επιτροπή 4ης Διεθνούς, απόφαση για
Μέση Ανατολή, 28/2/2007, το ίδιο και αγγλικά
βλέπε και:
http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article5377
Διεθνής Επιτροπή 4ης
Διεθνούς, απόφαση για Μέση Ανατολή, 28/2/2007, το ίδιο και γαλλικά
βλέπε και:
http://www.internationalviewpoint.org/spip.php?article1230
Διεθνής Επιτροπή 4ης Διεθνούς, απόφαση για Μέση Ανατολή, 28/2/2007